Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2013

Η Αγία Οικογένεια. Η Κριτική της Κριτικής Κριτικής

Η Αγία Οικογένεια. Η Κριτική της Κριτικής Κριτικής
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ FREE photo hosting by Fih.gr
[...] Η «Αγία Οικογένεια» είναι μια χλευαστική ονομασία των φιλοσόφων, αδελφών Μπάουερ, και των οπαδών τους. Οι κύριοι αυτοί εκήρυτταν ότι η κριτική τοποθετείται πάνω από κάθε πραγματικότητα, πάνω απʼ τα κόμματα κι απ' την πολιτική, αρνιέται κάθε πρακτική δράση και περιορίζεται να παρατηρεί, με «πνεύμα κριτικής», τον κόσμο, που μας περιβάλλει και τα περιστατικά που εκτυλίσσονται σ' αυτόν. Αυτοί οι κύριοι Μπάουερ έκριναν αφ' υψηλού το προλεταριάτο και το θεωρούσαν σαν μια μάζα στερημένη από πνεύμα κριτικής. Ο Μαρξ κι ο Ένγκελς αντέδρασαν αποφασιστικά εναντία σ' αυτή την τάση που είναι τόσο βλαβερή όσο είναι γελοία. Στην «Αγία Οικογένεια», ο Μαρξ και ο Ένγκελς αποδείχνουν ότι οι νεοχεγκελιανοί παραμορφώνουν, όπως όλοι οι ιδεαλιστές την πραγματική εικόνα του σύμπαντος, και μεταμορφώνουν τον άνθρωπο και τη φύση σε κατηγορίες καθαρά λογικές. Οι νεο-χεγκελιανοί ισχυρίζοντο ότι «τα άτομα που είναι προικισμένα με πνεύμα κριτικής αποτελούσαν τη βασική κινητήρια δύναμη της ιστορίας, αρνιούνταν τον αντικειμενικό χαρακτήρα των κοινωνικών νόμων και την αξία της δράσης των λαϊκών μαζών… Σ' αυτό το βιβλίο βρίσκουμε να εκτίθεται η άποψη που καθόρισαν σχεδόν ολοκληρωμένα ο Μαρξ κι ο Ένγκελς σχετικά με τον έπανατστατικό ρόλο του προλεταριάτου.
Καρλ Μαρξ – Φρ. Ένγκελς
Η Αγία Οικογένεια – Διαβάστε το
Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς. Η αγία οικογένεια ή κριτική της κριτικής κριτικής
Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς. Η αγία οικογένεια ή κριτική της κριτικής κριτικής


Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Το προλεταριάτο στα γόνατα



Το προλεταριάτο στα γόνατα
* Το παρόν κείμενο προέρχεται από τον τόμο 8 της «Μαρξιστικής Σκέψης», που αφιερώνεται σε αναλύσεις και νέες προσεγγίσεις στα ζητήματα της Οκτωβριανής Επανάστασης και της πορείας της ΕΣΣΔ ως τη διάλυσή της. Είναι ένα άγνωστο και εξαιρετικά επίκαιρο άρθρο της Ρόζα Λούξεμπουργκ για τη σημασία των αυθόρμητων κινημάτων και τη στάση των επαναστατών απέναντι σε αυτά, γραμμένο με αφορμή τη Ρωσική Επανάσταση του 1905. Το άρθρο εμφανίστηκε το Φεβρουάριο του 1905 στην εφημερίδα Die Neue Zeit. Πηγή: Soviet Russia, 22/1/1921, τόμ. 4, αρ. 4.
της Ρόζα Λούξεμπουργκ*


Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από μια επαναστατική περίοδο για να απελευθερώσουμε τον τρόπο σκέψης μας από τα περιοριστικά δεσμά της ρουτίνας. Η πραγματική ιστορία, όπως και η δημιουργός φύση, είναι πολύ πιο παράξενη και γόνιμη στις ιδιοτροπίες της από ό,τι ένας σχολαστικός που διαρκώς ταξινομεί και συστηματοποιεί.

Τα πρώτα νέα που έφθασαν στις άλλες χώρες για το παρακλητικό προσκύνημα του προλεταριάτου της Πετρούπολης, με γενικευμένο τρόπο προκάλεσαν ανάμεικτα και, αναμφίβολα, μελαγχολικά συναισθήματα. Στο νηφάλιο Ευρωπαίο, που κούνησε το κεφάλι του με θλίψη για τούτη την καταστροφική τύφλωση ενός λαού, του φάνηκε μια παράδοξη σκηνή πρωτόγονης απλοϊκότητας, όχι δίχως κάποια χροιά τραγικού μεγαλείου, καλυμμένη με ασυνήθιστα και ενοχλητικά πέπλα μυστικισμού. Το Παρίσι, τα οδοφράγματα, μια τελείως δυτικού τύπου κατάσταση, μας ήρθε στο νου μονάχα από το κανόνι στη Βασίλι Οστρόφ1 και από την, κυριολεκτικά, θανάσιμη θέρμη με την οποία η ασυνήθιστη λιτανεία έγινε δεκτή από τον Τσαρισμό. Πειστήκαμε δε τελείως ότι δεν επρόκειτο για κάποιο ανατολίτικο καραβάνι αλλά για μια σύγχρονη προλεταριακή επανάσταση όταν διαβάσαμε για τις ταραχές σε όλες τις άλλες πόλεις της Ρωσίας, ταραχές που έπαιρναν τη ρώσικη μορφή: γενική απεργία μαζί με μαζική διανομή σοσιαλιστικών προκηρύξεων. Παρά τον πλήρη σεβασμό μας για τις προκηρύξεις, θα πρέπει να τονίσουμε πόσο λάθος θα ήταν να συμπεράνουμε πως ήταν αυτές που έβαλαν σε κίνηση την επανάσταση. Και σε αυτήν τη ρώσικη επανάσταση της οποίας σήμερα είμαστε μάρτυρες, το καθήκον της σοσιαλδημοκρατίας είναι απλά να διατυπώσει την επαναστατική άποψη της προλεταριακής επανάστασης, να παράσχει την καθαρή έκφρασή της, να την απαλλάξει από το περίβλημα της στοιχειακής έκρηξης. Ο επαναστατικός πυρήνας είναι εξαρχής παρών σε όλες εκδηλώσεις – και στην αστραπιαία εξαπλούμενη γενική απεργία και στις παρακλήσεις του προλεταριάτου της Πετρούπολης.

Η αυταπάτη ότι τα πολιτικά προβλήματα της χώρας πρέπει να χρεωθούν σε κάποια «παρανόηση» μεταξύ του μονάρχη και του λαού του, η οποία συντηρείται από τις συστηματικές δολοπλοκίες των «συμβούλων» του Στέμματος καθώς και ολόκληρης της αυλικής κλίκας που παρεμβάλλονται ανάμεσα στο λαό και τον παραπλανημένο μονάρχη, δεν πρέπει καν να θεωρείται σαν κάποια εξωτική παραφυάδα των ιδιόμορφων συνθηκών της Ρωσίας ή του αποκρυφιστικού μισοσκόταδου της χώρας. Εμείς στη Γερμανία δεν χρειάζεται να μεταφερθούμε κάπου αλλού στον κόσμο για κάποιο ανάλογο παράδειγμα. Δεν αποτελεί ένα παλιό αλλά αείποτε νέο τέχνασμα στη μόνιμη παρακαταθήκη του γερμανικού φιλελευθερισμού το να πείθει τον ίδιο τον εαυτό του και τους άλλους ότι ο Γερμανός Κάιζερ «κακοπληροφορείται» από τους συμβούλους του και ότι παρεμποδίζεται να διασφαλίσει μιαν απευθείας συνεννόηση με το λαό; Το γεγονός πως στη Γερμανία «λαός» σημαίνει το σύνολο των ίδιων των φιλελεύθερων πρωταθλητών με τα πολλά παράπονα για τους Εβραίους δικαστές που δεν γίνονται δεκτοί σε αξιώματα και άλλα τέτοιου είδους προβλήματα, δεν αλλάζει σε τίποτα αυτή τη βασική ερμηνεία.

Υπάρχει, όμως, μια ουσιώδης διαφορά στην πολιτική αξία μιας τέτοιας αυταπάτης στα μυαλά αφενός της παρακμάζουσας φιλελεύθερης αστικής τάξης και αφετέρου μιας ανερχόμενης, σύγχρονης εργατικής τάξης. Η θεωρία του «παραπλανημένου μονάρχη» αποτελεί την κατάλληλη πολιτική έκφραση των πολιτικών φιλοδοξιών που φωλιάζουν στα στήθη του σημερινού γερμανικού φιλελευθερισμού. Το μέσο της φιλελεύθερης πολιτικής, που είναι το κλαψούρισμα στα πόδια του θρόνου για την εξασφάλιση της εύνοιας και ο σκοπός της, η γεροντοκορίστικη γκρίνια για τα ήσσονος σημασίας ψεγάδια στον αψεγάδιαστο κόσμο στον οποίο ζούμε, βρίσκονται σε πλήρη αρμονία, σε μια τέλεια ισορροπία, που εξασφαλίζει σ’ αυτήν την πολιτική έναν αιώνα αδιατάρακτης ύπαρξης – κι όχι με λίγες πιθανότητες επιτυχίας, που επιτρέπουν στον γερμανικό φιλελευθερισμό να κοιτάζει πάντοτε με ελπίδα προς τον ουρανό, αναμένοντας πάντοτε τη θεία δροσιά της αυτοκρατορικής εύνοιας, πάντοτε με υπομονή να μετακινεί την υποστήριξή της μόλις άλλα υγρά κατηφορίζουν.

Από την άλλη πλευρά, μεταξύ του μύθου του «αγαθού» μονάρχη και των ιστορικών φιλοδοξιών, των ταξικών συμφερόντων, του σύγχρονου προλεταριάτου ανοίγεται ένα μεγάλο χάσμα. Όσοι αρχικά ένιωσαν δέος από την ικετευτική στάση του λαού της Πετρούπολης όταν, με σοβαρότητα και υγρά μάτια, με τον εσταυρωμένο ανά χείρας, ξεκίνησαν να συναντήσουν τον Τσάρο, έχασαν το ουσιώδες εξαιτίας του θεάματος, λησμόνησαν το ζητηματάκι ότι η ταπεινή «παράκληση» των μαζών προς τον Τσάρο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το αίτημα προς την Αγία Μεγαλειότητά Του να καρατομήσει το Μοναδικό Αυθέντη Πασών των Ρωσιών, τον εαυτό του με τα ίδια του τα ευγενή χεράκια. Επρόκειτο για ένα αίτημα προς τον Απόλυτο Άρχοντα να εξαλείψει την Απολυταρχία, προς το λύκο να τρέφεται πλέον με τρυφερά βότανα και όχι με ζεστό αίμα. Ήταν το ριζοσπαστικότερο πολιτικό πρόγραμμα με τη μορφή ενός συγκινητικά σεβάσμιου βουκολικού ποιήματος, η πιο σύγχρονη ταξική παρορμητική κίνηση ενός τελείως σοβαρού και ώριμου προλεταριάτου που μεταμφιέσθηκε σε ονειροφαντασία από κάποιο παραμύθι της γιαγιάς. Και είναι ακριβώς αυτή η αντίφαση ανάμεσα στον επαναστατικό πυρήνα των προλεταριακών συμφερόντων και το πρωτόγονο κέλυφος της αυταπάτης περί «αγαθού μονάρχη» που δεν θα μπορούσε παρά να προκαλέσει τη σπίθα της λαϊκής επανάστασης μόλις θα ερχόταν σε επαφή με την δοκιμασία της πραγματικότητας.

Και αυτή η δοκιμασία δεν άργησε να έρθει. Με την πλήρη στοιχειακή δύναμη των λαϊκών μαζών σε θυελλώδεις εποχές, οι εργαζόμενες τάξεις έσπευσαν να δοκιμάσουν τις αντιλήψεις τους – διότι η δική τους στάση απέναντι στις πεποιθήσεις τους βασίζεται στην άγια πίστη, όπως η στάση της φιλελεύθερης αστικής τάξης στα δικά της δόγματα βασίζεται στον άνανδρο κυνισμό. Το προλεταριάτο της Πετρούπολης δρα με σοβαρότητα σε σχέση με την πίστη του στον Τσάρο και, με την εντυπωσιακή απλότητα της μεγάλης απόφασης, βαδίζει προς το ανάκτορο του Μονάρχη. Εδώ όμως γίνεται ευθύς αμέσως φανερό ότι η ιδέα της μοναρχίας –στη Ρωσία όπως και οπουδήποτε αλλού– απλά δεν μπορεί να υπάρξει δίχως τα προστατευτικά τείχη των «κακών συμβούλων», της Αυλικής κλίκας και γραφειοκρατίας, χωρίς το παραπέτασμα του ημίφωτος που πίσω του κρύβεται από τους ίδιους τους υπηκόους της. Αρκεί μονάχα οι εξεγερμένες μάζες να φτάσουν απροσδόκητα στην, φαινομενικά παιδαριώδη αλλά πραγματικά τρομερή, σκέψη να αντικρίσουν στα μάτια τον άρχοντα της χώρας τους για να συνειδητοποιήσουν το μύθο περί «κοινωνικού ηγεμόνα» ή «κοινωνικής αυτοκρατορίας» – ώστε υποχρεωτικά να αποκαλυφθεί αυτή η «επαφή» ως μια σύγκρουση μεταξύ δύο θανάσιμων εχθρών, ως η ημέρα τακτοποίησης των λογαριασμών δύο κόσμων, η διαμάχη δύο ιστορικών εποχών.

Μονάχα η ακαταμάχητη ηλιθιότητα του σημερινού φιλελεύθερου πλήθους θα μπορούσε να καθησυχάζει τον εαυτό της με την ιδέα ότι το μόνο που έφταιξε για τα όσα επαναστατικά ακολούθησαν το επεισόδιο στο Νέβα ήταν οι περιστάσεις, το ότι ο Τσάρος δεν εμφάνισε τον καλό του χαρακτήρα στον «όχλο» της Πετρούπολης και δεν τον άκουσε ευγενικά, το ότι λόγω κακών συμβουλών η προλεταριακή πομπή έγινε δεκτή με ψυχρό ατσάλι, μη επιτρέποντας έτσι τη μετατροπή της όλης σκηνής σε μια γνήσια φιλελεύθερη φάρσα συμφιλίωσης του αυθέντη της χώρας με τα αγαπημένα παιδιά του, με δακρυσμένα τα μάτια αμφοτέρων και με αμοιβαίες ζητωκραυγές, σε ένα συγκινητικό «έργο για το λαό», στο πρότυπο του Ίφλαντ2, σαν κι αυτό που ο γερμανικός φιλελευθερισμός έχει ανεβάσει σε αμέτρητες παραστάσεις, από τις αλησμόνητες μέρες της δημαρχίας του Ρόττεκ3 το 1833 στο Φράιμπουργκ μέχρι και τις τελείως πρόσφατες.

Διότι τέτοιο θέαμα δεν είναι και τελείως καινούριο στην ιστορία και ξεκίνησε σε πλήρη συμφωνία με τη φιλελεύθερη συνταγή. Στις 5 Οκτωβρίου 1789, όταν οι προλετάριοι του Παρισιού με τις γυναίκες επικεφαλής, βάδισαν προς τις Βερσαλλίες για να φέρουν πίσω τον ευτραφή Καπέτο τους και να τα ψιλοκουβεντιάσουν μόνοι μαζί του, η υπόθεση αρχικά προχώρησε με τη δέουσα κοσμιότητα και δίχως προσκόμματα. Ο Λουδοβίκος ο ΙΣΤ΄, σίγουρα με τρεμάμενα χείλη, διαβεβαίωσε πως θα επέστρεφε «ευχαρίστως και με εμπιστοσύνη» στους αγαπημένους του Παριζιάνους και αμέσως μετά έλαβε χώρα στο Πεδίον του Άρεως μια τεράστια επίδειξη ανταλλαγής αμοιβαίων όρκων αφοσίωσης και αιωνιότητας που πράγματι έμοιαζαν δίχως τέλος, λες και επρό- κειτο για κάποιον ερωτοχτυπημένο Γάλλο με μια ντροπαλή μικρούλα κάτω από το γκυ. Παρ’ όλα αυτά, ο καλοσυνάτος Λουδοβίκος έμπλεξε τόσο πολύ με το λαό του στο έργο που είχε σηκώσει αυλαία τόσο ειδυλλιακά ώστε στο τέλος έχασε το χοντροκέφαλό του.

Η ρώσικη επανάσταση ξεκίνησε διαφορετικά αλλά μπορεί, ευκολότατα, να καταλήξει σε παρόμοιο αποτέλεσμα. Και θα πρέπει να παραδεχτούμε ότι ο Νικολάκης και οι «φτωχοί σύμβουλοί» του, από τη δική τους πλευρά αξιολόγησαν την κατάσταση πολύ πιο σωστά απ’ ό,τι οι Γερμανοί φιλελεύθεροι λοβιτουρατζήδες του περιορισμένου δεσποτισμού και συνέλαβαν το επικίνδυνα επαναστατικό περιεχόμενο της ταπεινόφρονης έκφρασης του προλεταριάτου της Πετρούπολης ταχύτερα και από πολλούς δυτικοευρωπαίους Σοσιαλδημοκράτες, όταν αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν το πρώτο-πρώτο βήμα του προλεταριακού αιτήματος με το απόλυτα τελευταίο χαρτί του δεσποτισμού.

Εάν τα αγαπητά ξαδέρφια και οι συνάδελφοι του Νικόλαου επιθυμούν να αντλήσουν διδάγματα από γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος, το βασικότερο θα ήταν να απειλούν «με την αυστηρότερη ποινή, συμπεριλαμβανομένων των καταναγκαστικών έργων» όχι τους εργάτες που απεργούν και συμμετέχουν σε ευθεία και καθαρή σύγκρουση αλλά εκείνους που επιδιώκουν να διατηρήσουν και να διαδώσουν μέσα στο λαό την πεποίθηση περί του «αγαθού και παραπλανημένου μονάρχη». Με κάτι τέτοιες αιρετικές διδαχές, μπορεί αργότερα να γεννηθεί στις λαϊκές μάζες η πιο επικίνδυνη αντίληψη για μια άμεση, πρόσωπο με πρόσωπο, συνομιλία με τον αυθέντη τους και να τον «ικετέψουν» να κάνει συγκεκριμένα πράγματα που θα είναι τόσο δύσκολο να γίνουν όσο και να διαγράψει κάποιος τον ίδιο τον εαυτό του.

Και εμείς οι ίδιοι μπορεί, ανάμεσα στα πολλά άλλα διδάγματα της ρώσικης επανάστασης, από τα γεγονότα της Πετρούπολης να πάρουμε το συνήθειο να ξεχωρίζουμε το περιεχόμενο του επαναστατικού μαζικού κινήματος από το συχνά αντιφατικό εξωτερικό του κέλυφος αντί να επιτρέπουμε να συγχέονται το ένα με το άλλο. Εάν στο προλεταριάτο κάποιας χώρας έρθει η ιδέα να κινηθεί αυθόρμητα προς τα αξιότιμα νομοθετικά σώματα και τα κυβερνητικά κτήρια, έχοντας πάρει τη σοβαρή απόφαση να απαιτήσει τη μεταφορά του κρατικού πηδαλίου από τα χέρια των αρχουσών τάξεων σε εκείνα των εργαζόμενων μαζών, ειδάλλως, όπως λένε οι εργάτες της Πετρούπολης «καλύτερα να πεθάνουμε από μόνοι μας», ακόμη και αν επικεφαλής τους είναι ο ίδιος ο πάστορας Νάουμαν4, τότε μπορούμε, με τη δέουσα πνευματική ηρεμία, να ετοιμάσουμε για τα προπύργια της καπιταλιστικής μισθωτής δουλείας τα πλακάτ που κάποτε κόσμησαν την πλατεία της ήδη κατειλημμένης Βαστίλης: «Εδώ γίνεται χορός».

Σημειώσεις

1. Το εμπορικό κέντρο της Πετρούπολης στον Νέβα, περιλαμβάνει την προκυμαία και το λιμάνι.
2. August Wilhelm Iffland (1759-1814): Γερμανός θεατρικός συγγραφέας και ηθοποιός, εξειδικευμένος στην, άνευ ιδιαίτερης φαντασίας αλλά με αρκετό συναισθηματισμό, αναπαράσταση γεγονότων της καθημερινής ζωής των απλών ανθρώπων.
3. Ο Karl von Rotteck (1775-1840), καθηγητής ιστορίας και δικαίου, έχασε την πανεπιστημιακή έδρα του από την κυβέρνηση μετά την ανάμιξή του με την πολιτική και την σταθερή υπεράσπιση των πολιτικών ελευθεριών και των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων.
4. Friedrich Naumann (1860-1919). Θεολόγος. Αρχικά συντηρητικός/μοναρχικός, έπειτα φιλελεύθερος. Στα 1907-1918 ήταν βουλευτής του Ράιχσταγκ και το 1919, ήταν συνιδρυτής και πρώτος πρόεδρος του Γερμανικού Δημοκρατικού Κόμματος (DDP), βασικού πυλώνα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης.

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ: ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ

ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ: ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ
FREE photo hosting by Fih.grΔημοσιεύουμε αυτό το άρθρο του A. Gramsi ως προβληματισμό πάνω στα όρια του συνδικαλισμού σε όλες τις εκδοχές του: κομματικού , «πολιτικοποιημένου», ταξικού, «ταξικού», θεσμικού, Συντονισμού Πρωτοβάθμιων Σωματείων, Ανεξάρτητου Κέντρου Αγώνα . . . Μήπως είμαστε συνδικαλιστές; Μήπως το κίνημα των τομεακών επιτρόπων που ξεκίνησε από το Τορίνο δεν είναι παρά η νιοστή τοπική ενσάρκωση της συνδικαλιστικής θεωρίας; Μήπως αλήθεια αυτό το κίνημα δεν είναι παρά ο μικρός πρόδρομος στρόβιλος των καταστροφών του συνδικαλιστικού κυκλώνα εγχώριας παραγωγής• εκείνο το σύμφυρμα από δημαγωγία , από στομφώδη ψευτοεπαναστατική λογοκοπία, από πνεύμα απειθαρχίας και ανευθυνότητας από μανιακή αγκιτάτσια κάποιων ατόμων, περιορισμένης ευφυίας, με γλώσσα ροδάνι και λίγο μυαλό, που μέχρι τώρα δεν κατάφεραν παρά να λεηλατήσουν περιστασιακά τη θέληση των μαζών• αυτό το σύμφυρμα που θα παραμείνει στα χρονικά του ιταλικού εργατικού κινήματος με την ονομασία: ιταλικός συνδικαλισμός;
ΑΝΤΟΝΙΟ ΓΚΡΑΜΣΙ

ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ
Η συνδικαλιστική θεωρία έχει εντελώς αποτύχει στη συγκεκριμένη δοκιμασία των προλεταριακών επαναστάσεων. Τα συνδικάτα έχουν δώσει απόδειξη της οργανικής τους ανι­κανότητας να ενσαρκώσουν τη δικτατορία του προλεταριά­του. Η κανονική ανάπτυξη των συνδικάτων χαρακτηρίστηκε από μια συνεχή παρακμή του επαναστατικού πνεύματος των μαζών: όταν αυξάνει η υλική δύναμη, το καταχτητικό πνεύμα εξασθενίζει ή εξαφανίζεται ολοσχερώς, η ζωτική ορμή στραγγίζει , η ηρωική αδιαλλαξία, δίνει τη θέση της στον οπορτουνισμό, στην πρακτική «για το ψωμί και το βούτυρο». Η ποσο­τική αύξηση καθορίζει μια πτώχευση ποιοτική και ένα εύκολο βόλεμα στις καπιταλιστικές κοινωνικές δομές· καθορί­ζει την εμφάνιση μιας εργατικής νοοτροπίας μίζερης στενής αντάξιας της μικρής και μεσαίας αστικής τά­ξης. Και όμως είναι στοιχειώδες καθήκον του συνδικάτου αυτό του να στρατολογήσει ολόκληρη τη μάζα, του να εντάξει στα πλαίσια του, όλους τους εργαζόμενους της βιομηχανίας και της γεωργίας. Το μέσο δεν αρμόζει λοιπόν στο σκοπό και αφού κάθε μέσο δεν εί­ναι παρά μια στιγμή του σκοπού καθώς αυτός πραγματοποιείται, εκπληρώνεται, πρέπει να συμπεράνει κανείς ότι ο συνδικαλισμός δεν αποτελεί μέσο για να φθάσεις στην επανάσταση, ότι δεν είναι μια στιγμή της προλεταριακής επανάστασης, ούτε είναι η επανάσταση καθώς αυτή πραγματοποιείται, εκπληρώνεται: ο συνδικαλισμός δεν είναι επανα­στατικός παρά μονάχα στο μέτρο που υπάρχει η δυ­νατότητα της γραμματικής σύζευξης των δύο λέξεων.
Ο συνδικαλισμός αποκαλύφθηκε ως μια απλή μορφή της καπιταλιστικής κοινωνίας και όχι ως ένα δυνάμει ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο συν­δικαλισμός οργανώνει τους εργάτες, όχι ως παραγωγούς, αλλά ως μισθωτούς, δηλαδή ως δημιουργήματα του καπι­ταλιστικού καθεστώτος της ατομικής ιδιοκτησίας· ως πω­λητές του εμπορεύματος-εργασία. Ο συνδικαλισμός συνε­νώνει τους εργάτες κατά τα εργαλεία της δουλειάς τους ή κατά το υλικό που μεταποιούν, που σημαίνει ότι ο συνδικαλισμός συνενώνει τους εργάτες με βάση τις μορφές που επιβάλλει το καπιταλιστικό καθεστώς, το καθεστώς του οικονομικού ατομικισμού. Το να χρησιμοποιείς ένα ερ­γαλείο και όχι κάποιο άλλο, το να μεταποιείς μια δεδομένη πρώτη ύλη και όχι κάποια άλλη, αποκαλύπτει τις διαφορές δεξιοτήτων και ικανότητας, στον κόπο που καταβάλλεται και στο κέρδος προκύπτει· ο εργάτης προσηλώνεται στην ίδια του την ικανότητα και στην ίδια του την δεξιότητα και τα εννοεί όχι σαν μια στιγμή της παραγω­γής, αλλά σαν ένα απλό μέσο για να κερδίσει τη ζωή του.
Το επαγγελματικό ή βιομηχανικό συνδικάτο ενώ­νοντας τον εργάτη με τους συντρόφους του, του ίδιου επαγ­γέλματος ή της ίδιας βιομηχανίας, με εκείνους που, στη δουλειά τους, μεταχειρίζονται το ίδιο εργαλείο ή που μεταποιούν το ίδιο υλικό με αυτόν, συμβάλλει στο να δυναμώσει μια τέτοια νοοτροπία ,συμβάλλει στο να τον κάνει όλο και περισ­σότερο ανίκανο να εννοήσει τον εαυτό του ως παραγωγό και τον οδηγεί να εννοήσει τον εαυτό του σαν ένα «εμπόρευμα», διαθέσιμο σε μια εθνική και διεθνή αγο­ρά, όπου, μέσα από το παιχνίδι του ανταγωνισμού, προσδιορίζεται η τιμή και η αξία του.
Ο εργάτης δεν μπορεί μόνος του να εννοήσει τον εαυτό του ως πα­ραγωγό, παρά μονάχα αν εννοήσει τον εαυτό του ως αναπόσπα­στο μέρος ολόκληρου του συστήματος δουλειάς που συνο­ψίζεται στο αντικείμενο- βιομηχανικό προϊόν, παρά μονάχα αν συναισθάνεται , ζωντανή στο πετσί του, την ενότητα αυτής της βιομηχανικής δια­δικασίας, που απαιτεί τη συνεργασία του χειρώνακτα, του ειδικευμένου εργάτη, του διοικητικού υπάλληλου, του μη­χανικού, του τεχνικού διευθυντή. Ο εργάτης μπορεί να εννοήσει τον εαυτό του ως παραγωγό εάν, αφού καταχωρίσει το εαυτό του ψυχολογικά μέσα στην ιδιαίτερη διαδικασία παραγωγής ενός καθορισμένου εργοστασίου(όπως για παράδειγμα, στο Τορίνο, μιας αυτοκινητοβιομηχανίας) και αφού σκεφτεί τον εαυτό του σαν μια αναγκαία και απαραίτητη στιγμή της δραστηριότητας ενός κοινωνικού συνόλου που παράγει αυτοκίνητα, περάσει σε ένα νέο στάδιο και αποκτήσει συνείδηση του συνόλου της δραστηριότητας του Τορίνου, της αυτοκινητοβιομηχανίας, και εννοεί πλέον το Τορίνο ως μια μονάδα παραγωγής, χαρακτηριζόμενη από το αυτοκίνητο, και αντιληφθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της εργασιακής δραστηριότητας του Τορίνου, δεν υπάρχει παρά επειδή υπάρχει και αναπτύσσεται η βιομηχανία του αυτοκινήτου και ότι, κατά συνέπεια, οι εργάτες αυτών των πολλαπλών γενικών δραστηριοτήτων είναι και οι ίδιοι παραγωγοί της βιομηχανίας του αυτοκινήτου, γιατί είναι οι δημιουργοί των αναγκαίων και ικανών συνθηκών ύπαρξης αυτής της βιομηχανίας. Με αφετηρία αυτό το κύτταρο: το εργοστάσιο ως μονάδα, ως πράξη δημιουργίας ενός καθορισμένου προϊόντος, ο εργάτης αίρεται στην κατανόηση ευρύτερων μονάδων, έως το έθνος, που είναι στο σύνολό του ένας γιγάντιος μηχανισμός παραγωγής χαρακτηριζόμενος από τις εξαγωγές, από το άθροισμα του πλούτου που ανταλλάσσει έναντι ενός ισοδύναμου αθροίσματος πλούτου που συρρέει από όλες τις γωνιές του του κόσμου, προερχόμενο από όλους εκείνους τους άλλους γιγάντιους μηχανισμούς παραγωγής στους οποίους διαιρείται ο κόσμος. Τότε ο εργάτης είναι πράγματι παραγωγός, διότι έχει πλέον συνείδηση της λειτουργίας του μέσα στην παραγωγική διαδικασία, σε όλους της τους αναβαθμούς, από το εργοστάσιο μέχρι το έθνος και μετά τον κόσμο· τότε αισθάνεται τι είναι η τάξη και γίνεται κομμουνιστής διότι, γι αυτόν, η ιδιωτική ιδιοκτησία δεν είναι λειτουργία του παράγειν· και γίνεται επαναστάτης διότι εννοεί τον καπιταλισμό, την ιδιωτική ιδιοκτησία σαν βαρίδι, σαν εμπόδιο που πρέπει να παραμερισθεί. Τότε, αληθινά, εννοεί το «κράτος», εννοεί πως είναι ένας σύνθετος κοινωνικός θεσμός διότι τον ανάγει στη μορφή του γιγαντιαίου μηχανισμού παραγωγής που, με όλες του τις σχέσεις με όλες του τις νέες και ανώτερες λειτουργίες που απαιτεί το τρομερό του μέγεθος, αντανακλά τη ζωή του εργοστασίου και αντιπροσωπεύει το εναρμονισμένο και ιεραρχημένο σύνολο, των αναγκαίων συνθηκών ώστε να ζει και να αναπτύσσεται το εργοστάσιο του, η βιομηχανία του και η προσωπικότητά του ως παραγωγού.
Η ιταλική πρακτική του ψευτοεπαναστατικού συνδικαλισμού,απορρίφθηκε από το κίνημα των τομεακών επιτρόπων του Τορίνου, όπως και η πρακτική του ρεφορμιστικού συνδικαλισμού· απορρίφθηκε μάλιστα στο δεύτερο βαθμό, μια και ο ρεφορμιστικός συνδικαλισμός ξεπερνά τον ψευτοεπαναστατικό συνδικαλισμό. Πράγματι, εάν το συνδικάτο είναι ικανό ίσα για να δώσει στους εργάτες «το ψωμί και το βούτυρο», εάν το συνδικάτο δεν μπορεί, μέσα σε ένα αστικό καθεστώς, παρά μόνο να εξασφαλίσει μια σταθερή αγορά για τους μισθούς και να εξαφανίζει μερικούς από τους πιο απειλητικούς κινδύνους για την φυσική και ηθική ακεραιότητα του εργάτη, είναι προφανές ότι η ρεφορμιστική πρακτική έχει μεγαλύτερη επιτυχία από την ψευτοεπαναστατική στο να φέρει τέτοια αποτελέσματα. Αν απαιτούμε από ένα εργαλείο περισσότερα από όσα μπορεί να δώσει, εάν δημιουργούμε την πίστη ότι ένα εργαλείο μπορεί να δώσει περισσότερα από όσα επιτρέπει η φύση του, ξαστοχούμε ακατάπαυστα, ασκούμε καθαρά δημαγωγική δράση. Οι ψευτοεπαναστάτες συνδικαλιστές της Ιταλίας φτάνουν συχνά μέχρι του σημείου να συζητούν αν συμφέρει να γίνει το συνδικάτο (για παράδειγμα των σιδηροδρομικών) ένας κλειστός κύκλος, που δεν υπολογίζει παρά μόνο στους «επαναστάτες», παρά μόνο στην τολμηρή μειοψηφία που συμπαρασύρει τις ψυχρές και αδιάφορες μάζες· δηλαδή φτάνουν να αρνούνται την στοιχειώδη αρχή του συνδικαλισμού που είναι να οργανώσει το σύνολο των μαζώνiii. Αν φτάνουν ως εκεί, είναι επειδή συναισθάνονται συγκεχυμένα, βαθειά μέσα τους, τη μηδαμινότητα της προ­παγάνδας «τους», την ανικανότητα του συνδικάτου να δώσει μια συγκεκριμένα επαναστατική μορφή στη συνείδηση του εργάτη. Επειδή δεν έχουν ποτέ αναρωτηθεί με καθαρό­τητα και ακρίβεια για το πρόβλημα της προλεταριακής επανά­στασης· αυτοί οι ένθερμοι οπαδοί της θεωρίας των «παρα­γωγών» δεν είχαν ποτέ καμιά συνείδηση παραγωγών· είναι δημαγωγοί και όχι επαναστάτες, είναι αγκιτάτορες που αρκούνται να συγκινούν με τα ψεύτικα πετράδια των λόγων τους και όχι παιδαγωγοί που διαμορφώνουν συνειδήσεις.
Το κίνημα των επιτρόπων δεν γεννήθηκε και δεν αναπτύχθηκε, για να αντικαταστήσει τον Μπουότσι ή τον Ντ’ Αραγκόνα με τον Μπόργκιiv; Το κίνημα των επιτρόπων είναι η άρνηση κάθε μορφής ατομισμού ή πρόταξης των προσωπικοτήτωνv. Είναι η αρχή μιας μεγάλης ιστορικής διαδικασίας μέσα στην οποία η εργαζόμενη μάζα αποκτά τη συνείδηση της αδιαίρετης ενότητάς της, βασισμένης στην παραγωγή, βασισμένης στην συγκεκριμένη πράξη της εργασίας και δίνει σε αυτή τη συνείδηση μια οργανική μορφή υποκείμενη η ίδια στη δική της ιεραρχία, αποκομίζοντας από αυτήν την ιεραρχία ό,τι βαθύτερο διαθέτει, για να ενσαρκώσει την συνειδητή της θέληση, προς ένα συγκεκριμένο σκοπό, προς μια ευρεία ιστορική διαδικασία που παρά τα λάθη όπου τα άτομα θα μπορούσαν να πέσουν, παρά τις κρίσεις που οι εθνικές ή διεθνείς συνάφειες μπορούν να προκαλέσουν, θα κορυφωθεί ακαταμάχητα στην εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου, στην κομμουνιστική Διεθνή .
Η συνδικαλιστική θεωρία δεν έχει ποτέ διαμορφώσει μια τέτοια σύλληψη του παραγωγού και της δια­δικασίας ιστορικής ανάπτυξης της κοινωνίας των παραγω­γών· δεν έχει ποτέ δείξει ότι θα άρμοζε να δοθεί αυτή η κατεύθυνση και αυτή η σημασία στην οργάνωση των ερ­γαζομένων. Έβγαλε μια θεωρία για μια ιδιαίτερη μορ­φή οργάνωσης, του επαγγελματικού και του βιομηχανικού συνδικάτου, και αν έχτισε πάνω σε μια πραγματικότητα, είναι η πραγματικότητα του μοντέλου που υποδεικνύει το καπιταλιστικό καθεστώς του ελεύθερου ανταγωνισμού, της ιδιωτικής ιδιοκτησίας της εργατικής δύναμης· δεν έχτισε λοιπόν παρά μια ουτοπία, ένα μεγάλο παλάτι αφαιρέσεων.
Η έννοια του συστήματος των Συμβουλίων , βασισμένο στη δύναμη της μάζας των εργαζομένων, οργανωμέ­νης κατά τόπο εργασίας και κατά ενότητα παραγωγής, έχει την πηγή της τις συγκεκριμένες ιστορικές εμπει­ρίες του ρώσικου προλεταριάτου και είναι το αποτέλεσμα της θεωρητικής προσπάθειας των συντρόφων κομμουνιστών της Ρωσίας, που δεν είναι βέβαια συνδικαλιστές επαναστάτες, αλλά σοσιαλιστές ε­παναστάτες.
(Ανυπόγραφο,« L’ Ordine Nuovo», 8 Νοέμβρη 1919, 1, φ. 35).
Σημειώσεις
i Ο Gramsci αναφέρεται στο ρεύμα του εργατικού κινήματος που, στις αρχές του 20ου αι. και κυρίως στις χώρες του Ευρωπαϊκού νότου, ήταν γνωστό με το όνομα «Συνδικαλισμός» ή «Αναρχοσυνδικαλισμός». Ο Gramsi κρατάει τον πρώτο όρο «Συνδικαλισμός» και τον χρησιμοποιεί τόσο για να δηλώσει τους αναρχοσυνδικαλιστές όσο και με την κανονική του σημασία. Το άρθρο αυτό λοιπόν προφανώς απαντά στις κατηγορίες του αναρχοσυνδικαλισμού και του επαναστατικού συνδικαλισμού που συχνά απευθύνονταν – από τους ιθύνοντες της C.G.L.(Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας) – ενάντια στις θέσεις της Ordine Nuovo
ii Οι «τομεακοί επίτροποι» εκλέγονταν με σκοπό να εκπροσωπούν τους εργάτες του τομέα τους (εργοστάσιο ή εργοστάσια μιας φίρμας) συνδικαλισμένους και μη, στις συνδιαλλαγές τους με την εργοδοσία, να επιβλέπουν την τήρηση των ωραρίων και των συμβάσεων συνεργαζόμενοι τόσο με τα συνδικάτα όσο και με τις «εσωτερικές επιτροπές», να επιλύουν συναινετικά ζητήματα της δουλειάς ανάμεσα στους εργάτες. Ο Gramsci τους βλέπει ακόμα και σαν παιδαγωγούς της εργατικής τάξης, που πρέπει να της μάθουν να αυτοδιευθύνεται για να λειτουργήσει η παραγωγή χωρίς αφεντικά.
iii Το συνδικάτο των σιδηροδρομικών δεν είχε ενταχθεί στην C.G.L. (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας) και στους κόλπους του περιελάμβανε έναν ισχυρό πυρήνα αναρχοσυνδικαλιστών και επαναστατών-συνδικαλιστών
iv Ο Ludovico D’Aragona, γραμματέας της C.G.L. (Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας) και ο Bruno Buozzi, γραμματέας της FIOM (Ομοσπονδίας της μεταλλουργίας) ήταν οι ισχυροί άνδρες του ρεφορμισμού στο συνδικαλιστικό κίνημα. Ο αναρχικός, Armando Borghi ήταν αντίθετα η ψυχή ενός επαναστατικού συνδικάτου της Ιταλικής Συνδικαλιστικής Ένωσης (l’Unione Sindacale Italiana) που ιδρύθηκε το 1914, και του οποίου το 3ο Συνέδριο (προγραμματισμένο για τις 20-23 Δεκεμβρίου 1919 – ενάμιση μήνα μετά τη δημοσίευση αυτού του άρθρου ) επρόκειτο να τοποθετηθεί υπέρ των Εργοστασιακών Συμβουλίων.
v Η θεώρηση της ιστορίας ως έργο προσωπικοτήτων, θα συνοψιζόταν στη φράση: «οι ηγέτες γράφουν την ιστορία»
Πηγή – Μετάφραση: http://paranagnostis.blogspot.com