Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Καρλ Μαρξ: Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής

Καρλ Μαρξ: Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
FREE photo hosting by Fih.grΣτο κείμενο που ακολουθεί παρουσιάζονται μεταφρασμένα τμήματα από το γνωστό ως «VI Κεφάλαιο - Αποτελέσματα της άμεσης παραγωγικής διαδικασίας» του Κ. Μαρξ. Το χειρόγραφο κείμενο αποτελεί μέρος των εργασιών του Μαρξ που γράφτηκαν στο διάστημα μεταξύ 1863 και της πρώτης έκδοσης του «Κεφαλαίου» (1867) και βρίσκεται μαζί με πολλά άλλα ανέκδοτα χειρόγραφα του στο Ινστιτούτο Μάρξ Ένγκελς στη Μόσχα.1 Πρωτοδημοσιεύτηκε από το ίδιο Ινστιτούτο το 1933. Η μετάφραση ακολουθεί το κείμενο της γερμανικής έκδοσης, Karl Marx «Resultate des unmittelbaren Produktionsprozesses», Verlag Neue Kritik, Frankfurt a. M. 1969 - Archiv Sozialistischer Literatur 17. Ελπίζοντας σε μία συζήτηση και σε μεταφραστικά ζητήματα των έργων του Κ. Μαρξ, αλλά όχι μόνο σ' αυτό, χρησιμοποιήσαμε για την απόδοση ορισμένων παγιωμένων πια δρων, που κατά τη γνώμη μας δεν αποδίδουν σωστά τους πρωτότυπους, την «ιστορική» τους μετάφραση π.χ. υπεραξία για Mehrwert αντί κι άλλη αξία, συσσώρευση για Akkumulation αντί επισώρευση, επιφυλασσόμενοι να επανέλθουμε άλλοτε σε τέτοιου είδους μεταφραστικά ζητήματα.
Καρλ Μαρξ
Μαρξ Κ. Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής ή
Μαρξ Κ. Αποτελέσματα της άμεσης διαδικασίας παραγωγής
Δείτε κι ΕΔΩ

Αποτελέσματα της άμεσης παραγωγικής διαδικασίας (απόσπασμα)
μετάφραση Ζαχαρίας Δεμαθάς

Ο μεταφραστής του κειμένου που δημοσιεύεται εδώ είχε στη διάθεση του τη μετάφραση Ολόκληρου του έργου, που πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Α Συνέχεια και θέλει να τονίσει ότι παραδέχεται από τώρα τις αδυναμίες της μετάφρασης, που με βεβαιότητα θα διαπιστώσουν οι αναγνώστες, με την πεποίθηση ότι το επίπεδο μετάφρασης τέτοιων έργων, που και στο πρωτότυπο τους ακόμα αποτελούνται από σημειώσεις, δεν μπορεί να διαφέρει σημαντικά από το γενικό επίπεδο της συζήτησης πάνω σ' αυτά τα θέματα.

Στο κείμενο χρησιμοποιήσαμε τα έξης σύμβολα: [ ]: = προσθήκη του μεταφραστή.

[ ]: = σημείωση των επιμελητών της γερμανικής έκδοσης. < >: = Έτσι στο κείμενο, συνήθως ακολουθεί στη μετάφραση η ελληνική απόδοση.

Οι αριθμοί στα αριστερά του κειμένου αναφέρονται στις σελίδες του χειρογράφου του Μαρξ.

** Η καπιταλιστική παραγωγή ως παραγωγή υπεραξίας

Η παραγωγική διαδικασία του κεφαλαίου, θεωρημένη από την πραγματική της πλευρά η θεωρημένη ως διαδικασία, όπου δια της χρήσιμης εργασίας δημιουργούνται με αξίες χρήσης νέες αξίες χρήσης είναι πριν απ' όλα πραγματική διαδικασία της εργασίας. Σαν τέτοια είναι και τα στοιχεία της, τα εννοιολογικά προσδιορισμένα στοιχεία της, τα ίδια μ' εκείνα της διαδικασίας της εργασίας γενικά, κάθε διαδικασίας της εργασίας, σ' οποιαδήποτε βαθμίδα της οικονομικής εξέλιξης κι οποιαδήποτε [κι αν είναι] η βάση του τρόπου παραγωγής όπου αυτή εξελίσσεται. Επειδή λοιπόν η πραγματική μορφή ή η μορφή των αντικειμενικών άξιων χρήσης, που αποτελούν το κεφάλαιο, η υλική του βάση, είναι αναγκαία η μορφή μέσων παραγωγής μέσα εργασίας και αντικείμενο εργασίας που χρησιμεύουν για την παραγωγή νέων προϊόντων, κι επειδή ακόμα στη διαδικασία κυκλοφορίας αυτές οι αξίες χρήσης ήδη βρίσκονται (στην αγορά) με τη μορφή εμπορευμάτων, άρα στην κατοχή των καπιταλιστών ως κατόχων εμπορευμάτων πριν λειτουργήσουν αντίστοιχα προς τον ειδικό τους σκοπό στη διαδικασία της εργασίας επειδή λοιπόν το κεφάλαιο στο βαθμό που παρουσιάζεται στους αντικειμενικούς όρους εργασίας ως προς την αξία χρήσης του αποτελείται από μέσα παραγωγής, πρώτες ύλες, βοηθητικές ύλες και μέσα εργασίας, εργαλεία, κτίρια, μηχανές κλπ., συνάγεται το συμπέρασμα ότι όλα τα μέσα παραγωγής αποτελούν <δυνάμει> κεφάλαιο, και στο βαθμό που λειτουργούν σαν μέσα παραγωγής αποτελούν <actu> πράξει κεφάλαιο. Το κεφάλαιο είναι έτσι ένα αναγκαίο στοιχείο της ανθρώπινης διαδικασίας της εργασίας γενικά, ανεξάρτητα από κάθε ιστορική της μορφή κι έτσι κάτι αιώνιο που καθορίζεται από τη φύση της ανθρώπινης εργασίας. Το ίδιο [συνάγεται το συμπέρασμα], επειδή η διαδικασία παραγωγής του κεφαλαίου είναι γενικά διαδικασία της εργασίας, η διαδικασία της εργασίας σαν τέτοια, ότι η διαδικασία εργασίας είναι αναγκαστικά σ' όλες τις κοινωνικές μορφές διαδικασία της εργασίας του κεφαλαίου. Επομένως το κεφάλαιο θεωρείται σαν ένα πράγμα που παίζει ορισμένο εμπράγματο ρόλο στη διαδικασία παραγωγής, ρόλο που του αποδίδεται επειδή είναι πράγμα. Είναι η ίδια η λογική που συμπεραίνει, ότι επειδή το χρήμα είναι από χρυσό ο χρυσός είναι αυτός καθ' εαυτός χρήμα, ότι επειδή η μισθωτή εργασία είναι εργασία, κάθε εργασία είναι αναγκαστικά μισθωτή εργασία. Δηλαδή η ταυτότητα αποδεικνύεται με το να διαπιστώνεται αυτό που είναι ταυτόσημο σε όλες τις διαδικασίες παραγωγής αντίθετα απ' ότι γίνεται με τις ειδικές διαφορές τους. Η ταυτότητα αποδεικνύεται με την αφαίρεση από τη διαφορά. Στα επόμενα του τμήματος αυτού θα επανέλθουμε αναλυτικότερα σ' αυτό το αποφασιστικά σημαντικό σημείο. Εδώ προς το παρόν μόνο αυτά:

Πρώτο: Τα εμπορεύματα, που αγόρασε ο καπιταλιστής για να τα καταναλώσει στη διαδικασία παραγωγής ως μέσα παραγωγής, η στη διαδικασία της εργασίας, είναι ιδιοκτησία του. Αυτά είναι στην πράξη μόνο το χρήμα του που μετασχηματίσθηκε σε εμπορεύματα και που είναι το ίδιο Ι μορφή] ύπαρξης του κεφαλαίου όσο όταν αυτό ήταν χρήμα· μάλιστα κατά ακόμα πιο έντονο τρόπο, εφ' όσον υπάρχουν σ' εκείνη τη μορφή, στην οποία λειτουργούν πραγματικά ως κεφάλαιο δηλαδή ως μέσο δημιουργίας αξίας, αξιοποίησης της αξίας δηλαδή πολλαπλασιασμού της. Αυτά τα μέσα παραγωγής είναι λοιπόν κεφάλαιο. Από την άλλη 0 καπιταλιστής έχει αγοράσει με το άλλο μέρος του προκαταβεβλημένου χρηματικού ποσού Ικανότητα προς εργασία, εργάτες, η όπως αναπτύχθηκε στο Κεφ. IV, αυτό που εμφανίζεται σαν ζωντανή εργασία. Κι αυτό του ανήκει το ίδιο όπως οι αντικειμενικοί όροι της διαδικασίας της εργασίας. Όμως, εδώ ισχύει παρ' όλα αυτά η ακόλουθη ειδική διαφορά: Η πραγματική εργασία είναι αυτή που 0 εργάτης δίνει πραγματικά στον <capitalist> καπιταλιστή σαν ισοδύναμο εκείνου του μέρους του κεφαλαίου που έχει μετασχηματισθεί σε αμοιβή της εργασίας, για την τιμή αγοράς της εργασίας. Είναι η διάθεση της ζωτικότητας του, η πραγματοποίηση των παραγωγικών ικανοτήτων της κίνησης του, κι όχι του καπιταλιστή, θεωρημένη σαν προσωπική λειτουργία, η εργασία είναι στην πραγματικότητα της, η λειτουργία του εργάτη κι όχι του καπιταλιστή, θεωρημένη από την άποψη της ανταλλαγής είναι αυτό που παίρνει 0 καπιταλιστής απ' αυτόν στη διαδικασία της εργασίας, κι όχι αυτό που του παραχωρεί ο καπιταλιστής στη διαδικασία της εργασίας. Αυτό, λοιπόν, αποτελεί μια αντίθεση στους αντικειμενικούς ορούς εργασίας, που μέσα στην ίδια τη διαδικασία εργασίας αντιπαρατίθενται σαν κεφάλαιο, κι έτσι σαν ύπαρξη του καπιταλιστή, στους υποκειμενικούς ορούς εργασίας, στην ίδια την εργασία η πολύ περισσότερο στον εργάτη που εργάζεται, θα μπορούσε να συμπεράνει κανείς, λοιπόν, ότι και από την άποψη του καπιταλιστή και από την άποψη του εργάτη το μέσο παραγωγής, σαν ύπαρξη του κεφαλαίου, αντιπαρατίθεται στο άλλο δρα στοιχείο, στο οποίο έχει μετασχηματισθεί το προκαταβεβλημένο κεφάλαιο κι έτσι εμφανίζεται και έκτος της διαδικασίας της παραγωγής <δυνάμει> ως ειδική μορφή ύπαρξης του κεφαλαίου. Αυτό αναπτύσσεται περαιτέρω, όπως θα δειχθεί, εν μέρει λόγω της γενικής φύσης της διαδικασίας καπιταλιστικής αξιοποίησης (του ρόλου που παίζουν σ' αυτή τα μέσα παραγωγής απομυζώντας τη ζωντανή εργασία), εν μέρει από την ανάπτυξη του ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (οπού τα μηχανήματα κλπ. γίνονται οι πραγματικοί κυρίαρχοι επί της ζωντανής εργασίας). Γι αυτό κι αυτή η αχώριστη σύντηξη των αξιών χρήσης στη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής, όταν το κεφάλαιο υπάρχει με τη μορφή των μέσων παραγωγής κι ο καθορισμός αυτών των μέσων παραγωγής, αυτών των πραγμάτων σαν κεφάλαιο, που είναι μια ορισμένη κοινωνική παραγωγική σχέση, ακριβώς όπως μέσα σ' αυτό τον τρόπο παραγωγής κι απ' αυτούς που κυριαρχούνται απ' αυτόν θεωρείται το προϊόν αυτό καθ' εαυτό σαν εμπόρευμα. Αυτό αποτελεί μια βάση για τον φετιχισμό των Πολιτικών Οικονομολόγων.

Δεύτερο: Τα μέσα παραγωγής εισέρχονται ως ορισμένα εμπορεύματα π.χ. ως μπαμπάκι, κάρβουνο, αδράχτια κλπ. από την κυκλοφορία στη διαδικασία της εργασίας. Εισέρχονται με τη μορφή της άξιας χρήσης που είχαν όταν ακόμα κυκλοφορούσαν ως εμπορεύματα. Άφοο μπουν στη διαδικασία, τότε λειτουργούν με τις αντίστοιχες προς τις αξίες χρήσης τους ιδιότητες που εμπράγματα τις χαρακτηρίζουν ως πράγματα, το βαμβάκι ως βαμβάκι κλπ. Όμως το μέρος του κεφαλαίου, που το ονομάζουμε μεταβλητό, συμπεριφέρεται διαφορετικά και μόνο ύστερα από την ανταλλαγή του με ικανότητα προς εργασία μετασχηματίζεται πραγματικά στο μεταβλητό μέρος του κεφαλαίου, θεωρούμενο ως προς την πραγματική του μορφή, το χρήμα αυτό το μέρος του κεφαλαίου, που ξοδεύει ο καπιταλιστής κατά την αγορά ικανότητας προς εργασία δεν παριστάνει παρά τα μέσα συντήρησης που βρίσκονται στην αγορά (η που ρίχθηκαν σ' αυτή < within centain terms> κάτω από ορισμένους όρους) και που υπεισέρχονται στην ατομική κατανάλωση του εργάτη. Το χρήμα είναι μόνο η μετασχηματισμένη μορφή αυτών των μέσων διαβίωσης που μόλις τα πάρει ο εργάτης το ξαναμετατρέπει σε μέσα διαβίωσης. Τόσο αυτός ο μετασχηματισμός όσο και η κατοπινή κατανάλωση αυτών των εμπορευμάτων ως αξιών χρήσης είναι μια διαδικασία, που δεν έχει άμεσα τίποτα να κάνει με την άμεση διαδικασία παραγωγής, σαφέστερα με τη διαδικασία της εργασίας, πολύ περισσότερο βρίσκεται έξω απ' αυτή. Το ένα μέρος του κεφαλαίου και μέσω αυτού το συνολικό κεφάλαιο, μετασχηματίζεται ακριβώς σε ένα μεταβλητό μέγεθος. Αντί χρήματος, ενός σταθερού αξιακού μεγέθους η των μέσων διαβίωσης στα οποία παριστάνεται το ίδιο και που είναι επίσης σταθερό αξιακό μέγεθος, ανταλλάσσεται αντίθετα, η ζωντανή ικανότητα προς εργασία, που δημιουργεί αξία και που, ως στοιχείο που δημιουργεί αξία, μπορεί να είναι μεγαλύτερο η μικρότερο. Μπορεί να παρασταθεί σαν μεταβλητό μέγεθος και γενικά σ' όλες τις περιστάσεις εισέρχεται στη διαδικασία παραγωγής ως συντελεστής μόνο ως ένα ρέον, γενόμενο και γι' αυτό <within different limits> περιεχόμενο εντός διαφορετικών ορίων γενόμενο μέγεθος αντί ενός γεννηθέντος. Μπορεί, βέβαια, τώρα η κατανάλωση των μέσων διαβίωσης από τους ίδιους τους εργάτες να θεωρείται στην πραγματικότητα μέσα στη διαδικασία εργασίας (να συμπεριλαμβάνεται σ' αυτή) όπως η κατανάλωση των <matieres instrumentales> εργαλειακών υλικών από τις μηχανές που π.χ. συμπεριλαμβάνεται σ' αυτές, έτσι ώστε ο εργάτης να εμφανίζεται μόνο σαν εργαλείο που το έχει αγοράσει ο καπιταλιστής, και το όποιο για να λειτουργήσει στη διαδικασία της εργασίας, πρέπει να καταναλώσει επιπρόσθετα μια ορισμένη μερίδα μέσων συντήρησης σαν τα δικά του <matieres instrumentales> εργαλειακά υλικά. Αυτό γίνεται περισσότερο η λιγότερο ανάλογα με την έκταση και τη βαναυσότητα της εκμετάλλευσης του εργάτη. Παρ' όλα αυτά δεν εμπεριέχεται εννοιολογικά κατά τόσο περιορισμένο τρόπο στη σχέση του κεφαλαίου (περισσότερα θα δούμε στο [2 ]* κατά την αναπαραγωγή ολόκληρης της σχέσης). Ο εργάτης καταναλώνει κατά μέσο όρο τα μέσα διαβίωσης κατά τη διακοπή της άμεσης διαδικασίας της εργασίας, ενώ η μηχανή τα δικά της κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της (ζώο;). "Αν όμως τώρα θεωρήσουμε το σύνολο της εργατικής τάξης, ένα μέρος αυτών των μέσων διαβίωσης καταναλώνεται από μέλη των οικογενειών που είτε δεν εργάζονται ακόμα, είτε δεν εργάζονται πια. Στην πράξη η διαφορά μεταξύ ενός εργάτη και μιας μηχανής, σ' ότι άφορα τα <matieres instrumentales> εργαλειακά υλικά, μπορεί να αναχθεί, πραγματικά, ως προς την κατανάλωση τους, στη διαφορά μεταξύ ζώου και μηχανής. Όμως αυτό δεν είναι αναγκαίο και γι' αυτό δεν ανήκει στον εννοιολογικό προσδιορισμό του κεφαλαίου. Πάντως εκείνο το μέρος του κεφαλαίου που έχει ξοδευθεί στους μισθούς της εργασίας εμφανίζεται τυπικά, μόλις πάρει την πραγματική του μορφή, εκείνης των μέσων διαβίωσης που υπεισέρχεται στην κατανάλωση του εργάτη, σαν ένα μέρος που δεν ανήκει πια στον καπιταλιστή αλλά στον εργάτη. Η μορφή της αξίας χρήσης που κατέχει, λοιπόν, αυτός ως εμπόρευμα πριν μπει στη διαδικασία παραγωγής ως μέσα διαβίωσης είναι επομένως εντελώς διαφορετική από τη μορφή που παίρνει μέσα σ' αυτήν τη διαδικασία, που είναι [η μορφή] της εργατικής δύναμης που εκφράζεται εργαζομένη, συνεπώς της ίδιας της ζωντανής εργασίας. Αρα αυτό κάνει να διαφέρει το μέρος αυτό του κεφαλαίου ειδικά απ' 464 αυτό || που υπάρχει με τη μορφή των μέσων παραγωγής κι αυτό πάλι αποτελεί μια αιτία γιατί στη βάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής τα μέσα παραγωγής εμφανίζονται κατά προεξέχουσα έννοια σαν κεφάλαιο αυτό καθ' εαυτό διαφορετικά και σε αντίθεση με τα μέσα διαβίωσης. Η εντύπωση αυτή αν παραβλέψουμε αυτά που πρέπει να αναπτυχθούν αργότερα σβήνει [από το γεγονός] ότι η μορφή της αξίας χρήσης, στην οποία ενυπάρχει το κεφάλαιο στο τέλος της διαδικασίας της παραγωγής, είναι εκείνη του προϊόντος, [και από το γεγονός ότι] αυτό το προϊόν υπάρχει στη μορφή των μέσων παραγωγής ως μέσων διαβίωσης, δηλαδή υπάρχουν αμφότερα ως κεφάλαιο στον ίδιο βαθμό και επομένως υπάρχουν σε αντίθεση με τη ζωντανή ικανότητα προς εργασία.

Ας έλθουμε τώρα στη διαδικασία αξιοποίησης.

Ως προς την ανταλλακτική αξία φαίνεται πάλι η διαφορά μεταξύ του εμπορεύματος και του κεφαλαίου που βρίσκεται στην κατάσταση της διαδικασίας αξιοποίησης.

Η ανταλλακτική αξία του κεφαλαίου που υπεισέρχεται στη διαδικασία παραγωγής είναι μικρότερη από την ανταλλακτική αξία του κεφαλαίου που ρίχθηκε στην αγορά η είχε προκαταβληθεί γιατί είναι μόνο η άξια των εμπορευμάτων, που μπαίνουν στη διαδικασία ως μέσα παραγωγής δηλαδή η αξία του σταθερού μέρος του κεφαλαίου που μπαίνει στη διαδικασία της παραγωγής ως αξία. Αντί της αξίας του μέρους του μεταβλητού κεφαλαίου έχουμε τώρα την αξιοποίηση ως διαδικασία, την εργασία που βρίσκεται <in actu> πράξει στην κατάσταση αξιοποίησης, που διαρκώς αυτοπραγματοποιείται ως αξία, αλλά και που συνεχώς προχωρά πέρα από τις αξίες που έχουν τεθεί σε μια δημιουργία αξιών.

Σ' ότι άφορα τώρα κατ' αρχή τη διατήρηση της παλιάς αξίας, του μέρους της αξίας του σταθερού μέρους, αυτή εξαρτάται από: το ότι η άξια των μέσων παραγωγής που υπεισέρχονται στη διαδικασία δεν είναι μεγαλύτερη απ' όσο χρειάζεται, άρα τα εμπορεύματα, απ' ότι κι αν αποτελούνται, περιλαμβάνουν αντικειμενοποιημένο μόνο τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας για το σκοπό της παραγωγής, π.χ. τα κτίρια, τα μηχανήματα κλπ., κι είναι υπόθεση του καπιταλιστή να προσέξει κατά την αγορά αυτών των μέσων παραγωγής να έχουν ως αξία χρήσης την <average> μέση ποιότητα που αντιστοιχεί στη δημιουργία του προϊόντος, είτε ως πρώτη ύλη είτε ως μηχανές κλπ., δηλαδή να λειτουργούν με την <average> μέση ποιότητα και να μην παρεμβάλουν στην εργασία, τον ζωντανό συντελεστή, ασυνήθιστα εμπόδια π.χ. ποιότητα της πρώτης όλης και [πράγμα] που ανήκει στα ίδια να μην μεταδίδουν τα χρησιμοποιούμενα μηχανήματα κλπ. πάνω από την <average dechet> μέση φθορά στα εμπορεύματα. Ολα αυτά είναι υπόθεση του καπιταλιστή. Άλλα όμως, η διατήρηση της αξίας του σταθερού κεφαλαίου εξαρτάται, εκτός απ' αυτά, απ' το αν καταναλώνεται κατά το δυνατόν παραγωγικά, απ' το αν υπάρχει σπατάλη, γιατί τότε θα περιλαμβάνονταν στο προϊόν ένα μεγαλύτερο μέρος αντικειμενοποιημένης εργασίας απ' ότι είναι κοινωνικά αναγκαίο. Αυτό εξαρτάται κατά ένα μέρος από τους ίδιους τους εργάτες, κι εδώ αρχίζει η Εποπτεία του καπιταλιστή (ξέρει αυτός να κατοχυρώνεται απέναντι σ' αυτά με την <task work> εργασία κατ' αποκοπή και τις κρατήσεις από το μισθό). Πάρα πέρα [φροντίζει] η εργασία να γίνεται τακτικά και με σκοπιμότητα, η μετατροπή των μέσων παραγωγής σε προϊόν να γίνεται σωστά, η αξία χρήσης, που αποτελεί τον σκοπό, να καταλήγει να είναι και αποτέλεσμα σε επιτυχημένη μορφή. Εδώ πάλι παίζει το ρόλο της η εποπτεία και η πειθαρχία του καπιταλιστή. Πρέπει τέλος [να φροντίζει] η διαδικασία παραγωγής να μην διαταράσσεται, να μην διακόπτεται και να προχωρεί προς το προϊόν μέσα στην προθεσμία (χρονικό διάστημα) που καθορίζεται από τη φύση της διαδικασίας της εργασίας και τους αντικειμενοποιημένους όρους της. Αυτό εξαρτάται, εν μέρει, από τη συνέχεια της εργασίας, που εμφανίζεται με την καταπιταλιστική παραγωγή · αλλά και εν μέρει από εξωτερικές μη ελεγχόμενες συμπτώσεις. Στο βαθμό αυτό, σε κάθε διαδικασία παραγωγής, εμφανίζεται για τις αξίες που υπεισέρχονται σ' αυτή έ'να ρίσκο, ένα ρίσκο στο όποιο 1) αυτές βρίσκονται εκτεθειμένες και εκτός της διαδικασίας παραγωγής και το οποίο 2) χαρακτηρίζει κάθε διαδικασία παραγωγής, όχι μόνο εκείνη του κεφαλαίου. (Το κεφάλαιο αμύνεται σ' αυτά με ενώσεις. Ο άμεσος παραγωγός που εργάζεται με τα δικά του μέσα παραγωγής βρίσκεται εκτεθειμένος στο ίδιο ρίσκο. Αυτό δεν είναι τίποτα το χαρακτηριστικό για την καπιταλιστική παραγωγή. "Αν στην καπιταλιστική παραγωγή αυτό το ρίσκο το αναλαμβάνει ο καπιταλιστής, αυτό [γίνεται] μόνο γιατί αυτός έχει σφετερισθεί την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής.

Σ' ότι άφορα τώρα τον ζωντανό παράγοντα της διαδικασίας αξιοποίησης, έτσι 1) η άξια του μεταβλητού κεφαλαίου διατηρείται με την αντικατάσταση του, την αναπαραγωγή του, δηλαδή με το να προστεθεί στα μέσα παραγωγής μια τόσο μεγάλη ποσότητα εργασίας όση ήταν η αξία του μεταβλητού κεφαλαίου η του μισθού εργασίας - α) Μια <increment> αύξηση της αξίας του, η δημιουργία υπεραξίας, με το να αντικειμενοποιείται στο προϊόν μια πρόσθετη ποσότητα εργασίας, ένα πλεόνασμα ποσότητας εργασίας πάνω απ' αυτή που περιλαμβάνεται στο μισθό της εργασίας.

Σ' αυτό αντιστοιχεί η διαφορά μεταξύ της αξίας χρήσης του προκαταβεβλημένου κεφαλαίου η των εμπορευμάτων, στα οποία ενυπάρχει, και στη μορφή της 465 αξίας χρήσης του κεφαλαίου στη διαδικασία της εργασίας· η διαφορά μεταξύ της ανταλλακτικής αξίας του προκαταβεβλημένου κεφαλαίου και της εμφάνισης της ανταλλακτικής αξίας του κεφαλαίου στη διαδικασία αξιοποίησης, ώστε εκεί να υπεισέρχεται στη διαδικασία το μέσο παραγωγής, το σταθερό κεφάλαιο, στην ίδια μορφή της άξιας χρήσης που είχαν προηγουμένως τα εμπορεύματα, από τα όποια αποτελείται, ενώ στη θέση των ετοίμων αξιών χρήσης, από τις οποίες αποτελείτο το μεταβλητό κεφάλαιο, μπαίνει o ζωντανός παράγοντας, της αύτοαξιοποιούμενης στις νέες αξίες χρήσης εργατικής δύναμης, της πραγματικής εργασίας. Κι ότι εδώ η άξια των μέσων παραγωγής, του σταθερού κεφαλαίου, μπαίνει σαν τέτοια στη διαδικασία αξιοποίησης, ενώ η αξία του μεταβλητού κεφαλαίου δεν μπαίνει καθόλου σ' αυτή, αλλά αντικαθίσταται από τη δραστηριότητα που δημιουργεί αξία, από τη δραστηριότητα που υπάρχει ως διαδικασία αξιοποίησης του ζωντανού παράγοντα.

Για να δημιουργεί ο χρόνος εργασίας του εργάτη αξία σε σχέση με τη διάρκεια του, πρέπει να είναι κοινωνικά αναγκαίος χρόνος εργασίας. Δηλαδή ο εργάτης πρέπει να καταβάλει σε έναν ορισμένο χρόνο την κανονική κοινωνική ποσότητα αποτελεσματικής εργασίας. Γι αυτό και ο καπιταλιστής τον αναγκάζει να έχει η εργασία του τουλάχιστον τον κανονικό κοινωνικό μέσο βαθμό έντασης. Επομένως θα προσπαθήσει αυτός να τον αυξήσει όσο γίνεται περισσότερο από το ελάχιστο αυτό, και θα προσπαθήσει να αποσπάσει απ' αυτόν, μέσα σ' έναν ορισμένο χρόνο, όσο περισσότερη εργασία είναι δυνατόν, γιατί κάθε εντατικοποίηση της εργασίας πάνω από το μέσο βαθμό δημιουργεί γι' αυτόν υπεραξία, θα προσπαθήσει, ακόμα, να παρατείνει τη διαδικασία της εργασίας, όσο γίνεται περισσότερο, πέρα από τα όρια εντός των οποίων θα πρέπει να καταβληθεί εργασία, ώστε να αντικατασταθεί η αξία του μεταβλητού κεφαλαίου, ο μισθός της εργασίας. Με δοσμένη την ένταση της διαδικασίας της εργασίας θα προσπαθήσει να μεγαλώσει τη διάρκεια της, με δοσμένη τη διάρκεια της ίδιας θα προσπαθήσει να αυξήσει κατά το δυνατόν την ένταση της. Ο καπιταλιστής αναγκάζει τον εργάτη να δίνει στην εργασία του τον κανονικό βαθμό έντασης κι αν γίνεται έναν ψηλότερο βαθμό, και τον αναγκάζει να παρατείνει τη διαδικασία εργασίας του όσο γίνεται περισσότερο από τη χρονική διάρκεια που χρειάζεται για να αντικατασταθεί ο μισθός εργασίας.

Μ' αυτόν τον ιδιάζοντα χαρακτήρα της καπιταλιστικής διαδικασίας αξιοποίησης υφίσταται και η πραγματική μορφή του κεφαλαίου στη διαδικασία παραγωγής, η μορφή της της αξίας χρήσης κι άλλη τροποποίηση. Πρώτον τα μέσα παραγωγής πρέπει να υπάρχουν σε ένα πλήθος που να είναι ικανό να απορροφήσει όχι μόνο την αναγκαία εργασία αλλά και την πλεονάζουσα εργασία. Δεύτερο η ένταση και η έκταση της διαδικασίας της εργασίας μεταβάλλονται.

Τα μέσα παραγωγής, που χρησιμοποιεί ο εργάτης στην πραγματική διαδικασία της εργασίας, είναι βέβαια ιδιοκτησία του καπιταλιστή κι αντιπαρατίθενται ως κεφάλαιο στην εργασία του, που αποτελεί τη δική του έκφραση ζωής, έτσι όπως αναπτύχθηκε προηγούμενα. Από την άλλη όμως αυτός είναι που τα χρησιμοποιεί στην εργασία του. Μεταχειρίζεται στην πραγματική διαδικασία της εργασίας τα μέσα εργασίας ως οδηγούς της δουλειάς του και το αντικείμενο της εργασίας ως την όλη στην οποία αποτυπώνεται η εργασία του. Μ' αυτόν τον τρόπο μετασχηματίζει ακριβώς τα μέσα παραγωγής στη σκόπιμη μορφή του προϊόντος. Το πράγμα όμως παρουσιάζεται αλλιώτικα από την άποψη της διαδικασίας αξιοποίησης. Δεν είναι ο εργάτης που χρησιμοποιεί τα μέσα παραγωγής, αλλά τα μέσα παραγωγής που χρησιμοποιούν τον εργάτη. Δεν είναι η ζωντανή εργασία του αυτοπραγματοποιείται στην αντικειμενοποιημένη σαν στο αντικειμενικό της όργανο αλλά είναι η αντικειμενοποιημένη εργασία που διατηρείται και πολλαπλασιάζεται με την απομύζηση της ζωντανής και με τον τρόπο αυτό γίνεται αυτοαξιοποιούμενη αξία, γίνεται κεφάλαιο και λειτουργεί σαν τέτοιο. Τα μέσα παραγωγής εμφανίζονται τώρα μόνο ως απομυζητές μιας όσο γίνεται μεγαλύτερης ποσότητας ζωντανής εργασίας. Η ζωντανή εργασία εμφανίζεται τώρα μόνο ως το μέσο αξιοποίησης υπαρχουσών άξιων, και επομένως [ως το μέσο) της κεφαλαιοποίησης τους. Και, ανεξάρτητα απ' αυτά που αναπτύχθηκαν προηγούμενα, ακριβώς γι' αυτό, ξαναπαρουσιάζονται τα μέσα παραγωγής <eminemment> κατεξοχήν αντιμέτωπα με τη ζωντανή εργασία ως ύπαρξη του κεφαλαίου και μάλιστα τώρα σαν κυριαρχία της πεθαμένης, της νεκρής εργασίας επί της ζωντανής. Ακριβώς επειδή δημιουργεί αξία η ζωντανή εργασία ενσωματώνεται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας αξιοποίησης στην αντικειμενοποιημένη. Η εργασία ως καταπόνηση ως διάθεση ζωτικότητας αποτελεί την προσωπική δραστηριότητα του εργάτη. Άλλα η εργασία του εργάτη που δημιουργεί αξία, που βρίσκεται στη διαδικασία αντικειμενοποίησής της από τη στιγμή που αυτός μπει στη διαδικασία παραγωγής είναι η ίδια ένας τρόπος ύπαρξης της αξίας του κεφαλαίου, βρίσκεται ενσωματωμένη σ' αυτή. Αυτή η δύναμη που διατηρεί την αξία και που δημιουργεί νέα αξία είναι έτσι δύναμη του κεφαλαίου κι εκείνη η διαδικασία παρουσιάζεται ως διαδικασία αυτοαξιοποίησής του κι ακόμα περισσότερο ως πτώχευση του εργάτη, που δημιουργεί ταυτόχρονα και αξία που ο ίδιος έχει δημιουργήσει, ως ξένη προς αυτόν αξία. II Στη βάση της καπιταλιστικής παραγωγής η ικανότητα αυτή της αντικειμενοποιημένης εργασίας, να μετασχηματίζεται σε κεφάλαιο δηλαδή να μετασχηματίζει τα μέσα παραγωγής σε μέσα διεύθυνσης και εκμετάλλευσης της ζωντανής εργασίας, εμφανίζεται σαν σύμφυτη [ιδιότητα] σ' αυτό καθ' εαυτό (καθώς βρίσκεται άλλωστε <δυνάμει> συνδεδεμένη μαζί τους), αδιαχώριστη απ' αυτά κι έτσι σαν ιδιότητα σύμφυτη σ' αυτά, ως πράγματα ως αξίες χρήσης ως μέσα παραγωγής. Επομένως αυτά εμφανίζονται σαν κεφάλαιο αυτό καθ' εαυτό και άρα το κεφάλαιο, που εκφράζει μια συγκεκριμένη παραγωγική σχέση, μία ορισμένη κοινωνική σχέση, στην οποία έρχονται μέσα στην παραγωγή οι κάτοχοι των όρων παραγωγής με τις ζωντανές ικανότητας προς εργασία, σαν ένα πράγμα. Ακριβώς, όπως εμφανίζεται η αξία σαν ιδιότητα ενός πράγματος και ο οικονομικός προσδιορισμός του πράγματος σαν εμπόρευμα, σαν η εμπράγματη ποιότητα του, ακριβώς όπως παρουσιάζεται η κοινωνική μορφή, που αποδόθηκε στην εργασία σε χρήμα, σαν ιδιότητα ενός πράγματος. 2) Πράγματι η κυριαρχία των καπιταλιστών επί των εργατών είναι μόνο η κυριαρχία των ανεξαρτητοποιημένων, των απέναντι στον εργάτη ανεξαρτητοποιημένων ορών εργασίας (οπού ανήκουν εκτός από τους αντικειμενικούς όρους της διαδικασίας της παραγωγής τα μέσα παραγωγής και οι αντικειμενικοί όροι της διατήρησης και δράσης της εργασιακής δύναμης, δρα τα μέσα διαβίωσης) πάνω στον ίδιο τον εργάτη, παρ' όλο που η σχέση πραγματοποιείται μόλις κατά την πραγματική διαδικασία της παραγωγής, που όπως είδαμε, είναι ουσιαστικά διαδικασία παραγωγής υπεραξίας, που συμπεριλαμβάνει τη διατήρηση της παλιάς αξίας, είναι διαδικασία αυτοαξιοποίησης του προκαταβεβλημένου κεφαλαίου. Στην κυκλοφορία ο καπιταλιστής και ο εργάτης αντιπαρατίθενται μόνο ως πωλητές εμπορευμάτων, αλλά μέσα από την ειδική διαφορετική φύση των ειδών των εμπορευμάτων, που πουλάνε οι μεν στους δε, ο εργάτης μπαίνει στη διαδικασία παραγωγής αναγκαστικά ως μέρος της άξιας χρήσης, της πραγματικής ύπαρξης και της αξιακής ύπαρξης του κεφαλαίου παρ' όλο που η σχέση αυτή πραγματοποιείται μόλις μέσα στη διαδικασία παραγωγής και [παρ' όλο] που, ο ως αγοραστής εργασίας υπάρχων μόνο <δυνάμει> καπιταλιστής, μόλις τότε γίνεται πραγματικός καπιταλιστής, όταν ο εργάτης, που με την πούληση της ικανότητας του προς εργασία ίσως έχει μετασχηματισθεί σε μισθωτό εργάτη, μόλις σ' αυτή τη διαδικασία περνάει κάτω από τη διεύθυνση του καπιταλιστή. Οι λειτουργίες που ασκεί ο καπιταλιστής είναι μόνο αυτές οι λειτουργίες του κεφαλαίου που ασκούνται με συνείδηση και θέληση της αυτοαξιοποιούμενης μέσα από την απομύζηση της ζωντανής εργασίας αξίας. Ο καπιταλιστής λειτουργεί μόνο ως προσωποποιημένο κεφάλαιο, ως το κεφάλαιο εν προσώπω, όπως ο εργάτης ως η προσωποποιημένη εργασία που του ανήκει σαν πόνος, σαν προσπάθεια, και που ανήκει στον καπιταλιστή ως ουσία που δημιουργεί και πολλαπλασιάζει πλούτο, όπως πράγματι εμφανίζεται σαν τέτοια, ως στοιχείο που είναι ενσωματωμένο μέσα στη διαδικασία παραγωγής στο κεφάλαιο, ως ο ζωντανός του, ο μεταβλητός παράγων. Η κυριαρχία του καπιταλιστή επί του εργάτη είναι γι' αυτό η κυριαρχία του πράγματος επί του ανθρώπου, της νεκρής εργασίας επί της ζωντανής, του προϊόντος επί του παραγώγου. Πράγματι τα εμπορεύματα, που γίνονται μέσα κυριαρχίας (αλλά μόνο ως μέσα κυριαρχίας του ίδιου του κεφαλαίου) επί του εργάτη, είναι απλά αποτελέσματα της διαδικασίας παραγωγής, είναι τα προϊόντα της. Πρόκειται για την ίδια ακριβώς σχέση στην υλική παραγωγή, στην πραγματική κοινωνική διαδικασία της ζωής γιατί αυτό είναι η διαδικασία παραγωγής που στην περιοχή της ιδεολογίας παριστάνεται στη θρησκεία, την αντιστροφή του υποκειμένου στο αντικείμενο κι ανάποδα. Αυτή η αντιστροφή, θεωρημένη ιστορικά, φαίνεται σαν το αναγκαίο σημείο διεύλευσης για να εξαναγκασθεί σε βάρος της πλειοψηφίας η δημιουργία πλούτου σαν τέτοιου, δηλαδή των αδυσώπητων παραγωγικών δυνάμεων της κοινωνικής εργασίας, που μόνο αυτές μπορούν να αποτελέσουν την υλική βάση μιας ανθρώπινης κοινωνίας. Η διεύλευση μέσα απ' αυτή την αντιθετική μορφή είναι υποχρεωτική, ακριβώς όπως ο άνθρωπος πρέπει να διαμορφώνει απέναντι του τις πνευματικές του δυνάμεις θρησκευτικά σαν ανεξάρτητες δυνάμεις. Πρόκειται για τη διαδικασία αλλοτρίωσης της ίδιας του της εργασίας. Σ' αυτό ο εργάτης στέκεται από την αρχή ψηλότερα από τον καπιταλιστή στο βαθμό που ο τελευταίος βρίσκεται ριζομένος σ' αυτή τη διαδικασία αλλοτρίωσης και στο βαθμό που βρίσκει σ' αυτή την απόλυτη ικανοποίηση του, ενώ ο εργάτης ως θύμα της βρίσκεται αντίθετα από την αρχή σε μια σχέση εξέγερσης απέναντι της και την αισθάνεται σαν μια διαδικασία υποδούλωσης. Στο μέτρο που η διαδικασία παραγωγής είναι ταυτόχρονα και διαδικασία εργασίας και ο καπιταλιστής πρέπει να εκπληρώσει μια λειτουργία ως επόπτης και διευθυντής της, η δραστηριότητα του προσλαμβάνει || πράγματι ένα ειδικό ποικίλο περιεχόμενο. Άλλα και η ίδια διαδικασία εργασίας φαίνεται μόνο ως μέσο της διαδικασίας αξιοποίησης, ακριβώς όπως η αξία χρήσης του προϊόντος [φαίνεται] μόνο ως φορέας της ανταλλακτικής του αξίας. Η αυτοαξιοποίηση του κεφαλαίου η δημιουργία υπεραξίας είναι λοιπόν ο καθοριστικός, κυριαρχικός και επεκτεινόμενος σκοπός του καπιταλιστή, η απόλυτη ορμή και το περιεχόμενο της δράσης του· πράγματι μόνο η εκλογικευμένη ορμή και ο σκοπός του αποθησαυριστή, ένα εντελώς φτωχό και αφηρημένο περιεχόμενο, που κάνει τον καπιταλιστή να εμφανίζεται από την άλλη μεριά εξίσου πολύ υποδουλωμένος στη σχέση του κεφαλαίου, αν και από άλλη πλευρά, στον αντίθετο πόλο απ' τον εργάτη.

Η πρωταρχική σχέση, όπου ο <would be capitalist> υποψήφιος καπιταλιστής αγοράζει εργασία (κατά το κεφ. II μπορούμε να λέμε έτσι αντί Ικανότητα προς εργασία) από τον εργάτη, για να κεφαλαιοποιήσει τη χρηματική αξία και όπου ο εργάτης πουλάει την εργασία του, τη διάθεση της ικανότητας του προς εργασία για να μπορέσει να επιβιώσει, είναι η αναγκαία εισαγωγή και η συνθήκη περιλαμβάνεται καθ' αυτή στον εαυτό της η σχέση που τώρα έχει εξελιχθεί στην πραγματική διαδικασία της παραγωγής, όπου ο ιδιοκτήτης εμπορευμάτων γίνεται <capitalist> καπιταλιστής, προσωποιημένο κεφάλαιο και ο εργάτης απλή προσωποποίηση της εργασίας για το κεφάλαιο. "Όπως εκείνη η πρώτη σχέση, στα πλαίσια της οποίας αντιπαρατίθενται ο ένας στον άλλο φαινομενικά ως κάτοχοι εμπορευμάτων, είναι η προϋπόθεση, έτσι είναι αυτή, όπως θα δούμε παρακάτω, το αποτέλεσμα και το προϊόν της καπιταλιστικής διαδικασίας της παραγωγής. Άλλα κατόπιν οι δύο πράξεις πρέπει να διαχωριστούν. Η πρώτη ανήκει στην κυκλοφορία. Η δεύτερη αναπτύσσεται στη βάση της πρώτης μόλις στην πραγματική διαδικασίας της παραγωγής.

Η διαδικασία παραγωγής είναι άμεση ενότητα διαδικασίας εργασίας και διαδικασίας αξιοποίησης, όπως το άμεσο αποτέλεσμα της, το εμπόρευμα είναι άμεση ενότητα αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας. Όμως, η διαδικασία της εργασίας είναι μόνο μέσο της διαδικασίας αξιοποίησης και η διαδικασία αξιοποίησης είναι, σαν τέτοια, ουσιαστικά παραγωγή υπεραξίας, δηλαδή διαδικασία αντικειμενοποίησης απλήρωτης εργασίας. Μ' αυτά προσδιορίζεται ειδικά ο συνολικός χαρακτήρας της διαδικασίας παραγωγής.

Αν εξετάσουμε τη διαδικασία παραγωγής από δύο διαφορετικές άποψης 1) ως διαδικασία εργασίας, 2) ως διαδικασία αξιοποίησης, περιλαμβάνεται ήδη σ' αυτές το ότι αυτή είναι μόνο μία μοναδική αδιαίρετη διαδικασία εργασίας. Δεν δουλεύουν διπλά, μια φορά για να δημιουργήσουν ένα σκόπιμο προϊόν, μια αξία χρήσης, για να μετασχηματίσουν τα μέσα παραγωγής σε προϊόντα και την άλλη φορά για να δημιουργήσουν αξία και υπεραξία, για να αξιοποιήσουν την· αξία. Η εργασία προστίθεται μόνο με την ορισμένη, συγκεκριμένη, ειδική μορφή, τρόπο, τρόπο ύπαρξης, όπου είναι η καθορισμένη από το σκοπό, δραστηριότητα που μετασχηματίζει τα μέσα παραγωγής σ' ένα ορισμένο προϊόν, π.χ. αδράχτι και μπαμπάκι σε νήμα. Μόνο το γνέσιμο κλπ. είναι η εργασία που προστίθεται και μ' αυτή την πρόσθεση παράγεται συνεχώς όλο και περισσότερο νήμα. Μόνο αυτή η πραγματική εργασία προσθέτει αξία, στο μέτρο που έχει έναν κανονικό, ορισμένο βαθμό έντασης (η μετρά μόνο στο μέτρο που τον έχει αυτόν) και στο μέτρο που αυτή η πραγματική εργασία δεδομένης έντασης υλοποιείται στο προϊόν σε ποσότητες που μετριούνται με το χρόνο. "Αν η διαδικασία της εργασίας σταματούσε στο σημείο, όπου η ποσότητα της εργασίας που έχει προστεθεί με τη μορφή του γνέσιμου κλπ. = με την ποσότητα της εργασίας που περιλαμβάνεται στο μισθό εργασίας, δεν θα παράγονταν καθόλου υπεραξία. "Αρα η υπεραξία παριστάνεται σε ένα υπερπροϊόν, εδώ σαν ποσότητα νήματος μεγαλύτερη από την ποσότητα, της οποίας η αξία = με την αξία του μισθού εργασίας. Επομένως η διαδικασία της εργασίας εμφανίζεται ως διαδικασία αξιοποίησης με το να είναι η συγκεκριμένη εργασία, που έχει προστεθεί σ' αυτή, μια ποσότητα κοινωνικά αναγκαίας εργασίας (μέσω της έντασης της), που τίθεται = μιας ορισμένης ποσότητας μέσης κοινωνικής εργασίας, κι έτσι ώστε αυτή η ποσότητα να παριστάνει εκτός από αυτή που περιλαμβάνεται στο μισθό εργασίας και μία πρόσθετη ποσότητα. Πρόκειται για τον ποσοτικό υπολογισμό της ιδιαίτερης συγκεκριμένης εργασίας ως μέσης αναγκαίας κοινωνικής εργασίας, για έναν υπολογισμό στον οποίο αντιστοιχούν το πραγματικό στοιχείο, πρώτον της εργασίας κανονικής έντασης (ότι για την παραγωγή μιας ορισμένης ποσότητας προϊόντος χρησιμοποιείται μόνο ο αναγκαίος γι' αυτή κοινωνικός χρόνος εργασίας) και, η παράταση της διαδικασίας της εργασίας πέρα από τη διάρκεια που είναι αναγκαία για την αντικατάσταση της αξίας του μεταβλητού κεφαλαίου.

[II*** Η καπιταλιστική παραγωγή είναι παραγωγή της ειδικά καπιταλιστικής σχέσης παραγωγής]

Το προϊόν της καπιταλιστικής παραγωγής δεν είναι μόνο υπεραξία είναι και κεφάλαιο.

Κεφάλαιο είναι, όπως είδαμε, ΧΕΧ αύτοαξιοποιούμενη αξία, αξία που γεννά αξία.

Αρχικά το προκαταβεβλημένο άθροισμα χρημάτων η αξιών είναι, ακόμα και μετά το μετασχηματισμό του στους παράγοντες της διαδικασίας της εργασίας σε μέσα παραγωγής, σε σταθερό κεφάλαιο και σε ικανότητα προς εργασία, στην οποία έχει μετατραπεί το μεταβλητό κεφάλαιο, μόνο κεφάλαιο καθ' εαυτό, μόνο <δυνάμει> κεφάλαιο. Κι είναι ακόμα περισσότερο μόνο τέτοιο πριν μετατραπεί στους παράγοντες της πραγματικής διαδικασίας παραγωγής. Μόνο μέσα στα πλαίσια της, μέσω της πραγματικής ενσωμάτωσης της ζωντανής εργασίας στην αντικειμενοποιημένη μορφή ύπαρξης του κεφαλαίου, μόνο μέσω της πραγματικής απομύζησης πρόσθετης εργασίας μετασχηματίζεται, όχι μόνο αυτή η εργασία σε κεφάλαιο, αλλά μετασχηματίζεται το προκαταβεβλημένο άθροισμα δυνατού κεφαλαίου σε κεφάλαιο, ως προς τον προορισμό του, σε κεφάλαιο που δρα και που υπάρχει πραγματικά. Τι συνέβη κατά τη διάρκεια της συνολικής διαδικασίας; Ο εργάτης πούλησε τη διάθεση της ικανότητας του προς εργασία, για να αποκτήσει τα απαραίτητα μέσα διαβίωσης, έναντι μιας δεδομένης άξιας, που καθορίζεται από την αξία της ικανότητας του προς εργασία. Ποιο είναι το αποτέλεσμα, äv το παρατηρήσουμε; <Simplement> άπλα και <purement> καθαρά η αναπαραγωγή της ικανότητας προς εργασία. Τι έδωσε όμως γι' αυτό; Τη δραστηριότητα που δημιουργεί και πολλαπλασιάζει την αξία, την εργασία του. Βγαίνει, λοιπόν, από τη διαδικασία, fiv παραβλέψουμε τη φθορά της εργασιακής του δύναμης, όπως μπήκε σ' αυτή, ως μόνο υποκειμενική εργασιακή δύναμη, που θα πρέπει για να επιβιώσει να διατρέξει εκ νέου την ίδια διαδικασία.

Το κεφάλαιο αντίθετα δεν βγαίνει από τη διαδικασία όμως μπήκε σ' αυτή. Μόλις μέσα σ' αυτή μετασχηματίστηκε σε πραγματικό, σε αύτοαξιοποιούμενη αξία. Το συνολικό προϊόν είναι τώρα η μορφή στην Οποία υπάρχει ως πραγματοποιημένο κεφάλαιο και σαν τέτοιο βρίσκεται εκ νέου, ως ιδιοκτησία του καπιταλιστή, αντιμέτωπο προς την εργασία, ως ανεξάρτητη από αυτή την ίδια δημιουργημένη δύναμη. Αρα η διαδικασία παραγωγής ήταν όχι μόνο η διαδικασία αναπαραγωγής του, αλλά και διαδικασίας παραγωγής του ως κεφάλαιο. Πρώτα βρίσκονταν αντιμέτωπος με τους ορούς παραγωγής ως κεφάλαιο στο βαθμό που τους συναντούσε ανεξαρτητοποιημένης απ' αυτόν. Τώρα βρίσκεται αντιμέτωπος με το προϊόν της ίδιας του της εργασίας που το βρίσκει απέναντι του ως τα σε κεφάλαιο μετασχηματισμένα μέσα παραγωγής. Αυτό που [ήταν] προϋπόθεση, είναι τώρα το αποτέλεσμα της διαδικασίας παραγωγής.

Το ότι η διαδικασία παραγωγής δημιουργεί κεφάλαιο, είναι μέχρις εδώ μόνο μια άλλη έκφραση για το ότι αυτή έχει δημιουργήσει υπεραξία.

'Αλλά το πράγμα δεν σταματάει εδώ. Η υπεραξία επαναμετασχηματίζεται σε πρόσθετο κεφάλαιο, παρουσιάζεται σαν δημιουργία νέου κεφαλαίου η μεγενθυμένου κεφαλαίου. Έτσι το κεφάλαιο δημιούργησε κεφάλαιο, δεν πραγματοποιήθηκε μόνο ως κεφάλαιο. Η διαδικασία συσσώρευσης είναι και η ίδια μια εγγενής ροπή της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής. Περιλαμβάνει τη δημιουργία νέων μισθωτών εργατών, μέσα για την πραγματοποίηση και την αύξηση του υπάρχοντος κεφαλαίου, είτε εντάσσοντας στην καπιταλιστική παραγωγή τμήματα του πληθυσμού, όπως γυναίκες και παιδιά, που ακόμα δεν έχουν συμπεριληφθεί σ' αυτήν, είτε υποτάσσοντας σ' αυτή τη μέσω της φυσικής αύξησης πολλαπλασιαμένη εργατική μάζα. Μια πλησιέστερη παρατήρηση δείχνει, ότι το ίδιο το κεφάλαιο ρυθμίζει την παραγωγή αυτής της εργατικής δύναμης, την παραγωγή της ανθρώπινης μάζας που πρόκειται να την εκμεταλλευτεί, σύμφωνα με τις δικές του ανάγκες εκμετάλλευσης. Το κεφάλαιο, άρα, δεν παράγει μόνο κεφάλαιο, αλλά και μία αυξανόμενη μάζα εργατών, την ύλη μέσω της οποίας μόνο μπορεί να λειτουργήσει ως πρόσθετο κεφάλαιο. Επομένως η εργασία δεν παράγει μόνο σε αντίθεση με τον εαυτό της, τις συνθήκες εργασίας σε συνεχώς διευρυνόμενη βαθμίδα ως κεφάλαιο, αλλά το κεφάλαιο παράγει σε συνεχώς διευρυνόμενη βαθμίδα της κλίμακας τους παραγωγικούς μισθωτούς εργάτες που έχει ανάγκη. Η εργασία παράγει τους ορούς παραγωγής της ως κεφάλαιο και το κεφάλαιο την εργασία, ως μέσο πραγματοποίησης του ως κεφάλαιο, ως μισθωτή εργασία. Η καταπιταλιστική παραγωγή δεν είναι αναπαραγωγή της σχέσης, είναι μια αναπαραγωγή σε συνεχώς διευρυνόμενη βαθμίδα της κλίμακας, και στον ίδιο βαθμό, που με τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής αναπτύσσεται η κοινωνική παραγωγική δύναμη της εργασίας, αυξάνεται και ο πλούτος που ορθώνεται απέναντι απ' τον εργάτη, σαν πλούτος που κυριαρχεί επάνω του, σαν κεφάλαιο. Απέναντι του εκτείνεται ο κόσμος του πλούτου σαν ένας κόσμος ξένος προς αυτόν και κυρίαρχος επάνω του και κατά την ίδια αναλογία αναπτύσσονται αντίθετα η υποκειμενική του φτώχεια, η ένδεια και η εξάρτηση. Η δική του κένωση κι εκείνη η πλήρωση βρίσκονται μεταξύ τους σε αντιστοιχία βαδίζουν βήμα βήμα. Ταυτόχρονα πολλαπλασιάζεται και η μάζα αυτών των ζωντανών μέσων παραγωγής του κεφαλαίου, το εργαζόμενο προλεταριάτο. Η μεγένθυση του κεφαλαίου και η αύξηση του προλεταριάτου παρουσιάζονται σαν να ανήκουν μαζί, παρ' όλο που είναι διαμετρικά αντίθετα προϊόντα της ίδιας διαδικασίας.

Η σχέση δεν αναπαράγεται μόνο, δεν παράγεται σε συνεχώς πιο μαζική βαθμίδα της κλίμακας, όπως δείχθηκε στην παρουσίαση του ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δεν δημιουργεί μόνο περισσότερους εργάτες για την ίδια και δεν περιλαμβάνει συνεχώς κλάδους παραγωγής που προηγούμενα δεν ήταν υποταγμένοι σ' αυτή, αλλά αναπαράγεται κάτω από όλο και πιο ευνοϊκές συνθήκες για τη μια πλευρά, τους καπιταλιστές και κάτω από όλο και πιο δυσμενείς συνθήκες για την άλλη, τους μισθωτούς εργάτες.

Θεωρώντας τη συνέχεια της διαδικασίας της παραγωγής, ο μισθός της εργασίας είναι μόνο το μέρος του προϊόντος που παράγει ο εργάτης συνεχώς και που μετατρέπεται σ' αυτόν σε μέσα διαβίωσης, επομένως σε μέσα συντήρησης και πολλαπλασιασμού της Ικανότητας προς εργασία που είναι απαραίτητη για την αυτοαξιοποίηση, για τη διαδικασία ζωής του κεφαλαίου. Η συντήρηση και ο πολλαπλασιασμός των ικανοτήτων προς εργασία, ως αποτέλεσμα της διαδικασίας, εμφανίζονται, άρα, και οι ίδιοι ως αναπαραγωγή και διεύρυνση των όρων αναπαραγωγής και των δρων συσσώρευσης που ανήκουν σ' αυτή. (Βλέπε τον <Yankee> Γιάνκη).

Έτσι εξαφανίζεται η εικόνα που παρουσίαζε επιφανειακά η σχέση, ότι στην κυκλοφορία στην αγορά εμπορευμάτων έρχονται αντιμέτωποι ισότιμοι κάτοχοι εμπορευμάτων, που διαφέρουν, όπως όλοι οι άλλοι κάτοχοι εμπορευμάτων, μόνο κατά το υλικό περιεχόμενο των εμπορευμάτων τους, κατά την ιδιαίτερη αξία χρήσης των εμπορευμάτων που έχουν να πουλήσουν ο ένας στον άλλο. Ή η πρωταρχική, αυτή μορφή της σχέσης παραμένει μόνο ως εικόνα της καπιταλιστικής σχέσης που αποτελεί τη βάση της.

Εδώ πρέπει να αντιδιασταλούν δύο σημεία κατά τα όποια η αναπαραγωγή της ίδιας της σχέσης σε συνεχώς διευρυνόμενη βαθμίδα της κλίμακας διαφέρει, ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής, από την πρώτη μορφή, όπως εμφανίζεται ιστορικά από τη μια, κι όπως παρουσιάζεται από την άλλη συνεχώς εκ νέου στην επιφάνεια της αναπτυγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας.

1) Πρώτο σε αναφορά προς την εισάγουσα διαδικασία, που λαμβάνει χώρα εντός της κυκλοφορίας, την αγορά και πώληση ικανότητας προς εργασία.

Η καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής δεν είναι μόνο ο μετασχηματισμός της αξίας η του εμπορεύματος, που ο καπιταλιστής κατά ένα μέρος φέρνει στην αγορά και κατά ένα μέρος κρατάει ο ίδιος στα πλαίσια της διαδικασίας της εργασίας, σε κεφάλαιο· αλλά αυτά τα προϊόντα που μετασχηματίστηκαν σε κεφάλαιο δεν είναι τα δικά του, αλλά του εργάτη. Του πουλάει συνεχώς ένα μέρος του προϊόντος του απαραίτητα μέσα διαβίωσης έναντι εργασίας· για τη διατήρηση και τον πολλαπλασιασμό της ικανότητας προς εργασία, του ίδιου του αγοραστή, και του δανείζει συνεχώς ένα άλλο μέρος του προϊόντος του, τους αντικειμενικούς όρους εργασίας, ως μέσο αυτοαξιοποίησης του κεφαλαίου, ως κεφάλαιο. Ενώ ο εργάτης [αναπαράγει] τα προϊόντα του ως κεφάλαιο, ο καπιταλιστής αναπαράγει τον εργάτη ως μισθωτό εργάτη κι έτσι ως πωλητή της εργασίας του. Η σχέση ανάμεσα σε πωλητές μόνο εμπορευμάτων περιλαμβάνει, το ότι αυτοί ανταλλάσσουν τις δικές τους εργασίες, που ενσωματώνονται σε διάφορες αξίες χρήσης. Η αγορά και πώληση της ικανότητας προς εργασία ως συνεχούς αποτελέσματος της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής περιλαμβάνει το ότι ο εργάτης πρέπει να επαναγοράζει συνεχώς ένα μέρος του ίδιου του του προϊόντος δίδοντας τη ζωντανή του εργασία. Έτσι διαλύεται η εικόνα της σχέσης μόνο ανάμεσα σε κατόχους εμπορευμάτων. Αυτή η συνεχής αγορά και πώληση ικανοτήτων προς εργασία και η συνεχής αντιπαράθεση του από τον ίδιο τον εργάτη παραχθέντος εμπορεύματος ως αγοραστού της ικανότητας του προς εργασία και ως σταθερού κεφαλαίου, παρουσιάζεται μόνο ως διαμεσολαβούσα μορφή της υποταγής του στο κεφάλαιο, [της υποταγής] της ζωντανής εργασίας, ως μέσου της διατήρησης και του πολλαπλασιασμού μόνο στην αντικειμενοποιημένη εργασία που έχει ανεξαρτητοποιηθεί απέναντι της. Αυτή η διατήρηση της σχέσης του κεφαλαίου ως αγοραστή και του εργάτη ως πωλητή εργασίας είναι μια μορφή διαμεσολάβησης εγγενής σ' αυτόν τον τρόπο παραγωγής, αλλά είναι και μια μορφή που διαφέρει από άλλες πιο άμεσες μορφές υποταγής της εργασίας και της ιδιοκτησίας επάνω της από την πλευρά των κατόχων των μέσων παραγωγής μόνο κατά τη μορφή. Συγκαλύπτει ως μόνο χρηματική σχέση, την πραγματική συναλλαγή και τη διαρκή εξάρτηση που συνεχώς ανανεώνεται μέσα απ' αυτή τη διαμεσολάβηση της αγοράς και της πώλησης. Δεν αναπαράγονται μόνο διαρκώς οι όροι αυτού του εμπορίου· αλλά αυτό με το όποιο ο ένας αγοράζει και που πρέπει να πουλήσει ο άλλος είναι αποτέλεσμα || της διαδικασίας. Η διαρκής ανανέωση αυτής της σχέσης αγοράς και πώλησης διαμεσολαβεί μόνο τη μονιμότητα της ειδικής σχέσης εξάρτησης και της προσδίδει την απατηλή εικόνα μιας συναλλαγής, ενός συμβολαίου μεταξύ Ισοτίμων κατόχων εμπορευμάτων που βρίσκονται αντιμέτωποι και είναι το ίδιο ελεύθεροι. Αυτή η εισάγουσα σχέση παρουσιάζεται τώρα και ίδια ως εγγενής ροπή της κυριαρχίας της αντικειμενοποιημένης εργασίας επί της ζωντανής που έχει παραχθεί μέσα στην καπιταλιστική παραγωγή.

Σφάλλουν, άρα, κι αυτοί, που θεωρούν εξωτερικά τη μισθωτή εργασία, την πώληση εργασίας στο κεφάλαιο κι έτσι τη μορφή του μισθού, ως την καπιταλιστική παραγωγή - αύτη είναι μια ουσιαστική μορφή διαμεσολάβησης της ίδιας που παράγεται μέσω της ίδιας της καπιταλιστικής σχέσης παραγωγής συνεχώς εκ νέου που βρίσκουν σ' αυτήν την επιφανειακή σχέση, σ' αυτή την ουσιαστική τυπικότητα, την εικόνα της σχέσης του κεφαλαίου, την ίδια του την ουσία και γι' αυτό καμώνονται ότι χαρακτηρίζουν τη σχέση με το να κατατάσσουν εργάτες και καπιταλιστές στη γενική σχέση των κατόχων εμπορευμάτων κι έτσι δικαιολογώντας την, καταργούν την <differenfia specifica> ειδοποιό της διαφορά.

Για να εμφανισθεί η σχέση του κεφαλαίου, κατ' αρχή, προϋποτίθεται μια ορισμένη ιστορική βαθμίδα και μορφή κοινωνικής παραγωγής. Πρέπει να έχουν αναπτυχθεί μέσα σ' έναν προηγούμενο τρόπο παραγωγής μέσα συναλλαγής, μέσα παραγωγής και ανάγκες που πιέζουν, πέρα από τις παλιές σχέσεις παραγωγής προς το μετασχηματισμό τους στη σχέση του κεφαλαίου. Πρέπει, όμως, να είναι μόνο τόσο αναπτυγμένα όσο να μπορεί να γίνει η τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο. Στη βάση αυτής της αλλαγμένης σχέσης αναπτύσσεται όμως ένας ειδικά αλλαγμένος τρόπος παραγωγής, που από τη μια μεριά δημιουργεί νέες ειδικές παραγωγικές δυνάμεις, από την άλλη μεριά αναπτύσσεται κατ' αρχή στη βάση τους αυτή και δημιουργεί για τον εαυτό του νέους πραγματικούς δ ρους. Έτσι γίνεται μια ολόκληρη οικονομική επανάσταση, που από τη μια πρώτα δημιουργεί, τελειοποιεί, δίνει την αρμόσουσα μορφή στους πραγματικούς όρους της κυριαρχίας του κεφαλαίου επί της εργασίας κι από την άλλη δημιουργεί στις παραγωγικές σχέσεις της εργασίας που αναπτύχθηκαν απ' αυτή ενάντια στον εργάτη, όρους παραγωγής και σχέσεις συναλλαγής, τους πραγματικούς όρους ενός νέου τρόπου παραγωγής, που αίροντας την αντιθετική μορφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δημιουργεί έτσι την υλική βάση μιας νεοδιαμορφωνόμενης κοινωνικής διαδικασίας ζωής κι έτσι ενός νέου κοινωνικού σχηματισμού.

Αυτό αποτελεί μια αντίληψη ουσιαστικά διαφορετική από εκείνη των αστών οικονομολόγων που, εγκλωβισμένοι οι ίδιοι στις καπιταλιστικές απόψεις, βλέπουν, βέβαια, πως παράγεται στα πλαίσια της σχέσης κεφαλαίου, αλλά δεν βλέπουν πως παράγεται αυτή η ίδια η σχέση, και πως παράγονται ταυτόχρονα μέσα σ' αυτή οι υλικοί όροι διάλυσης της και πως καταργείται με τον τρόπο αυτό η ιστορική δικαίωση της ως αναγκαίας μορφής της οικονομικής εξέλιξης, της παραγωγής κοινωνικού πλούτου.

Είδαμε αντίθετα, όχι μόνο πως παράγει το κεφάλαιο αλλά και πως παράγεται το ίδιο και πως βγαίνει από τη διαδικασία παραγωγής ουσιαστικά αλλαγμένο σε σχέση με το πως μπήκε σ' αυτή. Από τη μια μεριά αναδιαμορφώνει τον τρόπο παραγωγής, από την άλλη μεριά αυτή η αλλαγμένη μορφή του τρόπου παραγωγής είναι και μία ιδιαίτερη βαθμίδα της ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάμεων η βάση και ο όρος η προϋπόθεση της ίδιας του της διαμόρφωσης.

1. Πρβλ. Βιβλιογραφική έκδοση γερμανικής έκδοσης του εκδοτικού οίκου «Neue Kritik» Frankfurt 1969 σελ. 1 κ.άκ.

** [στο χειρόγραφο:] ad 2 (σημ. επιμελητών γερμανικής έκδοσης).

*[στο χειρόγραφο:1 3 (σημ. επιμελητών γερμανικής έκδοσης).

*«· [στο χειρόγραφο:] ad 3 (σημ. επιμελητών γερμανικής έκδοσης). 1 Χ = χρήμα. Ε = εμπόρευμα, Χ' χρήμα > του Χ (σημ. μεταφραστή).

1 σχόλιο: