Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

Η φεουδαλική κοινωνία





Η φεουδαλική κοινωνία

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
FREE photo hosting by Fih.grΣτο έργο αυτό ο Marc Bloch επέτυχε την ανανέωση της ιστορικής σύλληψης του Μεσαίωνα και την αδρή όσο και συστηματική αναπαράσταση του κοινωνικού και πολιτισμικού οικοδομήματος που ονομάζεται «φεουδαλική κοινωνία». Ο καθηγητής τότε στη Σορβόννη — που η ζωή του συντομεύτηκε τραγικά με τον ηρωικό του θάνατο στην Αντίσταση το 1944 — και μεγάλος ιστορικός Μ. Β. αναδιφεί μέσα στα τρίσβαθα του παρελθόντος και στις απαρχές των κοινωνικών σχέσεων, όπου διαπλάθονται οι στάσεις απέναντι στη φύση και στον χρόνο, τα ηθικά και ψυχολογικά δεδομένα των ανθρώπων που είναι η ίδια η ουσία της ιστορίας. (Διαβάστε σε απλό κείμενο μια ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΦΕΟΥΔΑΛΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ MARC BLOCH)
Marc Bloch
ΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ Η φεουδαλική κοινωνία




ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΗΣ ΦΕΟΥΔΑΛΙΚΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΟΥ MARC BLOCH

Παρακάτω μπορείς να διαβάσεις την περίληψη του βιβλίου Η φεουδαλική κοινωνία του Marc Bloch (εκδ. Κάλβος). Τα περιεχόμενα, όπως παρακάτω αναφέρονται, αντιστοιχούν στις θεματικές ενότητες του βιβλίου και όχι στις υποδιαιρέσεις, κεφάλαια κοκ καθαυτά του βιβλίου.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

α) Γενική περιγραφή της εποχής.

β) Ο φεουδαλισμός.

γ) Χωρικοί-Δουλοπάροικοι.

δ) Η αριστοκρατία.

ε) Η Εκκλησία.

στ) Αστοί.

ζ) Δικαιοσύνη.

η) Βασιλεία.

            ΓΕΝΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

1)      Η συνεχής λεηλασία και οι επιδρομές των «βαρβάρων» στη Δυτική Ευρώπη. Μουσουλμάνοι, Ούγγροι, Νορμανδοί. Οι εγκατεστημένοι Φράγκοι και Κέλτες ή εκλατινισμένοι να τρέχουν να σωθούν, και όλο αυτό να κρατάει για αιώνες. Στα κείμενα της εποχής να διαφαίνεται ο φόβος κι ο τρόμος. Οι εισβολές ατελείωτες, και από το νότο να εισβάλουν βαθιά οι Άραβες για πλιάτσικο. Τελικά με τον ένα ή τον άλλον τρόπο οι εισβολές έπαψαν. Οι Άραβες αναχαιτίστηκαν, οι Νορμανδοί εγκαταστάθηκαν μόνιμα σε Αγγλία, Γαλλία και αλλού, οι Ούγγροι αναχαιτίστηκαν επίσης.

2)      Ως αίτιο για τις νορμανδικές εισβολές, που ήταν οι σοβαρότερες, προβάλλονται άλλοτε η αδυναμία της Δύσης η ανάπτυξη της ναυπηγικής στους Σκανδιναβούς, η αύξηση της πυκνότητας του πληθυσμού μετά τον 8ο αιώνα, το αδιέξοδο των δευτερότοκων και όσων ήταν απόκληροι στην πατρίδα τους. Από την άλλη, η Δύση είχε αδυναμία στο να προβάλει συλλογική αντίσταση, δηλαδή μόνο τοπικοί άρχοντες προέβαλαν αντίσταση. Οι εισβολείς ήταν ετοιμοπόλεμοι νομάδες ενώ οι Δυτικοί ήταν άπειροι στον πόλεμο. Ο οπλισμός των δυο αντιπάλων δεν διέφερε πολύ.

3)      Οι εισβολές είχαν ως συνέπεια τη διάλυση της κοινωνίας και την πνευματική παρακμή της, ιδιαίτερα της Αγγλίας. Έγιναν μετακινήσεις ντόπιων πληθυσμών σε ασφαλέστερα μέρη, η εκχέρσωση σταμάτησε.

4)      Ο εκχριστιανισμός του Βορρά, δηλαδή της Σκανδιναβίας. Τα αίτια ήταν διάφορα, από την απόφαση των βασιλιάδων για εκχριστιανισμό του λαού τους και την παρακμή των σκανδιναβικών θρησκειών έως τις ιεραποστολές, τις εμπορικές σχέσεις και την επίδραση των παλιών κατοίκων στους νεοφερμένους Νορμανδούς εποίκους.

5)      Η φεουδαλική εποχή διαιρείται σε δυο περιόδους. Στην πρώτη περίοδο ο πληθυσμός είναι εξαιρετικά αραιός, οι πόλεις δεν ξεπερνούσαν μερικούς χιλιάδες ανθρώπους και οι περισσότερες περιοχές ήταν άδειοι χώροι, βαλτότοποι, δάση, χωράφια, βοσκότοποι. Τα μέσα καλλιέργειας ήταν φτωχά και έπρεπε να γίνεται αγρανάπαυση κάθε χρόνο στο ένα τρίτο ή στο μισό της γης, δεν υπήρχε η απαραίτητη λίπανση. Οι συγκοινωνίες και οι επικοινωνίες είχαν ελαττωθεί μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας του Καρλομάγνου. Οι ρωμαϊκοί δρόμοι είχαν φθαρεί, τα γεφύρια είχαν καταρρεύσει. Μόνος τρόπος για να κυβερνηθούν τα φέουδα ή τα βασίλεια ήταν η αδιάκοπη μετακίνηση των βασιλιάδων και των φεουδαρχών, ώστε να καταναλώνουν επί τόπου την περιουσία τους. Το ίδιο γινόταν και με καλόγερους, φυγάδες, τυχοδιώκτες, στρατιώτες, χωρικούς, οι οποίοι πήγαιναν από εδώ κι από εκεί σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Δεν υφίστατο ναυσιπλοΐα μεγάλων αποστάσεων Δεν υπήρχαν μεγάλες οδικές αρτηρίες. Γι’ αυτό και μόνο η επιτόπια εξουσία ήταν αποτελεσματική. Οι άνθρωποι σπάνια είχαν ακριβή χρονολογική γνώση των γεγονότων. Υπήρχε νομισματική πενία και νομισματική αναρχία καθώς κυκλοφορούσαν διαφορετικά νομίσματα ή νομίσματα ίδιου ονόματος αλλά διαφορετικής σύστασης.

6)      Η οικονομία ήταν τοπική, υπήρχαν αγορές αλλά το εμπόριο λόγω της έλλειψης νομισμάτων και οδικών αρτηριών δεν καταλάμβανε τόσο μεγάλη θέση στην κοινωνία της εποχής. «Η κοινωνία του καιρού εκείνου δεν αγνοούσε ούτε την αγορά ούτε την πώληση. Δεν ζούσε όμως, όπως η δική μας, από αυτές». Τα προϊόντα περνούσαν από χέρι σε χέρι με τη μορφή προσόδων, η αγγαρεία ήταν αποτελεσματικότερη από την ενοικίαση της εργασίας. Η παροχή υπερείχε της ανταλλαγής. Και χωρίς νόμισμα, ο μισθός δεν είχε μεγάλη σημασία, σημασία είχαν οι παροχές του υποτελή προς τον κύριό του και αντίστροφα.

7)      Στη δεύτερη φεουδαλική περίοδο, μετά το 1050, τα πράγματα αλλάζουν. Περιοχές στην Ιβηρία, στην ανατολική Γερμανία και στο εσωτερικό αποικίζονται, διευρύνεται το καλλιεργήσιμο έδαφος, ο πληθυσμός αυξάνεται. Η επικοινωνία είναι ευκολότερη, οι βασιλιάδες ενδιαφερόμενοι για το εμπόριο και τους φόρους που αντλούν, δίνουν σημασία στις συγκοινωνίες. Χτίστηκαν τον 12ο αιώνα σε όλους τους ποταμούς της Ευρώπης γεφύρια, ενώ η απόδοση της γεωργίας αυξήθηκε χάρη σε νέες τεχνολογικές μεθόδους, παρέχοντας επαρκή τροφή. Η νομισματική κυκλοφορία αυξήθηκε, από τον 11ο αιώνα η βιοτεχνική και εμπορική τάξη έγινε πολυπληθέστερη. Από εισαγωγέας η Δύση γίνεται εξαγωγέας. Η λήξη των εισβολών είχε ως αποτέλεσμα να αφοσιωθούν οι δυνάμεις της μοναρχίας σε άλλους σκοπούς. Επίσης κατέστη έτσι δυνατή η ιλιγγιώδης δημογραφική άνοδος από τα μέσα του 11ου αιώνα, την οποία καταδεικνύει η πρόοδος των εκχερσώσεων. Η αύξηση του πληθυσμού διευκόλυνε την τήρηση της τάξης, αφού οι ερημιές όπου μπορούσαν να καταφύγουν οι κακοποιοί γέμισαν ανθρώπους. Επιπλέον αναγεννήθηκαν έτσι οι πόλεις και το εμπόριο. Επανεμφανίστηκε ο φόρος λόγω της αυξημένης νομισματικής κυκλοφορίας. Η μισθωτή εργασία εμφανίστηκε, και αντί της φεουδαλικής σύμβασης στρατιωτικής βοήθειας εμφανίστηκαν οι μισθοφορικοί στρατοί. Το Κράτος αρχίζει να αποκτά περιουσία ασύγκριτα μεγαλύτερη από αυτήν οποιουδήποτε υπηκόου του και οποιασδήποτε κοινότητας. Η αύξηση των εγγραμμάτων στις τάξεις των ευγενών επέτρεπε στο Κράτος να διατηρεί και να συγκροτεί τα αρχεία ώστε να υφίσταται συνεχής εξουσία. Οι ευγενείς οι οποίοι ήταν μορφωμένοι, είχαν μέτρια περιουσία, και ασκούσαν διοικητική εξουσία, χρησιμοποιούνταν αντί των κληρικών για την διοίκηση του βασιλείου.

8)      Οι άνθρωποι ζούσαν σε μια κατάσταση διαρκούς ανασφάλειας η οποία αφορούσε ακόμη και την ατομική τους μοίρα, το σώμα και τα αγαθά τους. Οι εισβολές μαζί με την διάλυση της κρατικής εξουσίας είχαν κάνει τη βία καθημερινό φαινόμενο. Για να γίνει κανείς πλούσιος έπρεπε απλώς να πλιατσικολογεί και να καταπιέζει. Η αρχή του εθιμικού δικαίου δικαίωνε μακροπρόθεσμα την αυθαιρεσία. Η αρχή της οικογενειακής βεντέτας επίσης βοηθούσε στην έξαρση της βίας. Οι άνθρωποι είχαν την τάση να ξετυλίγουν την φυσική τους δύναμη δίχως αναστολές. 

9)      Ο κόσμος τους: όξυνση της τραχύτητας λόγω των αντίξοων συνθηκών, η υψηλή παιδική θνησιμότητα συνέβαλε στη σκληρότητα μια και το πένθος κατάντησε σταθερή κατάσταση. Η διάρκεια ζωής ήταν σχετικά σύντομη. Οι βασιλιάδες δεν έφταναν τα 60. Οι λιμοί ήταν συχνοί. Μαζί με την ανθρώπινη βία αποκόμιζε κανείς την εντύπωση της διαρκούς παροδικότητας και γι’ αυτό παρατηρείται η συναισθηματική αστάθεια της εποχής εκείνης. Δάκρυα, στηθοκοπήματα, απελπισμοί, εκρήξεις οργής, χτυπήματα του κεφαλιού, έντονη προσήλωση σε υπερφυσικά φαινόμενα.

10)  Ως άμυνα στα παραπάνω γεννήθηκαν οι συνενώσεις της ειρήνης (associations de paix) στις συνάξεις των επισκόπων, στα 989 κ.ε.. «Κανένας χριστιανός να μη σκοτώνει άλλο χριστιανό». Απαίτηση για εξάλειψη της βιαιοπραγίας. «Ειρήνη του Θεού»: ορισμένες πράξεις απαγορεύονταν. Η βίαιη είσοδος στις εκκλησίες, η λεηλασία τους, η αρπαγή ζώων των χωρικών και ο ξυλοδαρμός των άοπλων ιερέων, ξερίζωμα κλημάτων, επίθεση εναντίον ανθρώπου που πήγαινε στην εκκλησία ή επέστρεφε από αυτήν, εκδίκηση σε ορισμένες ημέρες του έτους, Κυριακές και μεγάλες γιορτές. Η υπόθεση κατάντησε κάπως τελετουργική, καθώς οι μέρες της ειρήνης έγιναν περισσότερες από τις επιτρεπόμενες ημέρες για πόλεμο, κάθε παρόμοια σύναξη της ειρήνης κατέληγε σε μεγαλοπρεπείς όρκους συμφιλίωσης και καλής συμπεριφοράς. Ωστόσο, ενώ αρχικά η αρμοδιότητα για την τήρηση των όρκων είχε ανατεθεί στους χωροδεσπότες, μετά οι ίδιες οι ένορκες συνενώσεις έγιναν εκτελεστικά όργανα, συγκρότησαν πολιτοφυλακές οι οποίες αρχικά σέβονταν τις καθεστωτικές αρχές, έπειτα (στα 1038 ή στα 1182, για παράδειγμα ή με το γαλλικό κοινοτικό κίνημα του 1070) επαναστάτησαν εναντίον τους ώσπου να συντριβούν από αυτές. Η ιδέα της αδελφότητας της οποίας τα μέλη δεν άφηναν σε άλλους, τους ιππότες, την υπεράσπισή τους ήταν αντίθετη στην φεουδαλική ιεραρχία και ο Καρλομάγνος είχε από τον 8ο αιώνα απαγορεύσει τις αδελφότητες. Αργότερα βλέπουμε ότι αυτοί που διακηρύσσουν την ειρήνη του Θεού ήταν οι βασιλείς, έτσι ώστε η μοναρχία να μπορεί να αναλάβει αυτή κι όχι οι βαρόνοι ή η Εκκλησία την καταπολέμηση της αναρχίας. Έτσι, το φιλειρηνικό κίνημα του 10ου αι. παραδόξως οδηγούσε στην αύξηση της βασιλικής ισχύος. Η Αγγλία και στην περίπτωση αυτήν αποτελούσε εξαίρεση, γιατί οι αδελφότητες της ειρήνης δεν καταπολεμούντο από τον βασιλιά, ο οποίος τις έβλεπε ως στηρίγματά του για την διατήρηση της δημόσιας τάξης.

11)  Οι κλεψύδρες σπάνιζαν, η αίσθηση του χρόνου ήταν διαφορετική. Κάποια φορά χρειάστηκε να γίνει δικαστήριο για να αποφασιστεί τι ώρα ήταν. Πέρα από την απουσία τεχνικών μέσων υπήρχε και η αδιαφορία για το χρόνο και συνάμα προς την ακρίβεια και τη στατιστική.

12)  Η γλώσσα: Τα λατινικά. Αλλά στην Αγγλία η αρχαιοαγγλική είχε γίνει γλώσσα της νομικής και της φιλολογίας ώσπου οι κατακτητές Νορμανδοί κατάργησαν την συνήθεια αυτή. Η γνώση του διαβάσματος σήμαινε γνώση του διαβάσματος λατινικών κειμένων. Βέβαια, τα λατινικά διέφεραν από τα λατινικά της αρχαιότητας.

13)  Η μόρφωση θεωρείτο καλό για όσους επρόκειτο να διοικήσουν ανθρώπους είτε ως κληρικοί και ιεράρχες, είτε ως βασιλιάδες. Πολλοί ηγεμόνες έδιναν σημασία στην μόρφωση των διαδόχων τους. Όσοι βέβαια έπεφταν από μικροί στις περιπέτειες των πολέμων δεν ευκαιρούσαν. Οι περισσότεροι πάντως ήταν αμόρφωτοι, εκτός από τους κληρικούς. Λόγω της αμορφωσιάς των λαϊκών τα κρατικά αξιώματα δινόταν σε ιερωμένους. Τον 10ο αιώνα είτε δεν έγραφαν καθόλου είτε έγραφαν σπάνια στα λατινικά. Η εκπαίδευση ανήκε στην Εκκλησία.

14)  Στη δεύτερη φεουδαλική περίοδο το πνευματικό κλίμα αλλάζει. Υπάρχουν το φιλοσοφικό έργο του Ανσέλμου, τα νομικά έργα των Ιταλών νομικών, οι μαθηματικές σπουδές στη Σαρτρ. Υπάρχει αφθονία μεταφράσεων της ελληνικής σκέψης, μέσω της ποίησης εμφανίζεται ένας ηθικός παγανισμός, παρ’ όλο που ο ουμανισμός του 12ου αι. ήταν χριστιανικός γενικά. Γίνεται προσπάθεια αναμόρφωσης της καθολικής εκκλησίας από τον Γρηγόριο Ζ’, ηθικοποιείται  η αντίληψη για τον σωστό ιερέα. Από την ανάμιξη ιερού και βέβηλου περνάμε στην εκκλησιαστική αντίληψη της ιδιαιτερότητας άρα και του διαχωρισμού της πνευματικότητας από το βέβηλο. Αν και εχθρικοί προς τη διανόηση ήταν αναγκασμένοι μέσω του στοχασμού να πολεμήσουν τους εγκόσμιους βασιλιάδες. Στη Γερμανία ανιχνεύουμε κείμενα κληρικών που έγραφαν περί των σκοπών του κράτους και των δικαιωμάτων του αυτοκράτορα ως προς την Εκκλησία. Η μόρφωση πλέον διαδίδεται και στην ιπποτική τάξη.

15)  Η θρησκευτική αντίληψη ήταν κυρίαρχη. Η επίσημη θρησκεία δεν είχε διεισδύσει στις μάζες επαρκώς. Ο ενοριακός κλήρος ήταν διανοητικά και ηθικά κακής ποιότητας, η μόρφωση που του δινόταν ήταν ελλιπέστατη, συνυπήρχαν παγανιστικά στοιχεία με χριστιανικά, η θεολογία με την αυστηρή έννοια ήταν απομακρυσμένη από τη συλλογική θρησκεία. Ο αισθητός κόσμος ήταν απλώς ένα προσωπείο πίσω από το οποίο διαδραματίζονταν τα σημαντικά γεγονότα. Τα γεγονότα αποδιδόταν σε δαίμονες. Υπήρχε μια αίσθηση ότι ζούνε στην συντέλεια του κόσμου. Πάντως δεν ήταν διαδεδομένη η άποψη ότι το έτος 1000 θα γινόταν η συντέλεια του κόσμου. Άλλωστε υπήρχαν και θεολόγοι που καταδίκαζαν την προσπάθεια να βρεθεί το έτος της Δευτέρας Παρουσίας. Αλλά δεν υπήρχε ανάγκη για ακριβείς χρονολογίες, άλλωστε η αντίληψη του χρόνου ήταν μέτρια, αρκούσε αντί του έτους 1000 η καταστροφή του Αγίου Τάφου ή μια βίαιη θύελλα. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είχαν διαρκώς κατά νου τη σωτηρία της ψυχής τους, αλλά όταν τη σκέφτονταν, τη σκέφτονταν έντονα. Τέτοιες σκέψεις, μαζί με την εικόνα ενός παρακμάζοντος υλικού κόσμου, οδηγούσαν πολλούς αρχοντικής καταγωγής στα μοναστήρια. Ο φόβος της κόλασης ήταν δεδομένος, οι άνθρωποι περίμεναν από τις προσευχές των ασκητών την ελπίδα.

16)  Η αντίληψη για την ιστορία: Οι αρχαίοι Λατίνοι ιστορικοί ήταν γνωστοί μέσω αποσπασμάτων, ο ορίζοντας των χρονικογράφων ήταν στενός εξαιτίας της έλλειψης πηγών και όχι επειδή το επεδίωκαν οι ίδιοι. Υπήρχε δυσκολία πληροφόρησης ακόμη και για πρόσφατα ακόμη γεγονότα. Ή πάλι, φαντάζονταν του σύγχρονούς τους ηγεμόνες όπως τους αρχαίους Ρωμαίους. Το πλήθος των πλαστών εγγράφων και γεγονότων δεν οφείλεται τόσο ότι υπήρξε συνειδητή μηχανορραφία όσο στο ότι ήταν ένα ψυχολογικό σύμπτωμα της εποχής: από σεβασμό στο παρελθόν κατέληγαν να το ανακατασκευάζουν έτσι όπως θα έπρεπε να είναι.

17)  Αντί των νόμων η κυριαρχία του εθίμου. Λόγω αμορφωσιάς, έλλειψης πληροφόρησης, απαρχαίωσης των ρωμαϊκών νόμων και ασυμβατότητάς τους με τις γερμανικές αντιλήψεις, η προφορική παράδοση και το έθιμο ήταν κυρίαρχα. Νομοθεσία δεν υφίστατο πια, με εξαίρεση την Ιταλία και την Αγγλία όπου επίσημη γλώσσα ήταν η κοινή της εποχής. Το τελευταίο νομοθετικό διάταγμα στη Γαλλία είναι του 884. Στη Γερμανία τα διατάγματα ασχολούνταν με ατομικές περιπτώσεις μόνο. Μόνο το εκκλησιαστικό δίκαιο ήταν διδάξιμο. Οι δικαστές δεν ήξεραν να διαβάζουν, δεν προβλεπόταν δικηγόρος. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων ήταν προφορικές. Αν ήθελαν μετά από χρόνια να ανατρέξουν σε αυτές, ρωτούσαν όσους δικαστές ζούσαν ακόμη. Το άτομο, οπουδήποτε κι αν κατοικούσε, παρέμενε υποκείμενο στους κανόνες που διείπαν τους προγόνους του. Κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα υπόκειται σε άλλο δίκαιο. Με αποτέλεσμα να υπάρχει τεράστια ποσότητα «νόμων».

18)  Αρχή του εθιμικού δικαίου: ο,τιδήποτε υπήρξε έχει το δικαίωμα, αυτό και μόνο, να υπάρχει. Αντιρρήσεις σε αυτό, αποτυχημένες, έφερναν κληρικοί και ιεράρχες ενίοτε. Κάθε πράξη έτεινε να παγιωθεί, ακόμη κι αν αρχικά οφειλόταν σε εξαίρεση ή στη βία. Υπήρχαν οι «χάρτες της μη-ζημίας», όπου δεσμευόταν ο ανώτερος ότι απαιτώντας κάτι από μια κοινότητα ή ένα άτομο, δεν θα μετέτρεπε αυτή την απαίτηση σε έθιμο άρα και σε νόμο. Δίκες για γη δεν γίνονταν, γιατί η γη μέσω των φεουδαλικών δεσμών ανήκε ταυτόχρονα σε πολλούς. Αν γίνονταν, τότε απλώς όποιος κέρδιζε είχε αποδείξει ότι την καλλιεργούσε πριν από αυτόν ο πατέρας του ή ο παππούς του.

19)  Αλλαγή σε όλα αυτά γίνεται από τα τέλη του 11ου αιώνα. Τότε αρχίζει να διδάσκεται το ρωμαϊκό δίκαιο, να συντάσσονται χάρτες δικαιωμάτων πόλεων. Οι έμποροι ζητούσαν απλούστερες και λογικότερες διαδικασίες.

20)   Η συγγένεια. Οι δεσμοί αίματος ήταν πολύ σημαντικοί. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη βεντέτα. Η πράξη ενός ατόμου δέσμευε την οικογένειά του με την ευρύτερη έννοια. Αργότερα αυτή η πράξη εκδίκησης περιορίστηκε στους αριστοκράτες, όταν έγιναν αρκετά δυνατοί ώστε να επιβάλουν τέτοιο περιορισμό. Η ισχυροποίηση της βασιλικής εξουσίας οδηγούσε και στην εξαφάνιση κάθε νόμιμου δικαιώματος εκδίκησης.

21)  Η συγγένεια επεκτεινόταν και σε ζητήματα ιδιοκτησίας και οικονομικής αλληλεγγύης. Αυτό το επεδίωκαν και οι άρχοντες, που ήθελε τα μέλη της κοινότητας αλληλέγγυα στις οφειλές τους. Για να γίνει πώληση ιδιοκτησίας έπρεπε να συναινέσουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Αυτό μετά τον 13ο αιώνα υποχωρεί χάριν πιο σύγχρονων αντιλήψεων, περιορίζοντας το εύρος των προσώπων που θα μπορούσαν να φέρουν αντίρρηση. Το έθιμο αυτό στη Γαλλία καταργήθηκε με την Επανάσταση του 1789. Οι «γενιές» επίσης μέσω πολέμων ή μέσω των εκχερσώσεων και της αστυφιλίας διαλύθηκαν σε σημαντικό ποσοστό.

22)  Η αντίληψη της συγγένειας δεν οδηγούσε σε άμβλυνση της σκληρότητας προς τα πρόσωπα που ήταν συγγενικά. Τα παιδιά θεωρούνταν αντικαταστάσιμα, αν απειλείτο η ζωή τους ως ομήρων, οι χήρες θεωρείτο ότι θα έβρισκαν άλλον άντρα σύντομα. «Κάποιος ευγενικός ιππότης θα σε πάρει ξανά…σε μένα πέφτει ο μεγάλος πόνος» λέει στη χήρα του αδερφού του ένας ιππότης.

23)  Μέσα στην φεουδαλική εποχή μετατρέπονται ορισμένα κράτη σε έθνη. Το εθνικό συναίσθημα δεν γεννήθηκε στους κόλπους των καλλιεργημένων, οι οποίοι ενστερνίζονταν την αυτοκρατορική ιδέα και μιλούσαν μια κοινή γλώσσα, τα λατινικά. Πρέπει κανείς να εξετάσει στους κύκλους που ήταν πιο απαίδευτοι και ζούσαν με τα ιδεώδη του παρόντος. Όχι τον λαό για τον οποίο δεν γνωρίζουμε κάτι, όσο τους ιππότες και στο τμήμα των μετρίας μόρφωσης κληρικών. Η άποψη που αρνείται οποιασδήποτε συνείδησης ομάδας, έθνους ή φυλής, ως αντίδραση στη ρομαντική ιστοριογραφία είναι εσφαλμένη. Ήδη στην εποχή των γερμανικών εισβολών ο ανταγωνισμός έναντι του ξένου δεν απαιτούσε μεγάλη πνευματική εκλέπτυνση. Αντίστοιχα στην κατάκτηση της Αγγλίας διαφαίνονται ανάλογες σκέψεις τόσο από την πλευρά των Νορμανδών κατακτητών όσο και από την πλευρά των κατεκτημένων. Οι εθνικές συνειδήσεις, γαλλική και γερμανική, έχουν διαμορφωθεί καθαρά περί το έτος 1000. Τα κείμενα δεν επιτρέπουν καμμία αμφιβολία.

24)  Από τα μέσα του 13ου αιώνα οι ευρωπαϊκές κοινωνίες απομακρύνονται από τον φεουδαλικό τύπο. Η χωροδεσποτεία επέζησε περισσότερο. Στην Αγγλία του 17ου αι. καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ ιπποτικών φέουδων και γαιοκατοχών, ενώ στη Γαλλία και στην Πρωσσία οι βασαλικές υποχρεώσεις διήρκεσαν τόσο όσο και το χωροδεσποτικό καθεστώς. Έπαψαν να υφίστανται οικόσιτοι βασάλοι, αντί πολεμικής βοήθειας δινόταν χρήμα στον κύριο, το Ομάζ αντικαταστάθηκε από «υπόσχεση φιλίας».

Ο ΦΕΟΥΔΑΛΙΣΜΟΣ

1)   Οι Διαφωτιστές που ασχολήθηκαν με τον φεουδαλισμό και οι υπέρμαχοι της Επανάστασης του 1789 με αυτόν εννοούσαν είτε κάθε είδους κατακερματισμό της εξουσίας, ως αντίθετο στην έννοια του συγκεντρωτικού κράτους είτε συνέχεαν το φεουδαλισμό με την χωροδεσποτεία. Άλλοι έβλεπαν τη βάση του φεουδαλισμού στη γη ή στην ομάδα. Η φεουδαλική κοινωνία δεν στηριζόταν στη γενιά και στο αίμα. Ήταν αποτέλεσμα της αποδυνάμωσης του κράτους, των γερμανικών εισβολών, συγκροτείται οριστικά στο κλίμα που δημιούργησαν οι τελευταίες βαρβαρικές εισβολές. Προϋποθέτει επίσης την μείωση της νομισματικής κυκλοφορίας σε βαθμό τέτοιο ώστε να καθίσταται αδύνατη η μισθωτή υπαλληλία. Ανισότητα παρά ιεραρχία, την χαρακτήριζε. Επίσης ήταν κοινωνία αρχηγών παρά ευγενών, δουλοπαροίκων παρά δούλων. Υπήρχε η στενή οικονομική υπαγωγή των ταπεινής καταγωγής ανθρώπων στους ισχυρούς. Υπήρχε τεμαχισμός των εξουσιών και αταξία. Αρχηγοί ήταν οι επαγγελματίες πολεμιστές, ενώ όπου διατηρήθηκε ένοπλη αγροτιά δεν υπήρξε φεουδαλισμός. Επίσης όπου ο αγροτικός πληθυσμός δεν έπεσε ολοκληρωτικά στα δεσμά της προσωπικής και κληρονομικής εξάρτησης, δεν υπήρξε φεουδαρχία. Το Βυζάντιο δεν ήταν φεουδαλικό, γιατί εκεί υπήρχαν ελεύθεροι καλλιεργητές τους οποίους επεδίωκε να προστατεύει μια κεντρική διοίκηση. Ο χαρακτηριστικότερος ανθρώπινος δεσμός είναι η προσήλωση ενός υποδεέστερου σε έναν πολύ κοντινό του αρχηγό. Σε αντίθεση με τις κάστες πολεμιστών σε άλλες κοινωνίες, όπως την σλαβική, όπου οι πολεμιστές δέχονταν τα κτήματά τους ως δώρο, ο Φράγκος βασάλος αποκτούσε μόνο φέουδα, ισόβια για όσον καιρό τηρούσε τον όρκο αφοσίωσης. Επίσης ο φραγκικός φεουδαλισμός έρχεται σε αντίθεση με τον ιαπωνικό φεουδαλισμό, αφού στον δεύτερον η υποταγή είναι ισχυρότερη, το συμβόλαιο είναι μικρότερης σημασίας και απαγορεύεται η πολλαπλότητα των κυρίων, ενώ οι βασάλοι-ιππότες είναι πολύ περισσότεροι έτσι ώστε δεν μπορούσαν να συσταθούν χωροδεσποτείες με ισχυρές εξουσίες επί των ανθρώπων.

2)      Δυο άνθρωποι, πρόσωπο με πρόσωπο: Ένας που θέλει να υπηρετήσει και ο άλλος που δέχεται ή επιθυμεί να είναι αρχηγός του. Ο πρώτος ενώνει τα χέρια και τα τοποθετεί, έτσι ενωμένα, στα χέρια του δεύτερου. Καθαρό σύμβολο υποταγής, του οποίου συχνά τονιζόταν περισσότερο η σημασία με γονυκλισία. Ταυτόχρονα το πρόσωπο που προσέφερε τα χέρια του προφέρει μερικά σύντομα λόγια, με τα οποία δηλώνεται «άνθρωπος» εκείνου που στέκεται απέναντί του. Κατόπιν, αρχηγός και υποτακτικός φιλιούνται στο στόμα, ως σύμβολο σύμπνοιας και φιλίας. Μέσω ενός μη χριστιανικού τελετουργικού, του ομάζ (hommage), ένας άνθρωπος γίνεται ο άνθρωπος ενός άλλου. Ο ανώτερος λέγεται χωροδεσπότης (seigneur), ο υποτελής βασάλος. Αργότερα προστέθηκε και εκκλησιαστικός όρκος «πίστης». Το Ομάζ ήταν ανώτερο της πίστης, δεν ανανεωνόταν μεταξύ δυο προσώπων. Σταδιακά μετατράπηκε σε κληρονομικό θεσμό, όπου χρειαζόταν όμως η επανάληψη της τελετουργίας για τους γιους του βασάλου και του χωροδεσπότη. Υπήρχε και δουλικό ομάζ, το οποίο δεν ανανεωνόταν από γενιά σε γενιά.

3)      Από πότε ανιχνεύεται το ομάζ; Από το β’ μισό του 8ου αιώνα τα ντοκουμέντα αρχίζουν να αναφέρουν το τυπικό των χεριών μέσα στα χέρια (ομάζ).

4)      Η ανάγκη για σχέσεις προσωπικής εξάρτησης. Χωρίς κράτος και γενιά ικανά να προσφέρουν προστασία μόνη λύση ήταν η υποταγή στον ισχυρό, ο οποίος δεν μπορούσε να παραμένει κυρίαρχος και πλούσιος δίχως την, με την πειθώ ή τη βία, υποστήριξη κατώτερων εξαναγκασμένων να τον βοηθούν. Ακόμη και κληρικοί έσπευδαν να αναζητήσουν την προστασία των κοσμικών.

5)      Η ανάγκη για στρατιώτες αντί διοικητικών υπαλλήλων. Στο φραγκικό κράτος δεν υπήρχε μόνιμος στρατός ούτε κανονική εκπαίδευση κληρωτών.

6)      Περιοχές όπου υπήρχε χωροδεσποτεία αλλά δεν υπήρξε ο φεουδαλισμός: Σαρδηνία, πεδινές παράκτιες περιοχές της Βόρειας Θάλασσας, η Σκανδιναβία, το Βυζάντιο. Εκεί όπου ο ελεύθερος άνθρωπος παρέμεινε πολεμιστής ικανός να βρίσκεται διαρκώς υπό τα όπλα και τον οποίο δεν διέκρινε τίποτε στον οπλισμό του από τα επίλεκτα στρατιωτικά σώματα, εκεί δεν υπήρχε φεουδαλισμός, και οι ένοπλες συνοδείες των ισχυρών δεν γέννησαν μια ιπποτική τάξη πολεμιστών. Επίσης δεν υπήρξε φεουδαλισμός εκεί όπου οι άνθρωποι σε όλα τα επίπεδα εύρισκαν στήριξη σε άλλες εξουσίες και άλλες συνδέσεις από την προσωπική προστασία, όπως την αιματοσυγγένεια στους Φρίσωνες, τους Κέλτες και τους Σκανδιναβούς ή τους θεσμούς δημοσίου δικαίου, όπως στους Σκανδιναβούς, εκεί ούτε το ομάζ ούτε το φέουδο κυριάρχησαν.

7)      Τρόποι αμοιβής του βασάλου ήταν για τον χωροδεσπότη δύο: να τον κρατά κοντά του, σπίτι του, και να τον τρέφει, ντύνει και οπλίζει ή να του παραχωρήσει γη για να αυτοσυντηρείται.

8)      Δυο λέξεις χρησιμοποιήθηκαν για να χαρακτηριστούν οι παροχές. Πρεκαίρ για παραχωρήσεις που γίνονταν με απόδοση προσόδων. Μπιενφαί, Bienfait, (beneficium) για προσωρινές παραχωρήσεις γαιών έναντι παροχής υπηρεσίας. Η λέξη μπιενφαί ήδη από τον 9ο αιώνα σημαίνει το «φέουδο», ενώ στα τέλη του 11ου αιώνα διαβάζουμε «το μπιενφαί, που στη χυδαία λέγεται φέουδο». Η λέξη φέουδο, με τη σειρά της, προέρχεται από την αρχαιογερμανική vieh, που σημαίνει πάνω-κάτω τα κινητά αγαθά. Αυτή στα ρωμαιογαλατικά έγινε fief και στα προβηγγιανά feu. Η γη που παραχωρείτο στον άνθρωπο κάποιου ήταν η feus. Εκλατινισμένο από τους λόγιους της εποχής το feu έγινε feodum, εξ ου και το φέουδο. Στα γερμανικά ονομαζόταν  Lehn, δάνειο.

9)      Φέουδο: αγαθό παραχωρημένο με αντάλλαγμα όχι υποχρέωση πληρωμής αλλά υποχρέωση πράξης.

10)  Η γη που ονομαζόταν φέουδο δεν παραχωρείτο πάντα από τον ανώτερο στον κατώτερο, αλλά και αντίστροφα. Ο κατώτερος παραχωρούσε την ιδιόκτητη γη του στον ανώτερο, μαζί με τον εαυτό του, για προστασία, και την έπαιρνε πίσω ως φέουδο πια, με όλες τις συνεπαγόμενες υποχρεώσεις. Τα Αλλέ, που δινόταν έτσι ονομάζονταν με αυτόν τον ξεχωριστό τρόπο για να δηλωθεί ότι υπήρχε «πλήρης ιδιοκτησία».

11)  Αρχικά η δωρεά του φέουδο συνεπαγόταν και χειρωνακτική εργασία για τον βασάλο, αλλά αργότερα αυτό άλλαξε: η γη ήταν «εφοδιασμένη» με χωρικούς υποκείμενους σε υποχρέωση παροχών και σε προσφορά χειρωνακτικής εργασίας.

12)  Στη Γαλλία από τον 12ο αι. χαρακτήριζαν φέουδα κάθε είδος γαιοκατοχής. Στη Γερμανία ο εκφεουδαλισμός αρκετών περιοχών ήταν αργός, το ομάζ δεν ήταν αρεστό ως δείγμα απώλειας της ελευθερίας, τα αλλέ ήταν πολυάριθμα.

13)  Στην Αγγλία οι ένοπλοι ακόλουθου ονομάζονταν gesith, thegn (από το ελληνικό τέκνον), knight=δούλος, ενώ ο κύριος ονομάζεται hlaford, ψωμοδότης, απ’ όπου προέρχεται και το lord.

14)   Τα φέουδα δεν ήταν κληρονομικά, αλλά συνηθιζόταν να είναι τέτοια. Στη Γαλλία, η αποδυνάμωση της βασιλείας οδήγησε στην κληρονομικότητα των μπιενφαί, χωρίς αυτό να γίνει νόμος επίσημος, αν και διακηρύχθηκε από κάποιον βασιλιά σε συνέλευση. Μεταξύ πολλών γιών η αρχή της πρωτοτοκίας δεν ίσχυε πάντα, αφού δινόταν στον φεουδάρχη το δικαίωμα να εκλέξει τον διάδοχό του. Άλλοτε οι γιοι επέλεγαν εκείνον στον οποίο θα περιερχόταν το φέουδο.

15)  Το φέουδο δεν έπρεπε να διαιρείται, γιατί ήταν δημόσιο αξίωμα, δωρεά του βασιλιά. Από τον 12ο αιώνα όμως στη Γερμανία άρχισαν να τεμαχίζονται, ώσπου οι ηγεμόνες με νόμους περί διαδοχής προσπάθησαν να αποτρέψουν τον τεμαχισμό. Το ίδιο και στη Γαλλία ως αντίδοτο για τον τεμαχισμό θεωρήθηκε από τους ηγεμόνες η διαδοχή του πρωτότοκου. Δεν έλειπαν λύσεις όπως η προσφορά ομάζ μόνο από τον πρωτότοκο προκειμένου οι υπόλοιποι γιοι μέσω αυτού να έχουν ατύπως τα μερίδιά τους. Ή, πάλι, η προσφορά ομάζ με τη σειρά, καθενός αδελφού. Αλλά αυτοί οι τρόποι δεν αποσοβούσαν τον τεμαχισμό, και η πρωτοτοκία υπερίσχυσε. Όταν υπερίσχυσε, στη Γαλλία εφευρέθηκε η έννοια της relief, δηλαδή ο φόρος επί της διαδοχής (του πρωτότοκου).

16)  Το φέουδο δεν πουλιόταν σε άλλον βασάλο, αυτή ήταν η αρχική ιδέα, αφού δεν ήταν δικό του, και του δινόταν σε αντάλλαγμα με στενά προσωπικά καθήκοντα. Όσο η κληρονομικότητα γινόταν κανόνας, αυτή η αρχή παραβιαζόταν. Και η Εκκλησία απαιτούσε την κατάργηση της απαγόρευσης πώλησης, προκειμένου να γίνονται δωρεές σε αυτήν. Άλλοτε απαιτείτο για την πώληση εκ μέρους του βασάλου η συναίνεση του χωροδεσπότη, η οποία σταδιακά αγοραζόταν κι αυτή. Από τον 12ο αιώνα τα φέουδα πωλούνται ή αγοράζονται ελεύθερα. Από τα 1037 όμως έχουμε και το αντίθετο, την αναγνώριση του δικαιώματος ενός βασάλου να μην παραχωρείται ο ίδιος και το φέουδό του σε άλλον κύριο από τον κύριό του δίχως την συναίνεση του ίδιου του βασάλου. Ο βασάλος έγινε ένα είδος ενοικιαστή, και η αρχική ιδέα της βασαλικής σχέσης, η πίστη-αφοσίωση με αντάλλαγμα την παροχή γαιών μετατράπηκε σε εμπορική σχέση. Αυτό δεν σημαίνει ότι για αιώνες δεν διατηρήθηκε η αρχική ιδέα της βασαλικής σχέσης στα κατώτερα επίπεδα, δηλαδή βασάλους πολύ φτωχούς ή αδύναμους.

17)  Κανονικά δεν επιτρεπόταν να κανείς να έχει περισσότερους από έναν κύριο, αλλά ήδη αυτή η αρχή είχε παραβιαστεί από τα 895 στη Γαλλία ενώ στη Βαυαρία του 11ου αι.  και στην Λομβαρδία του 12ου θεωρούνταν φυσιολογική κατάσταση. Ίχνη της συμπεριφοράς αυτής υπάρχουν από την αρχή του φεουδαλισμού, όταν άρχισαν να προσφέρονται φέουδα. Προφανώς άρχιζαν τα προβλήματα όταν οι δυο κύριοι του βασάλου αντιμάχονταν αναμεταξύ τους. Η επιλογή έπρεπε να γίνει ανάλογα με τη σειρά χρονολογίας του ομάζ, ή με ρητή διατύπωση όταν δινόταν το δεύτερο ομάζ, ότι υπερισχύει το πρώτο ομάζ. Ή, πάλι, προτιμιόταν ο κύριος που έπιανε τα άρματα για να υπερασπίσει τη δική του υπόθεση από τον κύριο που απλώς ήθελε να βοηθήσει φίλους. Επίσης δεν επιτρεπόταν στον βασάλο να χρησιμοποιήσει τα αγαθά του φέουδου ενός κυρίου εναντίον του κυρίου αυτού, και αυτό παρακαμπτόταν με την προσωρινή δήμευση, από τον κύριο, του άπιστου βασάλου. Αλλά ο βασάλος ήταν υποχρεωμένος να επιστρατεύσεις ανθρώπους του από τις γαίες που είχε από τον χωροδεσπότη β’ βαθμού και να τους θέσει στην υπηρεσία του, κινδυνεύοντας έτσι να συγκρουστεί στο πεδίο της μάχης με τους δικούς του υποτακτικούς. Η λύση για όλα αυτά ήταν το Λίζιο Ομάζ, από το lige, με τη σειρά του από το γερμανικό ledig, ελεύθερο. Ένα είδος υπερ-ομάζ. Λίζια Ομάζ υπάρχουν από τα 1046, αρκετά διαδεδομένα από τα 1095 ενώ στο 12ο αιώνα ήταν στην πλήρη ακμή τους. Το λίζιο ομάζ είναι ανεξάρτητο χρονικής ή άλλης τάξης. Ωστόσο και το Λίζιο ομάζ πέραν μιας προφορικής ή γραπτής σύμβασης που το καθιστούσε τέτοιο είχε τα ίδια συμπτώματα με το απλό ομάζ: πώληση, κληρονομικότητα, απομάκρυνση κυρίου-βασάλου. Στα τέλη του 12ου αιώνα μπορούσε κάποιος να δει συχνά βασάλους με δύο ή περισσότερους λίζιους χωροδεσπότες.

18)  Καθήκον του βασάλου είναι η πολεμική βοήθεια. Δεν παρουσιάζεται μόνος, αλλά με συνοδεία εφίππων. Κανονικά πρέπει να εμφανίζεται στη μάχη με όλες του τις δυνάμεις, αλλά εθιμικά έφερνε έναν αριθμό μόνο ανθρώπων, πολύ λιγότερο από αυτόν που θα χρησιμοποιούσε στους δικούς του πολέμους. Όσο απομακρυνόταν η σχέση υποτέλειας (λ.χ. ο κύριος ζητούσε από τον βασάλο δυνάμεις για πόλεμο όχι δικό του αλλά του βασιλιά) ο αριθμός μειωνόταν ακόμη περισσότερο. Αυτό ήταν μια από τις κυριότερες αιτίες της αναποτελεσματικότητας, για την εξουσία, του βασαλικού συστήματος ως μέσου άμυνας ή κατάκτησης. Επιπλέον υπήρχε μέγιστο χρονικό διάστημα παραμονής στο στρατόπεδο του κυρίου. Αν η παραμονή ήταν απαραίτητη, έπρεπε να μισθοδοτηθεί ο βασάλος με επιπλέον αμοιβή πέραν του φέουδου. Οι βασάλοι ήταν σε καιρό ειρήνης δικαστήριο ή συμβούλιο ή τιμητική υπηρεσία. Ο βασάλος έπρεπε, αν του ζητείτο, να δώσει χρηματική βοήθεια, taille (κοπή) στον κύριό του. Επιπλέον, από έθιμο αυτή η βοήθεια έγινε υποχρέωση, όταν συν τω χρόνω αυξήθηκε η νομισματική κυκλοφορία. Χρήμα δινόταν και αν ο βασάλος δεν παρείχε την πολεμική υπηρεσία, ωστόσο αυτή η πρακτική περιοριζόταν σε εκκλησιαστικά φέουδα.

19)  Καθώς το ομάζ συνεπαγόταν ένα είδος δεσμού αίματος, η εκδίκηση για φόνο ή, αντίθετα, η προστασία ενός φονιά ο οποίος συνδεόταν με ομάζ με τον προστάτη του. Ακόμη και ο γάμος, αν το παιδί ήταν ορφανός, συναποφασιζόταν από τους βασάλους ή από τον χωροδεσπότη.

20)  Γνώρισμα του φεουδαλισμού: η υπακοή του βασάλου είχε ως προϋπόθεση την ακριβή τήρηση των υποχρεώσεων του χωροδεσπότη εκ μέρους του. Αν δεν τηρούνταν, υπήρχε ένα αντι-τυπικό διάλυσης του ομάζ. Αν ο χωροδεσπότης δεν τις τηρούσε, τότε έχανε το φέουδό του και αυτό μεταφερόταν στον κύριο του χωροδεσπότη, ενώ ο αθώος βασάλος το διατηρούσε έχοντας πλέον ως κύριο τον κύριο του πρώην χωροδεσπότη του.

21)  Η δύναμη της βασαλικής σχέσης: βασάλος ήταν το συνώνυμο του φίλου. Από τη μια οι μαρτυρίες δείχνουν ότι θεωρείτο η ισχυρότερη σχέση. Η βασαλική σχέση είχε τέτοια επίδραση, ώστε για έναν Αγγλοσάξωνα επίσκοπο οι άγγελοι είναι οι thegns του Θεού και για έναν άλλον, γερμανό, επίσκοπο ο Χριστός είναι βασάλος του Πατρός. Ένας συντάκτης ενός λειτουργικού γράφει «Όταν διαβάζονται στη λειτουργία οι επιστολές του Παύλου, οι ιππότες στέκονται ορθοί για να τον τιμήσουν, γιατί ήταν κι ο ίδιος ένας ιππότης». Ακόμη και ο «ευγενικός έρωτας» της προβηγκιανής ποίησης επηρεάζεται από τη βασαλική σχέση: Σε ποίημα το όνομα ή το επώνυμο της αγαπημένης έπαιρνε αρσενικό γένος, όπως αρμόζει στο όνομα αρχηγού, Bel Senhor, ωραίε μου κύριε, την αποκαλεί ο ερωτευμένος μαζί της ιππότης. Στις οικογενειακές σχέσεις, μια απόφαση της αυλής της κομητείας της Βαρκελώνης λέει ότι τα παιδιά πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν βασάλοι των γονιών τους. Η πίστη στο ομάζ θεωρείτο ανώτερη της πίστης στο κράτος: Ένας αποστάτης υποκόμης εκτελείται από τον Ούγο Καπέτο στα 991, οι ιππότες όμως του υποκόμη αθωώνονται γιατί συστασιάζοντας είχαν μείνει πιστοί στον υποκόμη, τον κύριό τους. Στην Ιταλία του 12ου αιώνα διαβάζουμε: «οι βασάλοι οφείλουν να βοηθούν τους κυρίους τους εναντίον όλων: εναντίον των αδελφών τους, των γιών τους, των πατεράδων τους». Η Εκκλησία είχε αντίθετη άποψη: «καμμία διαταγή δεν ισχύει όταν είναι αντίθετη στις επιταγές του Θεού και της καθολικής πίστης».

ΧΩΡΙΚΟΙ-ΔΟΥΛΟΠΑΡΟΙΚΟΙ

1.Επισήμως λεγόταν koloni, άποικοι. Οι χαρακτηριστικότερες από τις υποχρεώσεις που υπέβαλε ο χωροδεσπότης στους χωρικούς ήταν τα μονοπώλια εις βάρος τους. Αυτές ονομάζονταν banalites. Επίσης υπήρχε η χρηματική βοήθεια ή «κοπή», taile, η οποία στην αρχή είχε τη μορφή δώρου. Λιγότερο εξαπλώθηκε στη Γερμανία, περισσότερο στη Γαλλία, στην Αγγλία μετά την νορμανδική κατάκτηση. Η Κοπή ήταν αιτία πολλών εξεγέρσεων λόγω της ακαθόριστης περιοδικότητάς της και του ακανόνιστου των ποσών της. Επίσης ο αγρότης πλήρωνε την δεκάτη. Οι καταχρήσεις των αφεντικών στα φέουδα είχαν ως αντίβαρο, συχνά αποτελεσματικό, είτε την αδράνεια των αγροτών και την δική τους σταδιακή αποδιοργάνωση. Η προσπάθεια να δεθούν οι χωρικοί με τη γη τους ήταν ανεπιτυχής στα βαρβαρικά βασίλεια, γιατί δεν διέθεταν την αναγκαία εξουσία να καταδιώξουν τον φυγάδα αγρότη ή να εμποδίσουν έναν άλλον κύριο να τον περιμαζέψουν. Τον 9ο αιώνα οι «άποικοι» είχαν εγκατασταθεί σε manses που είχαν κάποτε δοθεί σε δούλους· και το αντίθετο, δούλοι σε manses που είχαν δοθεί αρχικά σε αποίκους. Έτσι υπήρχε ασυμφωνία μεταξύ της ιδιότητας του ανθρώπου και της ιδιότητας της γης.

2.Η ενοριακή εκκλησία ήταν εξαρτημένη από το χωροδεσπότη, ενώ όπου δεν υπήρχαν χωροδεσποτείες, τότε ανήκε στην αγροτική κοινότητα, με εκπρόσωπο τον αρχηγό της. Το δικαίωμα ιδιοκτησίας συνεπαγόταν στην εξουσία παρουσίασης ή ονομασίας του ενοριακού ιερέα και στην ιδιοποίηση μέρους των ενοριακών εισοδημάτων καθώς και της δεκάτης

3.Ενώ υπήρχε η διάκριση ελεύθεροι-δούλοι, μεταξύ των ελεύθερων υπήρχε η διάκριση ελεύθεροι-φτωχοί με τους δεύτερους να είναι ελεύθεροι δεύτερης κατηγορίας όπως λέει ένα διάταγμα. Η αποδυνάμωση του κράτους έκανε τη διάκριση μεταξύ δούλου και ελεύθερου ανεξάρτητη από την ύπαρξη πολιτικών ή πλήρων δικαιωμάτων. Το να είσαι ελεύθερος δεν σήμαινε, πλέον, να μην έχεις αφέντη αλλά να έχεις την δυνατότητα επιλογής την οποία να έχεις εξασκήσει έστω και μία φορά, επιλέγοντας τον κύριό σου.

4.Δούλοι: Στους τελευταίους αιώνες της δυτικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και στον καιρό των Καρολιγγείων είχαν γίνει αναρίθμητες απελευθερώσεις δούλων, τόσο επειδή οι μετασχηματισμοί της οικονομίας απαιτούσαν τη διάλυση των πολυπληθών ομάδων που καλλιεργούσαν τα latifundia, επειδή θεωρείτο πλέον ότι ο πλούτος στηρίζεται στη λήψη παροχών και υπηρεσιών παρά στην άμεση εκμετάλλευση τεράστιων κτημάτων, όσο κι επειδή η Εκκλησία θεωρούσε την απελευθέρωση του δούλου ως το κατ’ εξοχήν ευσεβές έργο χάριν της σωτηρίας της ψυχής. Επίσης το θρησκευτικό συναίσθημα απαγόρευε την υποδούλωση χριστιανών αιχμαλώτων. Ο τρόπος ζωής των αγροτικών δούλων δεν είχε σχέση με την παλαιά δουλοκτησία. Υπήρχαν οι δούλοι που τρέφονταν στο σπίτι του κυρίου και εκείνοι που ήταν γαιοκάτοχοι. Η δεύτερη κατηγορία άρχιζε να εξομοιώνεται με τους ελεύθερους γαιοκατόχους παρά τις διάφορες υποχρεώσεις του προς τον κύριο. Άλλοι δούλοι ανήκαν και σε στρατιωτικές συνοδείες και ενίοτε τους ζητούσαν, δικαιωματικά, τον όρκο του γνήσιου Φράγκου.

5.Υπήρχαν δυο τρόποι απελευθέρωσης δούλου. Ο απελεύθερος είτε διέφευγε από κάθε ιδιωτική εξουσία, ανεξάρτητα αν μετά ζητούσε κύριο, είτε είχε ορισμένα καθήκοντα υποταγής έναντι ή ενός νέου κυρίου ή ενός νέου πατρόνα στον οποίο ο παλιός κύριος συναινούσε να τον παραχωρήσει. Ο πρώτος τύπος απελευθέρωσης ήταν σπάνιος. Ουσιαστικά γινόταν κάτι αντίστοιχο με την υπαγωγή ελεύθερου σε κύριο. Η Εκκλησία δεν χειροτονούσε τους απελεύθερους της β’ κατηγορίας. Ο χειραφετούμενος δούλος της β’ κατηγορίας, manumis, είχε ορισμένες υποχρεώσεις. Μετά το θάνατό του μέρος της κληρονομιάς του πήγαινε πολλές φορές στον κύριο. Υπήρχε ένας φόρος, το σεβάζ, chevege, που αφορούσε τόσον τον ίδιο όσο και τους απόγονούς του. Το σεβάζ από τον 9ο αιώνα έπαψε να αφορά μόνο τους απελευθερωμένους δούλους. Το σεβάζ πλήρωναν και ελεύθεροι έναντι προστασίας υπό τον όρο ότι θα διατηρούσαν την ελευθερία τους· ωστόσο κατέληξε να θεωρείται γνώρισμα της ιδιότητας του δουλοπάροικου είτε λόγω βίας, είτε λόγω προγραφής είτε αλλαγών στη δικανική σκέψη. Οι δουλοπάροικοι ήταν εκείνοι των οποίων το Ομάζ ήταν κληρονομικό, δηλαδή δέσμευε και τους απογόνους τους. Οι απελεύθεροι δούλοι εξομοιώθηκαν με όσους ήταν αρχικά ελεύθεροι αλλά πλήρωναν σεβάζ, και αποτέλεσαν τη μάζα των δουλοπάροικων.

6. Η κατάσταση των δουλοπάροικων: Απαγόρευση χειροτονίας τους ως ιερέων· στέρηση δικαιώματος να καταθέτουν ως μάρτυρες κατά ελεύθερων ανθρώπων· σεβάζ· απαγόρευση σύναψης γάμου με πρόσωπο που ανήκε σε άλλη κατάσταση ή ανήκε σε άλλο κύριο· φόρος επί της κληρονομιάς. Επίσης οι κύριοι είχαν πρακτικά εξουσία μεγάλη πάνω στο δουλοπάροικο. Ωστόσο διέφερε από τον δούλο, γιατί οι υποχρεώσεις του ως προς τη γη δεν διέφεραν από άλλων ούτε ήταν πρακτικά δεμένος στη γη που καλλιεργούσε (στην Αγγλία αυτό ήταν λιγότερο δεδομένο), και βέβαια η απειλή της δήμευσης περιουσίας δεν τον συγκινούσε αφού η γη δεν ήταν δική του. Συνέβαινε άλλοτε κάποιος να είναι δουλοπάροικος ενός κυρίου και να ζει στη γη ενός άλλου.

7. Μετά τον 12ο αιώνα στη Γαλλία, λόγω μετασχηματισμών της κοινωνικής ζωής το περιεχόμενο και τα όρια των υποχρεώσεων των υποτελών έγιναν νομικά πιο καθορισμένα και οι όροι που έθεταν οι χωροδεσπότες ήταν ελαφρύτεροι. Οι αγρότες μπορούσαν να πάνε όπου τους προσφερόταν λιγότερη αυθαιρεσία και ζητούσαν την απαλλαγή αυτή με κατοχύρωση μέσω χάρτη εθίμων ή δικαιωμάτων. Αντίθετα, η Αγγλία δεν γνώρισε Χάρτες αγροτικών εθίμων, αφού οι εκχερσώσεις ήταν λίγες. Στη Γερμανία τέτοιοι χάρτες αποτελούσαν την εξαίρεση.

8.Οι αλλαγές που έγιναν: η κοπή από αυθαίρετου χρηματικού ποσού έγινε εισφορά συγκεκριμένου ποσού και σταθερής περιοδικότητας. Οι αγγαρείες μειώθηκαν και αντικαταστήθηκαν με πληρωμή σε χρήμα, ενώ συνέβησαν αρκετές απελευθερώσεις δουλοπαροίκων μετά τον 13ο αιώνα σε Γαλλία και Ιταλία. Ο υποτελής μετατρεπόταν σε φορολογούμενο. Στην Αγγλία η αβεβαιότητα των βαρών του βιλάνου διατηρήθηκε.

Η ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΙΑ

Η άρχουσα τάξη δεν ήταν και τάξη ευγενών. Δεν υπήρχε, για αρκετό καιρό, ώς τον 12ο αιώνα, νομική κατοχύρωση μιας τάξης βασιζόμενης στο αίμα ως ευγενικής με αποκλεισμό εισόδου άλλων οικογενειών μη ευγενικού αίματος. Οι παλιές γερμανικές ευγενικές οικογένειες έσβησαν νωρίς, ενώ το έτος 800 αποτελεί καμπή. Πιο πίσω είναι αδύνατο να ανιχνευθεί η καταγωγή. Οι ίδιες οι μετέπειτα ευγενείς οικογένειες ενδιαφέρονταν για την εξιστόρηση της γενιάς τους μόνο από τη στιγμή κατά την οποία κάποιος πρόγονος αποκτούσε υψηλό αξίωμα.

    Η τελετή για να γίνει κανείς ιππότης: του παραδίδονται τα όπλα και δέχεται ένα ισχυρό χτύπημα με ανοιχτή παλάμη στο σβέρκο ή το μάγουλό του.
Η έννοια του ευγενή ήταν διαφορετική. Από τον 9ο ώς τον 11ο αιώνα δεν σήμαινε παρά την εκ των πραγμάτων υπεροχή. Για παράδειγμα, όταν ήταν δεδομένο ότι καθένας έπρεπε να υποταχτεί σε έναν χωροδεσπότη παραχωρώντας τη γη του, όποιος ξέφευγε από τον κανόνα αυτό υπερείχε. Ή, πάλι, όποιος κατείχε Αλλέ, ακόμη και μικροχώραφο, είχε τις προϋποθέσεις να καλείται noble ή edel, δηλαδή ευγενής. Στις αρχές του 11ου αιώνα στην Ιταλία υποστηρίζεται ότι ευγενής είναι όποιος έχει προγόνους κανένας εκ των οποίων δεν ήταν ποτέ δούλος. Επίσης ευγενής μπορούσε να θεωρηθεί όποιος δεν έδινε κληρονομικό ομάζ, ομάζ που να δεσμεύει τους απογόνους του, όπως συνέβαινε με τους στρατιωτικούς βασάλους. Η κατοχή χωροδεσποτειών ήταν επίσης χαρακτηριστικό του ευγενούς. Οπωσδήποτε οι στρατιωτικοί βασάλοι ήταν από αυτούς που θα ονομάζονταν ευγενείς. Όταν στο β’ μισό του 12ου αιώνα απαγορεύεται με νόμο η οπλοφορία στις κατώτερες τάξεις, ο ρόλος των στρατιωτικών βασάλων αυξάνεται, η αυτοπεποίθησή τους επίσης. Οι ιππότες περιφρονούσαν τους εμπόρους και τον άοπλο λαό. Μεταξύ 1130 και 1250 η ιδιότητα του ιππότη και του ευγενή καταντά ζήτημα κληρονομικό. Διατάγματα Γερμανών, Σικελών κ.ά. βασιλιάδων μεταξύ 1152 και 1294 απαγορεύουν σε κάποιον να καλείται ιππότης και να φορά τα αντίστοιχα διακριτικά ρούχα εάν οι πρόγονοί του δεν ήταν ιππότες. Και πριν όσοι δέχονταν το ιπποτικό χτύπημα ήταν κατά πλειοψηφία γόνοι ιπποτών, αλλά έως τότε δεν υπήρχε νομική απαγόρευση για το αντίθετο. Και η νομοθεσία δεν είχε αυστηρή εφαρμογή πάντα, καθώς στις παραμονές μιας μάχης στα 1302 μερικοί αρκετά πλούσιοι αστοί ώστε να έχουν οπλισμό και ίππους δέχτηκαν το ιπποτικό χτύπημα. Και γενικά οι πλούσιοι έμποροι δεν απέφευγαν να γίνουν ιππότες. Προκειμένου να αποκλείσουν τέτοιες τάξεις οι βασιλιάδες νομοθέτησαν έτσι ώστε η αγορά φέουδου να μην συνεπάγεται την ιπποτική ιδιότητα. Επίσης ενώ παλιότερα οι ιππότες μπορούσαν να χειροτονήσουν κάποιον ιππότη μέσω του τελετουργικού χτυπήματος, στα τέλη του 13ου αιώνα μόνο άτομα από ιπποτική γενιά μπορούσαν οι ιππότες να χειροτονήσουν. Ακόμη περισσότερο οι βασιλιάδες θεσμοθέτησαν ότι κατ’ εξαίρεση μόνο οι ίδιοι μπορούσαν να χρίσουν ιππότη κάποιον μη ιπποτικής γενιάς, παρά την αντίδραση των ευγενών. Όπως και το ίδιο το φέουδο, η άδεια χτυπήματος κατέληξε να συνεπάγεται χρήμα για όποιον την χορηγούσε. Πάντως, με την εξασθένιση της βασαλικής υπηρεσίας, την αποκλειστική δυνατότητα του βασιλιά να χορηγεί τίτλους ευγενείας και την ανάπτυξη της νομικής επιστήμης, από τον 13ο αιώνα είναι αδύνατο να κατέχεις στρατιωτικό ή άλλο φέουδο, δηλαδή να είσαι βασάλος, αν δεν είσαι ευγενικής γενιάς· ενώ παλιότερα αναγνωριζόσουν εκ των πραγμάτων ως ευγενής εάν ήσουν βασάλος, δηλαδή είχες στρατιωτικό ή άλλο φέουδο – παρ’ όλο που πάντα γίνονταν εξαιρέσεις.

    Η κληρονομικότητα της ευγενικής καταγωγής και η αποσύνδεσή της από την κατοχή φέουδου είχε κι άλλα αποτελέσματα. Η διακυβέρνηση διαχωριζόταν από την ιδιότητα του ευγενούς· ο μη ευγενής κάτοχος φέουδου δεν είχε το δικαίωμα να ζητά ομάζ από τους ευγενείς βασάλους του που σχετίζονταν με αυτό. Επίσης, ενώ, όπως είδαμε, δεν υφίστατο η έννοια του καθαρού αίματος μια και οι παλιές ευγενικές οικογένειες είχαν σβήσει πριν το έτος 800, όταν ξαναέγινε κληρονομική δια του νόμου η ευγενική ιδιότητα, εισήχθη η απαγόρευση της κακής επιμειξίας.
    Τα προνόμια του ευγενή: ειδική προστασία έναντι του μη ευγενή. Υπόκειται σε ειδικό ποινικό δίκαιο, με βαρύτερα πρόστιμα. Μόνο αυτός έχει δικαίωμα στην προσφυγή σε ιδιωτική εκδίκηση και στην οπλοφορία. Απαλλαγή από κοινές χρηματικές επιβαρύνσεις. Από την άλλη απαγορευόταν η άσκηση εμπορικών και γεωργικών δραστηριοτήτων.
    Η αγγλική εξαίρεση: Η επιστράτευση δεν περιοριζόταν στους βασάλους. Το «χτύπημα» απαιτείτο για όλους τους ελεύθερους κατόχους ελεύθερης γης και δεν κατέστη πυρήνας αποκρυστάλλωσης της κληρονομικής ευγενικής ιδιότητας. Καθώς το βασικό κριτήριο ήταν η έγγεια περιουσία, η αγγλική ευγενική τάξη ήταν περισσότερο κοινωνικά παρά νομικά καθορισμένη, όσο κι αν ήταν κληρονομική.
Ο ιππότης. Έπρεπε να έχει κορμί αθλητή ρωμαϊκής περιόδου, πρέπει να έχει τεράστια όρεξη για να το συντηρεί, αν έχει ουλές από τις μάχες. Επαγγελματικές αξίες η περιφρόνηση του θανάτου, δίχως να αποκλείεται ο ξέφρενος πανικός ή η πρωτόγονη κουτοπονηριά. Απλό φυσικό ξεθύμασμα, απελπισμένη λύσσα, υπακοή, πάθος για προσωπική δόξα, μοιρολατρική αποδοχή της αναπότρεπτης τύχης, ελπίδα ανταμοιβής στον άλλο κόσμο. Ο πόλεμος ως φάρμακο για την πλήξη του, αφού δεν ασχολιόταν με οικονομικά ή διοικητικά καθήκοντα ούτε ασκούσε άλλο επάγγελμα. Επιπλέον για τους φτωχότερους ιππότες η ειρήνη σήμαινε την φτώχεια και την ανυποληψία, και την ανάγκη για καλλιέργεια της γης. Έφεση για νομαδισμό. Όποτε γινόταν σταυροφορία, οι τόποι κατοικίας των ιπποτών γλίτωναν από τα ταραχοποιά στοιχεία τους. Ο πόλεμος ήταν πηγή κέρδους είτε επρόκειτο για τα λάφυρα του πλιάτσικου είτε για τις παροχές των βαρόνων και των χωροδεσποτών προς τους πολεμιστές ώστε αυτοί να πολεμήσουν.

    Σε συνθήκες πολέμου: οι ηττημένοι τραυματίες και αιχμάλωτοι πολεμιστές σφάζονται εκτός κι αν μπορούν να δώσουν λύτρα για την απελευθέρωσή τους. Γινόταν σφαγή ή ακρωτηριασμός των φρουρών που είχαν προβάλει μεγάλη αντίσταση, ερήμωση των γαιών του εχθρού. Η λεηλασία: κλοπή των εμπόρων, των χωρικών, των γειτόνων.
    Σε καιρό ειρήνης: Γενικά οι ευγενείς του βορρά προτιμούσαν την διαμονή στις γαίες τους, οι ευγενείς στις νότιες χώρες την διαμονή στις πόλεις μαζί με τους αστούς. Ο ευγενής πηγαίνει ευκαιριακά στην πόλη μόνο για διασκέδαση ή για άσκηση ορισμένων καθηκόντων. Στην ύπαιθρο οι ευγενείς έκτιζαν πύργους, η κατεδάφιση των οποίων ήταν συχνή ενασχόληση των ανώτερών τους, πριγκίπων και βασιλιάδων.
    Ενασχόληση του ευγενή: Επιστασία της δουλειάς άλλων στις γαίες του, εκδίκαση υποθέσεων, κυνήγι, ιπποτικά τουρνουά – αν και τα απαγόρευε η Εκκλησία μη επιτρέποντας την ταφή σε χριστιανικό νεκροταφείο ιππότη ο οποίος είχε βρει το θάνατο σε κονταρομαχίες. Σε αυτές ο νικητής συχνά έπαιρνε τον οπλισμό και τα άλογα του νικημένου.
    Κανόνες συμπεριφοράς, ή κουρτουαζία, courtoise. Τελικά επικράτησε η άποψη ότι το θάρρος και η ρώμη δεν επαρκούσαν για τον τέλειο ιππότη. Απουσία ασκητικών τάσεων ως προς τις σαρκικές απολαύσεις παρά τις απόψεις της Εκκλησίας. Οι δεσποτικοί πύργοι έβριθαν από νόθα παιδιά.
     Αλλαγή της συμπεριφοράς προς τις γυναίκες: παλιά χυδαίες βρισιές και σε ανταπόδοση χαστούκια. Παλιότερα η αρχόντισσα κυβερνούσε είτε το σπίτι της είτε και το φέουδό της. Από τον 12ο αιώνα ξέρει γράμματα και κρατά ανοιχτό σαλόνι.  Ο κουρτουά έρωτας δεν σχετίζεται με το γάμο, αντιτίθεται σε αυτόν αφού η αγαπημένη είναι συνήθως παντρεμένη.
Από τα τέλη του 11ου αι. και τα μέσα του 12ου αιώνα η έννοια του ιππότη μετασχηματίζεται:  δεν αρκεί να έχει λάβει φέουδο και να ζει ανάλογα, πρέπει να χειροτονηθεί τέτοιος. Τέτοια χειροτονία γίνεται με θρησκευτική τελετή ευλογίας των όπλων. Αντίστοιχα μετασχηματίζεται και το περιεχόμενο της ιδιότητας του ιππότη. Πρέπει ως χριστιανός πολεμιστής να πολεμά για ανώτερους σκοπούς και να μην αδικεί τους αδύνατους ούτε να διαφθείρει τις γυναίκες.

    εντός της ευγενικής τάξης. Ιεραρχία. Κάτω ο ιππότης με ένα χωράφι όλο κι όλο. Η αξία του ευγενή μεγαλώνει όσο γίνεται αρχηγός άλλων ευγενών. Όταν ο αρχηγός συγκεντρώνει αρκετό πλήθος ένοπλων πιστών, λέγεται banneret, φλαμπουράλης. Κι όταν καμμιά βαθμίδα δεν τον διαχωρίζει από τον βασιλιά στον οποίον προσφέρει ομάζ, καλείται αρχηγός, captal ή βαρόνος. Αρχικά βαρόνος σήμαινε τον βασάλου, μετά όμως σήμαινε τον κυριότερο βασάλο των μεγάλων αρχηγών και, τέλος, σήμαινε τους σημαντικότερους φεουδάρχες του βασιλείου. Ο βασάλος είχε αρχικά το προνόμιο να δικάζεται από όμοιούς του βασάλους στην αυλή του χωροδεσπότη του. Με την όξυνση και τον αυστηρό καθορισμό των ιεραρχιών συνηθιζόταν να δικάζουν μόνο οι πρώτοι άρχοντες τους ίσους τους. Όσο αποκρυσταλλωνόταν η ιεραρχία, τόσο ο ανταγωνισμός μεταξύ της αριστοκρατίας γινόταν εντονότερος: αν ιππότης βλάψει κατώτερό του ιππότη, δεν μπορεί να απαιτηθεί ομάζ εξιλέωσης. Επίσης είναι αταίριαστος ο γάμος με απλούς ιππότες. Αντίστοιχα συναισθήματα μνησικακίας έτρεφαν οι απλοί ιππότες για τους βαρόνους. Οι διακρίσεις αρχικά ήταν αισθητές αλλά όχι νομικά καθορισμένες, μετά τον 13ο αιώνα μετατράπηκαν σε αυστηρά συγκροτημένο σύστημα.


Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ

1)   Ο κλήρος αποτελούσε σαφώς μια νομικά προσδιορισμένη τάξη, δεν ήταν όμως κοινωνική τάξη με την έννοια της ίσης ισχύος ή του ίδιου τρόπου ζωής. Πριν τον Γρηγόριο Ζ’ οι περισσότεροι από τους κατώτερους κληρικούς, οι ιερείς των αγροτικών ενοριών ήταν παντρεμένοι. Είχαν μέτρια μόρφωση και λίγα εισοδήματα ενώ ο τρόπος ζωής τους έμοιαζε με αυτόν του αγροτικού ποιμνίου τους. Παραπάνω υπήρχαν οι εύποροι και καλλιεργημένοι ιερείς των πόλεων και στην κορυφή βρίσκονταν αββάδες, επίσκοποι και αρχιεπίσκοποι.

2)      Με την συγκέντρωση γαιών, πλούτου και ανθρώπων στα χέρια τους ο κλήρος εύκολα λησμονούσε την αποστολή του. Από την άλλη γεννιόταν ο αντικληρικαλισμός εκ μέρους των φτωχών ιπποτών στη θέα των αγαθών που είχαν συγκεντρωθεί στα χέρια του κλήρου.

3)      Παράδειγμα της επίδρασης της φεουδαλικής νοοτροπίας στην Εκκλησία ήταν ότι ο επίσκοπος δεχόταν το Ομάζ των λειτουργών ή των αββάδων της επισκοπής του και η εφημέριοι με μεγαλύτερες προσόδους το Ομάζ φτωχότερων συναδέλφων τους. Οι ιερείς έδιναν το Ομάζ στον αρχηγό της θρησκευτικής κοινότητας από την οποία εξαρτώνταν οι ενορίες τους. Το πρόβλημα εντεινόταν όταν ο κληρικός ζητούσε την υπαγωγή του σε κοσμικό προσφέροντάς του Ομάζ. Η ιδέα ότι ανήκει στους βασιλείς το δικαίωμα να «διορίζουν» τους επισκόπους κατέληξε μετά την καρολίγγεια εποχή να γίνει αξίωμα το οποίο από τον 10ο και 11ο αιώνα πάπες και πρελάτοι αποδέχονταν.

4)      Οι βασιλείς και πρίγκιπες ζητούσαν Ομάζ από τους επισκόπους και ηγουμένους που διόριζαν στις περιοχές τους, το ίδιο και οι αφέντες των χωριών ως προς τους απλούς ιερείς. Ως τυπικό το Ομάζ ήταν απολύτως σεβαστό. Έτσι γινόταν εντονότερη υπαγωγή της πνευματικής στην κοσμική εξουσία και το ιερατικό λειτούργημα ταυτιζόταν με το βασαλικό φέουδο.

5)      Με τη γρηγοριανή μεταρρύθμιση: γινόταν ακριβέστερα ο έλεγχος των εκλογών στις ενορίες από την επισκοπική αρχή, ωστόσο δεν περιορίστηκε κατά πολύ το δικαίωμα διορισμού που διατηρούσε ο χωροδεσπότης. Σημαντικό είναι ότι μεγάλος αριθμός αγροτικών ναών πέρασαν από χέρια λαϊκών σε χέρια εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και μοναστηριών. Στα ύπατα εκκλησιαστικά αξιώματα οι πιο ανάρμοστες μορφές υποταγής στην κοσμική εξουσία σταμάτησαν, δεν γίνονταν αββάδες οι στρατιωτικοί βαρόνοι, ενώ οι λαϊκοί αποκλείονται οριστικά από κάθε εκλογή επισκόπου. Αυτό δε σήμαινε ότι δεν είχαν το δικαίωμα ένστασης και εμμέσως παρέμβασης οι βασιλείς. Μετά την μεταρρύθμιση ο επίσκοπος κι ο αββάς είχαν τις υποχρεώσεις ενός μεγάλου βαρόνοι. Οι μεταρρυθμιστές ζήτησαν από τον 11ο αι. και πέτυχαν την κατάργηση του Ομάζ. Η γρηγοριανή μεταρρύθμιση αφορούσε και άλλες πτυχές της εκκλησιαστικής ζωής, από την καθιέρωση της αγαμίας των ιερέων ώς τον επανακαθορισμό των ορίων μεταξύ ιερού και profane (βέβηλου) τα οποία ώς τότε ήταν συγκεχυμένα, προκειμένου με τον διαχωρισμό ιερού-βέβηλου να τονιστεί η ανωτερότητα του πρώτου λ.χ. έναντι του κράτους.

6)      Ήδη από τους Καρολίγγειους οι επίσκοποι έγιναν κόμητες, δηλαδή επόπτες ή εκπρόσωποι του βασιλιά. Αναγνωρίστηκαν δικαιώματα όπως η κοπή νομίσματος και η κατοχή των περιτειχίσεων. Επί αιώνες σε διάφορες πόλεις ο κόμης ήταν ο επίσκοπος. Αυτό γινόταν τόσο για τη σωτηρία της ψυχής των βασιλέων που θεσμοθετούσαν όλα αυτά όσο και γιατί έτσι ο βασιλιάς εμπιστευόταν τη διοίκηση σε σίγουρα χέρια, γιατί δεν ετίθετο θέμα διαδοχής του επισκόπου αλλά και επειδή αυτός ήταν ο πιο υπάκουος από τους άλλους φεουδάρχες. Ωστόσο η διαμάχη μεταξύ Πάπα και Αυτοκράτορα είχε ως αποτέλεσμα οι επίσκοποι-κόμητες δεν μπορούσαν να θεωρούνται πιστοί αξιωματούχοι της γερμανικής αυτοκρατορικής εξουσίας. Στη Γερμανία η εκκλησιαστική ιεραρχία έπαιζε αρνητικό ρόλο στην διατήρηση του εθνικού κράτους.

7)      Η κληρονομιά των Καρολιγγείων συνεχίστηκε έπειτα διαφορετικά: Είτε πολλές επισκοπές από τον 10ο αιώνα περιήλθαν υπό την εξάρτηση ηγεμόνων και κομήτων, όπως έγινε στην Γαλλία· είτε πολλαπλασιάζονται οι παραχωρήσεις κομητειών προς τους επισκόπους, όπως στη Γερμανία. Είτε σπάνια μια τοπική εκκλησία συγκέντρωνε κομητείες, και επειδή αναδύθηκε γρήγορα η εξουσία της κοινότητας της πόλης, όπως στην Ιταλία, οι πόλεις της βόρειας Ιταλίας αυτοπαρουσιαζόμενες ως κληρονόμοι του επισκόπου ή εν ονόματί του επέβαλαν άτυπα την ανεξαρτησία τους.

8)      Η Εκκλησία κατείχε, ωστόσο, μεγάλες εκτάσεις γης. Μέρος αυτών κατάφερνε να αρπάξει η φεουδαρχία είτε με την απειλή είτε με την συγκατάθεση των επισκόπων είτε με την απροκάλυπτη αρπαγή είτε μέσω της αβουερί (avouerie): Αρχικά, επί των Καρολιγγγείων κάθε εκκλησία που παρείχε άσυλο εφοδιαζόταν με έναν λαϊκό εκπρόσωπο διορισμένο από το κράτος, ώστε αφενός οι κληρικοί να μην ασχολούνται με κοσμικά καθήκοντα, αφετέρου ο αβουέ (avoué) να είναι εκπρόσωπος της μοναρχίας, να συγκαλεί τις συνάξεις και να παραπέμπει στο κομητειακό δικαστήριο όσους δεν μπορούσαν οι άνθρωποι του βασιλιά να προσάξουν. Ο Αβουέ αμειβόταν με τη λήψη ενός μπιενφαί. Μετά την διάλυση του καρολίγγειου κράτους έγινε βασάλος του επίσκοπου ή των μοναχών οι οποίοι των επέλεγαν· επίσης έγινε δικαστής αλλά και πολέμαρχος ο οποίος υπερασπιζόταν την εκκλησία. Ως πολέμαρχος ζητούσε αμοιβές. Οι αβουέ δημιούργησαν υπο-αβουέ, sous-avoués. Ο αβουέ εκτός από τον διορισμό του αββά της εκκλησίας γινόταν ενίοτε και ο ίδιος αββάς. Με δυο λόγια νέμονταν την εκκλησιαστική περιουσία στο όνομα της προστασίας της. Ο 10ος αιώνας είδε την ακμή των αβουέ, μετά η Εκκλησία πέρασε στην αντεπίθεση, με την γρηγοριανή μεταρρύθμιση και περιόρισε τον ρόλο τους διαφυλάσσοντας την περιουσία της ή επανακτώντας την. Σε αυτό την βοήθησες και η υποστήριξη των μεγάλων μοναρχικών ή ηγεμονικών εξουσιών οι οποίες σταδιακά αύξαναν την ισχύ τους.

ΑΣΤΟΙ

1)       Υπήρχαν διαιρέσεις μεταξύ της αγροτικής κοινότητας, τόσο ως προς το ζήτημα της δουλοπαροικίας ή της ελευθερίας όσο και ως προς την διαφορετική κατοχή πλούτου.

2)       Οι έμποροι και οι βιοτέχνες βρίσκονταν στο περιθώριο του αγροτικού πληθυσμού και των ευγενών. Ωστόσο στις γλώσσες της εποχής δεν γινόταν διάκριση μεταξύ πόλης και χωριού. Το burg σήμαινε κάθε οχυρωμένο χώρο, το cite δήλωνε τις έδρες των επισκόπων. Από τον 11ο αιώνα η λέξη bourgeois χρησιμοποιείται σε διαφοροποίηση με τις λέξεις ιππότης, κληρικός, βιλάνος.

3)       Ο μπουζουά της πρώτης αστικής εποχής συμμερίζεται με τον ιππότη την τάση για οπλοφορία και το πολεμικό μένος. Επίσης καλλιεργεί τα χωράφια του εντός κι εκτός των τειχών, αλλά οι δραστηριότητες και τάσεις αυτές είναι συμπληρωματικές του τρόπου ζωής του, κατάλοιπα άλλων εποχών και όχι κύρια χαρακτηριστικά.

4)       Ο αστός της φεουδαλικής εποχής ζει από τις ανταλλαγές, από τη διαφορά μεταξύ τιμής αγοράς και τιμής πώλησης ενός προϊόντος ή μεταξύ δανειζόμενου κεφαλαίου και επιστρεφόμενης αξίας. Καθώς οι θεολόγοι και οι ευγενείς αμφισβητούν τη νομιμότητα των πρακτικών και των αξιών του, αυτός βρίσκεται σε αντίθεση με την ηθική της εποχής του. Του φαίνονται ανυπόφορα τα χωροδεσποτικά δικαιώματα πάνω στη γη, μια κι αυτός ενδιαφέρεται για την κερδοσκοπία. Το ίδιο νοιώθει για την πολλαπλότητα των εξουσιών καθώς και την ανομοιογένεια του νομικού συστήματος. Επίσης ανυπόφορη του φαίνονται η ασυλία και τα διάφορα δικαιώματα που απολαμβάνουν οι κληρικοί και οι ιππότες.

5)       Για την αντιμετώπιση της τοπικής αυθαιρεσίας ο αστός της εποχής εκείνης προσφεύγει στις μεγάλες μοναρχικές ή εδαφικές εξουσίες, εκτός από την διεκδίκηση ελευθεριών για την πόλη του. Οι εξουσίες αυτές ενδιαφέρονται για την εξασφάλιση της ευημερίας πλουσίων φορολογουμένων και για την καταστροφή της φεουδαλικής δομής.

6)       Ενώ στη φεουδαλική αντίληψη υπήρχε ο όρκος βοήθειας και υποταγής μεταξύ ενός υποτελούς κι ενός κυρίου, μεταξύ των αστών της εποχής αναπτύσσεται ο αμοιβαίος όρκος μεταξύ ίσων, με υπόσχεση αλληλοβοήθειας, και αυτή η ένορκη συσπείρωση στη Γαλλία ονομάζεται commune, και συνιστά κάτι πρωτότυπο σε σχέση με την ανισότητα της βασαλικής σχέσης. Έτσι αντιμετωπιζόταν η ανησυχία των ισχυρών, άμεσα απειλούμενων στην εξουσία, στα εισοδήματα και στο γόητρο, η ανησυχία των εκκλησιαστικών ηγετών για την αψήφηση των δικαιωμάτων τους από τους αστούς, η περιφρόνηση και αντιπάθεια των ιπποτών προς το εμπορικό πνεύμα και η αγανάκτηση των κληρικών για την τοκογλυφία και την κερδοσκοπία του εμπόρου.

ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

1)   Παρατηρείται κατακερματισμός των δικαστικών εξουσιών, αλληλοδιείσδυσή τους, μέτρια αποτελεσματικότητας. Συχνά οι αντίδικοι δεν εξακρίβωναν σε ποιο δικαστήριο θα έπρεπε να επιλύσουν τις διαφορές τους. Υπήρχαν αντιφατικές αρχές εκδίκασης, διαφορετικές παραδόσεις.

2)      Η αποδεικτική διαδικασία ήταν στοιχειωδώς απλή, οι μαρτυρίες δεν διερευνούνταν, τεχνικές προπαρασκευαστικές δεν υπήρχαν. Δυνατότητα έφεσης υπήρχε μόνο με τη δυνατότητα δίωξης σε ανώτερο δικαστήριο των δικαστών του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Τα δικαστήρια, αντίθετα, της Εκκλησίας ήταν πιο οργανωμένα.

3)      Ο χωροδεσπότης ήταν και δικαστής. Όσο η βασιλική εξουσία ελαττωνόταν, τόσο η δικαστική του εξουσία αυξανόταν, λ.χ. οι βασιλικοί αξιωματούχοι δεν μπορούσαν να εισέρχονται στον άσυλο χώρο και ο ρόλος τους απλώς περιοριζόταν στο να προεδρεύουν στη δίκη και να επιβάλουν την εκτέλεση των αποφάσεων. Επίσης περιοριζόταν ο ρόλος των λαϊκών συνάξεων-δικών, αλλά αυτός δεν εξαλείφθηκε ποτέ ολοκληρωτικά. Στη Γαλλία και τη βόρεια Ιταλία η χωροδεσποτική δικαιοσύνη ήταν ισχυρή και οι αρμοδιότητες του βασιλικού δικαστηρίου λίγες, ενώ αυτές του γερμανικού βασιλικού δικαστηρίου αρκετές.

4)      Πάντα γινόταν διάκριση μεταξύ σοβαρότερων και ελαφρύτερων περιπτώσεων για πράξεις που συνέβαιναν στο ίδιο έδαφος, και ανάλογα δίκαζε ο φεουδάρχης («κάτω δικαστήρια») ή ο ηγεμόνας (άνω δικαστήρια). Ενώ αρχικά μόνο τα μεγάλα δικαστήρια μπορούσαν να καταδικάσουν σε θάνατο, στην πρώτη φεουδαλική εποχή το δικαίωμα αυτό απέκτησαν και τα φεουδαλικά δικαστήρια. Στα κομητειακά δικαστήρια εκδικάζοναν οι υποθέσεις σχετικά με την κατοχή Αλλέ.

5)      Ποινές: όσο τα βαρβαρικά κράτη και η αυτοκρατορία του Καρλομάγνου ήταν ισχυρά, οι καταδίκες σε θάνατο ήταν ελάχιστες και μόνο τα εγκλήματα που έθεταν σε κίνδυνο τη δημόσια γαλήνη τιμωρούνταν με θάνατο. Συνήθως γινόταν συμβιβασμός με καταβολή αποζημίωσης. Όταν, όμως, λόγω της κατάρρευσης των κρατών ως δίκαιο υπερίσχυσαν οι βεντέτες, οι αντεκδικήσεις (μεγάλος αριθμός διαφορών επιλύονταν μέσω της μονομαχίας) και οι βιαιοπραγίες, τότε, δηλαδή γύρω στον 10ο αιώνα ο ποινικός κώδικας άρχισε να παίρνει την όψη άκρας σκληρότητας την οποία διατήρησε μέχρις ότου τον απάλυναν οι ανθρωπιστικές ιδέες. Έτσι, προκειμένου να τρομάξουν οι κακοί και να εξαλειφθεί ο πόνος, ο ποινικός κώδικας γινόμενος σκληρός κατέληξε να συντηρεί την αδιαφορία για τον ανθρώπινο πόνο.

ΒΑΣΙΛΕΙΑ

1)  Οι βασιλείς των βαρβαρικών κρατών είχαν κληρονομήσει τόσο τον παγανιστικής προέλευσης χαρακτήρα του ημίθεου ήρωα βασιλιά όσο και την χριστιανική-ρωμαϊκή αντίληψη του εστεμμένου από το θεό. Οι Φράγκοι βασιλείς χρίονταν με μύρο. Το τυπικό του χρίσματος προφανώς έδινε στην Εκκλησία ανωτερότητα έναντι του χριζόμενου και γι’ αυτό οι πρώτοι βασιλείς της ανατολικής Φραγκίας (Γερμανίας) αμέλησαν ή αρνήθηκαν το χρίσμα, το οποίο έπειτα αποδέχτηκαν για να μην υστερήσουν έναντι των βασιλέων της Δυτικής Φραγκίας (Γαλλίας). Μόνο οι βασιλείς και όχι οι φεουδάρχες διεκδικούσαν το χρίσμα.

2)      Οι βασιλείς από τη μια δεν ήταν ιερείς με τη στενή, χριστιανική έννοια, αλλά από την άλλη δεν θεωρούνταν καθαρώς λαϊκοί. Προσπαθώντας να ελέγξουν την Εκκλησία θεωρούσαν ότι δρουν ως μέλη της. Η Εκκλησία και η γρηγοριανή μεταρρύθμιση του 11ου αι. αντιδρούσε και υπεραμύνονταν της διάκρισης πνευματικού και κοσμικού, φυσικά προκειμένου να τονίσουν ότι το πρώτο είναι ανώτερο του δεύτερου, όπως αντίστοιχα, κατά συνέπεια, οι εκπρόσωποι του καθενός από τα δυο.

3)      Παρά ταύτα γύρω από τους βασιλείς δημιουργούνταν θρύλοι και παραδόσεις, μεταξύ 9ου και 13ου αιώνα, όπως αυτός της ικανότητας τους να θεραπεύουν όποιον άγγιζαν ή την ιστορία του θαυματουργού λαδιού με το οποίο χρίονταν οι Φράγκοι ηγεμόνες. Ενώ η ισχύς των βασιλέων είχε μειωθεί, ωστόσο παρατηρούμε ότι υπάρχουν μόνο τρεις βασιλείς που βρήκαν το θάνατο από το χέρι των υπηκόων τους.

4)      Η διαδοχή στη βασιλική εξουσία. Στην εποχή εκείνη έδιναν διαφορετική σημασία στις έννοιες της κληρονομικότητας και της εκλογής, έτσι ώστε να υφίσταται ένας συνδυασμός των δυο αυτών αρχών, όπως φαντάζονταν τα πράγματα οι άνθρωποι της εποχής εκείνης. Η εκλογή θεωρήθηκε όχι τόσο ως άσκηση της ελεύθερης βούλησης όσο ως υπακοή σε ένα είδος ενδόμυχης αποκάλυψης η οποία οδηγούσε στην επιλογή του σωστού ηγέτη. Από την άλλη η κληρονομικότητα προϋπέθετε την πίστη στην κληρονομική ικανότητα ενός γένους μόνο, ικανού να παρέχει άξιους ηγέτες. Δεν ήταν κληρονομικότητα από ένα άτομο, το βασιλιά, σε μόνο ένα άλλο άτομο, αλλά στο γένος του, μέσα από το οποίο εκλεγόταν ο νέος βασιλιάς. Χωρίς να αποκλείεται η περίπτωση ενόσω ζούσε ο βασιλιάς να είχε επιλέξει τον διάδοχό του, ή η, δημοφιλής στη Γερμανία, προσαρμοσμένη ρωμαϊκή λογική ότι τον αυτοκράτορα εκλέγει ο στρατός ήτοι οι μεγαλοφεουδάρχες. Το έθιμο της πρωτοτοκίας, της επιλογής του πρωτότοκου για βασιλιά επιβλήθηκε σταδιακά, κατ’ απομίμηση του αντίστοιχου εθίμου στα φέουδα, όχι χωρίς αντίσταση στην Γερμανία.

5)      Αυτοκρατορία. Αυτοκράτορας της «Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας» ήταν όποιος είχε στεφθεί στη Ρώμη από τον ίδιο τον Πάπα. Αλλά από ένα σημείο κι έπειτα μόνον ο εκλεκτός των γερμανών μεγιστάνων ήταν νόμιμος υποψήφιος για την στέψη αυτή. Η αντίληψη ότι ο Γερμανός βασιλιάς ήταν και συνεχιστής των Καισάρων και δη των χριστιανών Ρωμαίων αυτοκρατόρων άλλοτε συγκινούσε απλώς τους μορφωμένους κληρικούς, άλλοτε και τους βασιλείς οι οποίοι εκπαιδεύονταν από παιδαγωγούς που ήταν κληρικοί. Η επιμονή όμως της Εκκλησίας της Ρώμης στην ψευδο-Donatio του Κωνσταντίνου δια της οποίας αυτός έδινε την κυριαρχία στη Δύση, φεύγοντας για την Κωνσταντινούπολη, στον Πάπα ενοχλούσε τους γερμανούς βασιλείς και το περιβάλλον τους τόσο ώστε αμφέβαλλαν για την αυθεντικότητά της. Από ένα σημείο κι έπειτα οι γερμανοί βασιλείς στέφονταν στο Αιξ-λα-Σαπέλ θέλοντας να δείξουν ότι θεωρούν εαυτούς κληρονόμους του Καρλομάγνου, παρ’ όλο που οι Σάξονες δεν είχαν καλές αναμνήσεις από αυτόν. Επίσης οι φεουδάρχες και οι αυτοκράτορες που κατάγονταν από την Σαξωνία, τη Φραγκία, την Βαβαρία και την Σουηβία ένοιωθαν στην πραγματικότητα ξένοι έναντι των σύγχρονών τους Ρωμαίων, κατακτητές τους. Δεν τους αγαπούσαν, ούτε και τους εκτιμούσαν· από την άλλη οι τοτινοί Ρωμαίοι τούς απεχθάνονταν. Ένας Σουαβός μοναχός παρατηρούσε τον 9ο αιώνα ότι οι Λατίνοι διακωμωδούσαν τις γερμανικές λέξεις.

6)      Εννοείται ότι οι διακηρύξεις περί παγκόσμιας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν πομπώδεις. Ένας μικροκόμης στασιάζει, οχυρώνεται στο κάστρο του και ο αυτοκράτορας Ερρίκος Β’ καθηλώνεται εκεί επί τρεις μήνες. Το πέρασμα των Άλπεων από την Ιταλία στη Γερμανία και αντίστροφα, από τον Αυτοκράτορα ήταν αξιοσημείωτο γεγονός. Αρκούσε η ανταρσία των Ρωμαίων ή των κατοίκων του Τίβολι, η κατάληψη ενός κάστρου σε ένα πέρασμα από έναν φεουδάρχη, για να είναι αναποτελεσματική η άσκηση της αυτοκρατορικής εξουσίας, τουλάχιστον ως τον Φρειδερίκο Μπαρμπαρόσσα (στέψη το 1152).

7)      Αντίστοιχα οι δούκες της Φραγκίας που αργότερα έγιναν βασιλιάδες ποτέ δεν άσκησαν πραγματική εξουσία σε άλλα μέρη έξω από τις κομητείες όπου κυβερνούσαν πραγματικά και οι οποίες περιορίζονταν στα 897 σε λίγες κομητείες γύρω από το Παρίσι, την Ορλεάνη και τον Κάτω Λίγηρα.

8)      Όπως και με τους φεουδάρχες έτσι και με τον αυτοκράτορα δεν φαινόταν να υφίσταται διαχωρισμός μεταξύ του συγκεκριμένου βασιλιά και της αφηρημένης έννοιας της εξουσίας. Για παράδειγμα, όταν ενθρονιζόταν νέος βασιλιάς πολλοί τού ζητούσαν την επανεπιβεβαίωση των προνομίων που ο προκάτοχός του είχε δώσει σ’ αυτούς.

9)      Τα θεμελιώδη καθήκοντα του βασιλιά ήταν να προστατεύει τον Χριστιανισμό και να ενδιαφέρεται για την πνευματική  σωτηρία του λαού του, να υπερασπίζεται τον λαό από εξωτερικούς εχθρούς και να επιβάλει την εσωτερική ειρήνη και την δικαιοσύνη. Τον 12ο αιώνα αρχίζουν οι ηγεμόνες να ασχολούνται με την κατασκευή δημόσιων έργων και τον 13ο αιώνα αρχίζουν να καθορίζουν τις τιμές και να ασκούν μια υποτυπώδη οικονομική πολιτική.

10)  Παρά τον απολυταρχισμό της βασιλικής εξουσίας ο βασιλιάς έπρεπε ή συνηθιζόταν να ζητάει την γνώμη των ισχυρότερων υπηκόων του και αρκετοί βασιλείς δεν παρέλειπαν να θυμίζουν στις διακηρύξεις τους την αναγκαιότητα αυτήν. Όχι ότι ήταν απαράβατος κανόνας, αλλά δεν έπρεπε να διακηρύσσεται δημόσια αντίθετη πολιτική.

11)  Στη δεύτερη φεουδαλική εποχή, από τις αρχές του 11ου αιώνα στη Γαλλία οι βασιλείς άρχισαν είτε να καταλαμβάνουν κομητείες δίχως να εγκαθιστούν σε αυτές νέους κόμητες είτε έθεταν στις κομητείες ως μόνους εκπρόσωπους της βασιλικής εξουσίας ασήμαντα άτομα, ώστε να εκλείψει η κληρονομικότητα και να δημιουργείται πρόβλημα για τη βασιλεία. Εμφανίζονται δηλαδή στη Γαλλία στην ανώτερη διοικητική βαθμίδα έμμισθοι υπάλληλοι. Στη Γερμανία η μοναρχία έμεινε πιστή πολύ περισσότερο στο καρολίγγειο πρότυπο από την Γαλλία: Ο βασιλιάς κυβερνά με τη βοήθεια των κομήτων, που άργησαν πολύ να γίνουν κληρονομικοί. Η Εκκλησία ελέγχεται από το βασιλιά, όχι από τους φεουδάρχες έως την εποχή της διαμάχης Πάπα-Αυτοκράτορα. Δεν υπήρχε διαρκής στρατός, φόροι άλλοι εκτός από τις χρηματικές υπηρεσίες των εκκλησιών, ούτε έμμισθοι υπάλληλοι. Η μοναρχία κατακερματιζόταν λόγω της παραπάνω διαμάχης Εκκλησίας-Αυτοκράτορα και της μετατροπής των εκπροσώπων του βασιλιά σε κληρονομικούς χωροδεσπότες. Όπως και στη Γαλλία έτσι και στη Γερμανία αναδυόταν εξουσία εκσυγχρονισμένη, κράτη οργανωμένα, σχετικά ευνομούμενα, με συνελεύσεις, φορολογία κ.λπ., αλλά σε αντίθεση με τη Γαλλία στη Γερμανία υπήρχαν πολλά τέτοια κράτη, όχι ένα κράτος. Η σχετική γερμανική καθυστέρηση της κοινωνικής εξέλιξης και η πανευρωπαϊκή διαμόρφωση συνθηκών κατάλληλων για τη συγκέντρωση της δημόσιας ισχύος οδήγησαν στο παραπάνω αποτέλεσμα. Στην Αγγλία οι τοπικοί κέλτες και αγγλοσάξωνες αρχηγοί είχαν κατασφαγεί είτε κατά την Κατάκτηση είτε κατά τις αναρίθμητες εξεγέρσεις, έτσι ώστε το Κράτος να μην κινδυνεύει. Στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγούσε η απιστία των μεγαλοβαρώνων τους οποίους διόριζε ο νορμανδός βασιλιάς. Οι κόμητες των Κομητειών αποκτούσαν μικρές εξουσίες από τους Νορμανδούς βασιλείς κι έτσι ήταν ακίνδυνοι για την ακεραιότητα του Κράτους. Επίσης ήδη στα 1170 ο άγγλος βασιλιάς είχε το δικαίωμα να καθαιρέσει μονομιάς όλους κόμητες. Στην Αγγλία το δημόσιο λειτούργημα, σε αντίθεση με την ηπειρωτική Ευρώπη, δεν ταυτίστηκε ποτέ ολοκληρωτικά με το φέουδο, γι’ αυτό ήταν ένα αληθινά ενιαίο κράτος. Επίσης ορκίζονταν όλοι, όχι μόνο οι ανώτεροι φεουδάρχες, στο βασιλιά, ήδη στα 1086, ενώ οι συνελεύσεις ελεύθερων ανθρώπων διατηρήθηκαν βοηθώντας έτσι την αγγλική βασιλική εξουσία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου