Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΡΟΤΣΚΙ: ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΚΟΚΚΙΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΛΕΥΚΟΥΣ


ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΚΟΚΚΙΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΛΕΥΚΟΥΣ

ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ


Το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ θα δημοσιεύσει σε 11 συνέχειες το βιβλίο του ΛΕΩΝ ΤΡΟΤΣΚΙ "Ανάμεσα στους κόκκινους και τους Λευκούς" ένα ιδεολογικό αριστούργημα που διαπραγματεύεται το κεφαλαιώδες θέμα, Μαρξισμός και Εθνικό ζήτημα. Σήμερα δημοσιεύουμε μία μικρή αφιέρωση του συγγραφέα στη μνήμη εργατών που έπεσαν για την υπόθεση της ελευθερίας του Ανθρώπου, διευκρινίζοντας πώς το βιβλίο αυτό γράφτηκε με σκοπό να ξεσκεπάσει τα ψέματα και τις συκοφαντίες που σηκώθηκαν σύννεφο απ΄ το στρατόπεδο των καταπιεστών, εκμεταλλευτών, ιμπεριαλιστών, ληστών και δολοφόνων και των πληρωμένων πολιτικών υπηρετών και των εθελοντών λακέδων τους.

Επίσης δημοσιεύουμε και την ΕΙΣΑΓΩΓΗ του βιβλίου



Αφιέρωση του συγγραφέα
Στη μνήμη του Στέπαν Σαουμυάν, του Αλεξέι Τζαπαρίτζε και άλλων 24 κομουνιστών του Μπακού, που τουφεκίστηκαν χωρίς δίκη, σε ένα ερημικό σημείο ανάμεσα στους σταθμούς του Περεβάλ και του Ακτσά Κουν στην Υπερκαυκασία, στις 20 του Σεπτέμβρη 1918, από τον Τηγκ-Τζόουνς, επικεφαλής της βρετανικής στρατιωτικής αποστολής στην Ασχαμπάντ, εν γνώσει και με τη συγκατάθεση των άλλων βρετανικών αρχών στην Υπερκαυκασία, ειδικά του διοικητή των βρετανικών δυνάμεων στην Υπερκαυκασία, υποστράτηγου Τόμπσον

Στη μνήμη των εργατών που τουφεκίστηκαν από τη μενσεβίκικη κυβέρνηση στη διάρκεια μιας συγκέντρωσης στους κήπους του Αλεξάνδρου στην Τυφλίδα, στις 10 Φεβρουαρίου 1918

Στη μνήμη των δεκάδων, εκατοντάδων και χιλιάδων Καυκάσιων κομουνιστών, που έπεσαν στον αγώνα για το σοβιετικό καθεστώς, που τουφεκίστηκαν, απαγχονίστηκαν, βασανίστηκαν μέχρι θανάτου, από τη "δημοκρατική" κυβέρνηση συνασπισμού της Υπερκαυκασίας, τη μενσεβίκικη κυβέρνηση της "δημοκρατικής" Γεωργίας, από τα στρατεύματα του Σουλτάνου, συμμάχου των "δημοκρατών" της Υπερκαυκασίας, από τα στρατεύματα των Χοενζόλλερν, προστατών της μενσεβίκικης Γεωργίας, από τα βρετανικά στρατεύματα που εισέβαλλαν στη Γεωργία για να πολεμήσουν από κοινού με τους μενσεβίκους ενάντια στους κομουνιστές, από τους λευκοφρουρούς του Ντενίκιν και του Βράγγελ, βοηθούμενους άμεσα και έμμεσα από τους Γεωργιανούς μενσεβίκους

Στη μνήμη των επαναστατών ηγετών των αγροτικών εξεγέρσεων στην Οσσετία, την Αμπχαζία, την Ατζαρία τη Γκουρία κλπ., που τουφεκίστηκαν από τη μενσεβίκικη κυβέρνηση της Γεωργίας


ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Καθώς γράφονται αυτές οι γραμμές, απέχουμε λιγότερο από τρεις βδομάδες από την καθορισμένη ημερομηνία για τη διάσκεψη της Γένοβας[1]. Κανείς απ' ότι φαίνεται δε μπορεί να πει πόσος χρόνος μας χωρίζει από την πραγματική έναρξη των εργασιών της. Η διπλωματική καμπάνια που έχει υφανθεί γύρω απ' αυτή τη διάσκεψη, συνδέεται πολύ στενά με την πολιτική καμπάνια ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία. Ανάμεσα στη διπλωματία της αστικής τάξης και τη σοσιαλδημοκρατία της, τηρείται πιστά η αρχή του καταμερισμού της εργασίας. Η διπλωματία διεξάγει τις ίντριγκές της, ενώ η σοσιαλδημοκρατία κινητοποιεί την κοινή γνώμη ενάντια στη δημοκρατία των εργατών και των αγροτών.

Ποιος είναι ο στόχος αυτών των δημοκρατών; Να επιβάλλουν στην επαναστατική Ρωσία το βαρύτερο δυνατό φόρο υποτέλειας. Να την υποχρεώσουν να πληρώσει τις μεγαλύτερες επανορθώσεις. Και να δημιουργήσουν τα μεγαλύτερα δυνατά προνόμια για τους ξένους και Ρώσους χρηματιστές, βιομηχάνους και τοκογλύφους, ενάντια στους εργάτες και τους αγρότες. Η μάσκα που μέχρι τώρα κάλυπτε αυτές τις απαιτήσεις, δηλ. η "δημοκρατία", το "δίκαιο", η "ελευθερία", κλπ., πετάχτηκε στην άκρη από την αστική διπλωματία, όπως ακριβώς ο έμπορος πετάει το χάρτινο περιτύλιγμα από ένα κομμάτι ύφασμα όταν χρειάζεται να επιδείξει το εμπόρευμα, να παζαρέψει και να το μετρήσει σε γυάρδες.

Αλλά η αστική κοινωνία δεν επιτρέπει να πεταχτεί τίποτα. Το χάρτινο περιτύλιγμα του "δικαίου", παραδίνεται στη σοσιαλδημοκρατία, γιατί τυχαίνει να αποτελεί το εμπόρευμα στο οποίο ειδικεύεται, το εργαλείο της δουλειάς της, για να το πούμε έτσι. Η Δεύτερη Διεθνής[2] - και ότι λέγεται σχετικά με αυτήν έχει επίσης εφαρμογή στην αριστερή της σκιά, την "δυόμισι" Διεθνή - κάνει κάθε προσπάθεια για να αποδείξει στους εργάτες ότι, αφού η σοβιετική κυβέρνηση παραβιάζει το "δίκαιο" και τη "δημοκρατία", οι μοχθούσες μάζες της Ρωσίας δεν αξίζουν καμία υποστήριξη στον αγώνα τους ενάντια στους τοκογλύφους του κόσμου.

Διαπράξαμε την πιο κατάφωρή μας πράξη ασέβειας προς το "δίκαιο" και τη "δημοκρατία", όπως όλοι γνωρίζουν, με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Αντιπροσωπεύει το προπατορικό μας αμάρτημα. Στα πρώτα της χρόνια, η μπουρζουαζία προσπάθησε να καταστρέψει την επανάσταση με το ξίφος. Τώρα αρκείται στο να εισάγει ουσιώδεις καπιταλιστικές τροποποιήσεις. Ο αγώνας τώρα επικεντρώνεται γύρω από την έκταση αυτών των τροποποιήσεων.

Η Δεύτερη Διεθνής, παρ' όλα αυτά, θέλει να επωφεληθεί από τη διάσκεψη για να αποκαταστήσει το "δίκαιο" - που απ' ότι φαίνεται αντιστοιχεί σ' ένα πολύ συγκεκριμένο πρόγραμμα: να μην αποδεχτούν στη Γένοβα τους "καταχραστές", "δικτάτορες", "τρομοκράτες" της σοβιετικής κυβέρνησης, αλλά να καλέσουν αντί γι' αυτούς τα δημοκρατικά λείψανα της Συντακτικής Συνέλευσης. Αλλά μια τέτοια διατύπωση του ζητήματος θα ήταν εμφανώς γελοία, εκτός του ότι θα πήγαινε κόντρα στα σχέδια της αστικής τάξης. Η Δεύτερη Διεθνής καθόλου δεν αποβλέπει στον τίτλο του περιπλανώμενου ιππότη της δημοκρατίας. Είναι απλά ο Σάντσο Πάντσα της. Δεν τολμάει να βάλει το θέμα στις πλήρεις του διαστάσεις. Λαχταράει απλά να αποκομίσει κάποια μικροκέρδη.

Λάβαρο του αγώνα για τα μικροκέρδη των δημοκρατών, γίνεται αυτή τη στιγμή η Γεωργία. Η σοβιετική επανάσταση στη Γεωργία επήλθε μόλις πριν από ένα χρόνο. Στο τιμόνι της Γεωργίας βρισκόταν τότε ένα κόμμα της Δεύτερης Διεθνούς. Η μενσεβίκικη[3] δημοκρατία ελισσόταν συνεχώς ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και την προλεταριακή επανάσταση, πηγαίνοντας με το μέρος του πρώτου στον αγώνα του ενάντια στη δεύτερη. Αυτό ταιριάζει απόλυτα με το ρόλο της Δεύτερης Διεθνούς. Οι Γεωργιανοί μενσεβίκοι πλήρωσαν με την πτώση τους τους δεσμούς που είχαν με την αντεπανάσταση. Το ίδιο αναπότρεπτο τέλος επιφυλάσσεται στην ίδια τη Δεύτερη Διεθνή. Δεν είναι περίεργο λοιπόν που ο αγώνας της διεθνούς σοσιαλδημοκρατίας για μια "δημοκρατική" Γεωργία έχει πάρει με κάποια έννοια συμβολικό χαρακτήρα.

Κι' όμως, ακόμη και οι πιο γόνιμοι εγκέφαλοι της Δεύτερης Διεθνούς δεν μπόρεσαν να αναπτύξουν έστω και ένα επιχείρημα υπέρ των αξιώσεων των Γεωργιανών μενσεβίκων, που να μην έχει ήδη φθαρεί από τους υπερασπιστές των "δημοκρατικών δικαιωμάτων", Μιλιούκωφ[4], Κερένσκυ[5], Τσερνώφ[6] και Μάρτωφ[7]. Από άποψη αρχών, δεν υπάρχει η παραμικρή διαφορά ανάμεσα στις δύο ομάδες διεκδικητών. Οι σοσιαλδημοκράτες παρουσιάζουν τώρα in octavo[8] αυτά που ο ιμπεριαλιστικός τύπος έχει προηγούμενα παρουσιάσει in folio[8]. Μπορεί κανείς εύκολα να πειστεί γι' αυτό ξεφυλλίζοντας την απόφαση της εκτελεστικής επιτροπής της Δεύτερης Διεθνούς για το ζήτημα της Γεωργίας.

Το κείμενο της απόφασης αξίζει να εξεταστεί. Το ύφος του δεν καθρεφτίζει απλά τους ανθρώπους, αλλά το κόμμα. Ας ακούσουμε το πολιτικό ύφος της Δεύτερης Διεθνούς όταν απευθύνεται στην προλεταριακή επανάσταση:

1. Το έδαφος της Γεωργίας καταλήφθηκε από τα στρατεύματα της μοσχοβίτικης κυβέρνησης, η οποία συντηρεί στη Γεωργία μία κυβέρνηση μισητή από τον πληθυσμό και θεωρείται από το προλεταριάτο όλου του κόσμου σαν η μόνη υπεύθυνη για την καταστροφή της δημοκρατίας της Γεωργίας και για το τρομοκρατικό καθεστώς που εγκαθιδρύθηκε σ΄ αυτή τη χώρα.

Αυτή δεν είναι η γλώσσα που χρησιμοποιείται τα τελευταία τέσσερα χρόνια από τον αντιδραστικό τύπο ολόκληρου του κόσμου σε σχέση με το σύνολο της Σοβιετικής Ομοσπονδίας; Δεν ισχυρίζεται ότι το σοβιετικό καθεστώς είναι μισητό από το λαό της Ρωσίας και συντηρείται με στρατιωτική τρομοκρατία; Ότι κρατήσαμε την Πετρούπολη και τη Μόσχα με τη βοήθεια "συνταγμάτων από τη Λετονία, την Κίνα, τη Γερμανία και το Μπασκίρ"; Ότι η εξουσία των σοβιέτ επεκτάθηκε "βίαια" στην Ουκρανία, τη Σιβηρία, το Ντον, το Κουμπάν, το Αζερμπαϊτζάν; Αν τώρα, αφού τσακίσαμε τον αντιδραστικό όχλο, η Δεύτερη Διεθνής επαναλαμβάνει τις ίδιες φράσεις, λέξη προς λέξη, μονάχα σε σχέση με τη Γεωργία, αλλάζει αυτό σε τίποτα το χαρακτήρα τους;

2. Η ευθύνη της μοσχοβίτικης κυβέρνησης έχει παραπέρα αυξηθεί από τα πρόσφατα γεγονότα στη Γεωργία, ειδικά μετά από τις απεργίες διαμαρτυρίας που οργανώθηκαν από τους εργάτες (;) και καταπνίγηκαν βίαια, όπως γίνεται από αντιδραστικές κυβερνήσεις.

Ναι, η κυβέρνηση της Γεωργίας ματαίωσε με τη βία τα σχέδια των μενσεβίκων ηγετών της γραφειοκρατίας των σιδηροδρόμων, των μικροαξιωματούχων και των λευκοφρουρών[9] αξιωματικών που δεν πρόλαβαν να ξεφύγουν, να κάνουν σαμποτάζ ενάντια στο κράτος των εργατών και των αγροτών. Αναφερόμενος σε αυτή την καταπίεση, ο Μέρχαϊμ, γνωστός μικροϋπηρέτης του ιμπεριαλισμού στη Γαλλία, γράφει για "χιλιάδες" Γεωργιανούς πολίτες που εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. "Ανάμεσα σ' αυτούς τους πρόσφυγες," παραθέτουμε κατά λέξη, "υπήρχε ένας μεγάλος αριθμός από αξιωματικούς, πρώην αξιωματούχους της Δημοκρατίας, και όλοι οι ηγέτες της Εθνοφρουράς". Αυτός ακριβώς δηλαδή ο μενσεβίκικος μηχανισμός, που επί τρία χρόνια καταπίεζε αμείλικτα τους επαναστάτες εργάτες και τους ολοένα εξεγειρόμενους Γεωργιανούς αγρότες, και μετά την ανατροπή των μενσεβίκων παρέμεινε έτοιμο εργαλείο για τις παλινορθωτικές απόπειρες της Αντάντ[10] . Το ότι η επαναστατική κυβέρνηση της Γεωργίας αντιμετώπισε αποφασιστικά το σαμποτάζ της γραφειοκρατίας, θα το παραδεχτούμε. Αλλά αυτό ακριβώς το πράγμα έχουμε κάνει σε όλο το έδαφος της επανάστασης. Η εγκαθίδρυση της κυριαρχίας των σοβιέτ στην Πετρούπολη και τη Μόσχα, συνάντησε το πρώτο της εμπόδιο στην απόπειρα απεργίας των σιδηροδρόμων, κάτω από την καθοδήγηση της μενσεβίκικης και σοσιαλεπαναστατικής[11] γραφειοκρατίας. Με την υποστήριξη των εργατών, τσακίσαμε αυτή τη γραφειοκρατία, την καθαρίσαμε και την υποτάξαμε στην εξουσία των εργαζομένων. Τα αντιδραστικά αποβράσματα όλου του κόσμου ξεσηκώθηκαν ενάντια στην βάρβαρη τρομοκρατία μας. Οι ίδιες κραυγές των αντιδραστικών αποβρασμάτων επαναλαμβάνονται, αυτή τη φορά σε σχέση με τη Γεωργία μόνο, από τη σοσιαλδημοκρατία. Ποια είναι η διαφορά;

Αλλά δεν είναι περίεργο ότι οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας μιλάνε τώρα για την κατάπνιξη των απεργιών σα μέθοδο των "αντιδραστικών κυβερνήσεων"; Γιατί, μήπως δεν ξέρουμε το είδος των ανθρώπων που αποτελούν τη Δεύτερη Διεθνή; Ο Νόσκε και ο Έμπερτ[12] είναι από τους ηγέτες της. Ή μήπως έχουν εκδιωχθεί; Πόσες εργατικές απεργίες και εξεγέρσεις έχουν καταπνίξει; Ή μήπως δεν είναι οι δολοφόνοι της Ρόζας Λούξεμπουργκ[13] και του Καρλ Λήμπκνεχτ[14]; Μήπως δεν ήταν ο σοσιαλδημοκράτης Χέρσιγκ, μέλος της Δεύτερης Διεθνούς, που υποδαύλισε το κίνημα του Μάρτη στη Γερμανία για να το πνίξει στο αίμα μετά; Και τι να πει κανείς για τα τελευταία μέτρα του σοσιαλδημοκράτη Έμπερτ ενάντια στην απεργία στους σιδηροδρόμους;

Μήπως η εκτελεστική επιτροπή στο Λονδίνο δε βλέπει τι γίνεται στην ηπειρωτική Ευρώπη; Μα σ' αυτή την περίπτωση θα μας επιτρεπόταν να κάνουμε μία ευγενική ερώτηση στο Χέντερσον[15]: δεν ήταν μέλος του ανακτορικού συμβουλίου κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Πάσχα στην Ιρλανδία, όταν τα βασιλικά στρατεύματα βομβάρδισαν το Δουβλίνο, και εκτέλεσαν 15 Ιρλανδούς, μεταξύ τους και τον σοσιαλιστή Κόννολλυ[16], που είχε ήδη τραυματιστεί προηγούμενα; Μήπως ο Βαντερβέλντε[17], πρώην πρόεδρος της Δεύτερης Διεθνούς, κατώτερης βαθμίδας ανακτορικός σύμβουλος, ενός κατώτερης βαθμίδας βασιλείου, δεν έκανε έκκληση στους Ρώσους σοσιαλιστές στη διάρκεια του πολέμου να κάνουν ανακωχή με τον τσαρισμό που κολυμπούσε μέχρι το λαιμό στο αίμα των εργατών και των αγροτών, και που επρόκειτο να πνιγεί σε αυτό λίγο αργότερα; Χρειάζεται να αναφέρουμε και άλλες περιπτώσεις; Οι ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς έχουν τόσο δικαίωμα να υπερασπίζονται το δικαίωμα στην απεργία, όσο έχει ο Ιούδας ο Ισκαριώτης να κηρύττει την αφοσίωση.

3. Τη στιγμή που η μοσχοβίτικη κυβέρνηση ζητάει την αναγνώρισή της από άλλες χώρες, θα έπρεπε να μεταχειρίζεται τα δικαιώματα των άλλων εθνών με τον ίδιο σεβασμό που ζητάει για τον εαυτό της, και θα έπρεπε να απέχει από το να παραβιάζει τις στοιχειώδεις αρχές πάνω στις οποίες πρέπει να στηρίζεται η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε πολιτισμένα έθνη.

Το πολιτικό ύφος καθρεφτίζει την ίδια την ψυχή του κόμματος. Το τελευταίο σημείο είναι το ύψιστο επίτευγμα της Δεύτερης Διεθνούς. Αν η Σοβιετική Ρωσία επιθυμεί αναγνώριση (από ποιόν;) θα 'πρεπε να "μεταχειρίζεται τα δικαιώματα των άλλων εθνών με τον ίδιο (ποιόν;) σεβασμό, και να μην παραβιάζει (sic) τις στοιχειώδεις αρχές πάνω στις οποίες η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε πολιτισμένα έθνη πρέπει να στηρίζεται.

Ποιος το 'γραψε αυτό; Θα υποψιαζόμαστε τον ίδιο τον Λονγκέ[18], αν δεν ήταν το γεγονός ότι έχει αποδημήσει στην Διεθνή υπ. αριθ. 2½. Μήπως γράφτηκε από τον Βαντερβέλντε, τον κομψό νομικό του βελγικού θρόνου; Ή από τον κ. Χέντερσον, εμπνευσμένο από ένα κυριακάτικο κήρυγμά του σε μια συνάντηση της Αδελφότητας; Ή μήπως από τον Έμπερτ, στις ελεύθερες ώρες του; Είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε για τις ερχόμενες γενιές την ταυτότητα του συγγραφέα αυτής της ασύγκριτης απόφασης. Ποιος είναι υπεύθυνος γι' αυτό το προϊόν αρρωστημένου μυαλού;

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο κείμενο. Για να αναγνωριστεί από τις αστικές, ιμπεριαλιστικές, δουλοκτητικές κυβερνήσεις (γιατί είναι προφανές ότι σε αυτές γίνεται αναφορά), η σοβιετική κυβέρνηση θα πρέπει να απέχει από την παραβίαση "αρχών" και να "μεταχειρίζεται με τον ίδιο σεβασμό τα δικαιώματα των άλλων εθνών". Με τον ίδιο... με ποιο σεβασμό;

Επί τέσσερα χρόνια οι ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις προσπαθούσαν να μας ανατρέψουν. Απέτυχαν. Η οικονομική τους κατάσταση είναι απελπιστική. Οι αμοιβαίες ζήλιες και ανταγωνισμοί τους έχουν οξυνθεί σε εξαιρετικό βαθμό. Βρέθηκαν αναγκασμένες να συνάψουν σχέσεις με τη σοβιετική Ρωσία για τις πρώτες ύλες της, τις αγορές της και τις πληρωμές των χρεών της. Καλώντας τον να ακολουθήσει αυτή την πολιτική, ο Λόϋντ Τζωρτζ[19] εξήγησε στο Μπριάν[20] ότι η διεθνής ηθική επιτρέπει τη σύναψη συμφωνιών όχι μόνο με τους δολοφόνους της Ανατολής (Τουρκία), αλλά και με τους δολοφόνους του Βορρά (Σοβιετική Ρωσία). Δε μας προσβάλουν οι βαριές εκφράσεις του Λόϋντ Τζωρτζ. Σ' αυτό το ζήτημα αποδεχόμαστε πλήρως την ειλικρινή του διατύπωση. Ναι, το θεωρούμε δυνατό, επιτρεπτό και απαραίτητο - μέσα σε ορισμένα όρια, να συνάψουμε συμφωνίες με τους ιμπεριαλιστές δολοφόνους της Δύσης όσο και της Ανατολής.

Μία συμφωνία που μας επιβάλλει υποχρεώσεις, θα έπρεπε ταυτόχρονα να υποχρεώνει τους εχθρούς μας να εγκαταλείψουν τις ένοπλες επιθέσεις εναντίον μας. Αυτός είναι ο ισολογισμός τεσσάρων χρόνων ανοιχτού πολέμου, όπως φαίνεται αυτή τη στιγμή. Φυσικά οι αστικές κυβερνήσεις απαιτούν την αναγνώριση των "στοιχειωδών αρχών στις οποίες θα 'πρεπε να στηρίζεται η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε πολιτισμένα έθνη". Αλλά αυτές οι αρχές δεν έχουν καμία σχέση με τα ζητήματα της δημοκρατίας και της αυτοδιάθεσης. Μας ζητάνε ξερά να αναγνωρίσουμε δάνεια που είχε συνάψει ο τσαρισμός για να μπορέσει να τσακίσει αυτή την ίδια τη Γεωργία, τη Φιλανδία, την Πολωνία, όλες τις μεθοριακές επαρχίες και τις εργαζόμενες μάζες της ίδιας της μεγάλης Ρωσίας.

Και καλούμαστε επίσης να πληρώσουμε επανορθώσεις στους ιδιώτες καπιταλιστές που υπέστησαν απώλειες σαν αποτέλεσμα της επανάστασης. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι η προλεταριακή επανάσταση επέφερε ζημιές σε μερικές τσέπες και πορτοφόλια, που θεωρούνται σαν οι πιο ιερές αρχές πάνω στις οποίες "η αλληλεπίδραση ανάμεσα σε πολιτισμένα έθνη" βασίζεται. Με αυτά θα ασχοληθούμε στη Γένοβα και αλλού. Αλλά για ποιες αρχές μιλάνε οι ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς; Πρόκειται για τις αρπακτικές αρχές της συνθήκης των Βερσαλλιών[21], οι οποίες αυτή τη στιγμή καθορίζουν τις σχέσεις ανάμεσα στα κράτη, δηλαδή τις αρχές του Κλεμανσώ[22], του Λόϋντ Τζωρτζ και του Μικάδο;

Ή μήπως, με την πανούργα διγλωσσία τους, μιλάνε για τις αρχές οι οποίες δεν καθορίζουν ακόμη την αλληλεπίδραση ανάμεσα στα έθνη, αλλά θα έπρεπε; Αν είναι έτσι, γιατί τις βάζουν τώρα σαν προϋπόθεση για να γίνουμε αποδεκτοί στην ευυπόληπτη οικογένεια των τωρινών ιμπεριαλιστικών κρατών; Ή μήπως θέλουν να αφοπλιστούμε σήμερα, και να αποσύρουμε το στρατό μας μπροστά στους ιμπεριαλιστές, με την προσδοκία των σχέσεων που θα υπάρξουν αύριο; Κάναμε ήδη ένα τέτοιο πείραμα μπροστά στα μάτια ολόκληρου του κόσμου. Αφοπλιστήκαμε ανοιχτά κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων του Μπρεστ-Λιτόφσκ[23]. Μήπως αυτό εμπόδισε το γερμανικό μιλιταρισμό να εισβάλλει στο έδαφός μας; Μήπως η γερμανική σοσιαλδημοκρατία, το προπύργιο αυτό της Δεύτερης Διεθνούς, σήκωσε τότε το λάβαρο της εξέγερσης; Κάθε άλλο. Παρέμεινε το κυβερνών κόμμα των Χοενζόλλερν[24].

Στη Γεωργία κυβερνούσε το μικροαστικό κόμμα των μενσεβίκων. Σήμερα είναι το μπολσεβίκικο κόμμα της Γεωργίας που την κυβερνάει. Οι μενσεβίκοι εξαρτιόντουσαν από την υλική υποστήριξη του ευρωπαϊκού και αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, οι Γεωργιανοί μπολσεβίκοι βασίζονται στην υποστήριξη της Σοβιετικής Ρωσίας. Με ποια λογική η σοσιαλδημοκρατική Διεθνής θέλει να θέσει σαν όρο για τη σύναψη ειρήνης ανάμεσα στη Σοβιετική Ομοσπονδία και τις καπιταλιστικές χώρες την επιστροφή της Γεωργίας στους μενσεβίκους;

Η λογική δεν στέκει, αλλά ο σκοπός είναι ξεκάθαρος. Η Δεύτερη Διεθνής επιθυμούσε και επιθυμεί και τώρα, την ανατροπή της εξουσίας των σοβιέτ. Σε αυτή την κατεύθυνση έκανε ότι ήταν δυνατό. Διεξήγαγε τον αγώνα χέρι-χέρι με τον καπιταλισμό, πίσω από τη μάσκα της δημοκρατίας που αντιπαλεύει τη δικτατορία. Οι εργαζόμενες μάζες της Ευρώπης την υποχρέωσαν να εγκαταλείψει αυτή τη θέση και εμπόδισαν την ανοιχτή πάλη ενάντια στη Σοβιετική Δημοκρατία. Τώρα η σοσιαλδημοκρατία ανανέωσε τις προσπάθειές της, κάτω από το καμουφλάζ της υπεράσπισης της Γεωργίας.

Οι εργαζόμενες μάζες ολόκληρου του κόσμου φάνηκαν αμέσως έτοιμες να εξετάσουν τη ρώσικη επανάσταση σαν ένα ενιαίο σύνολο, και σε αυτό συνέπεσε, όχι για πρώτη φορά, το επαναστατικό τους ένστικτο με την θεωρητική λογική, που διδάσκει ότι μια επανάσταση, με τον ηρωισμό και τη βιαιότητά της, την πάλη για την ατομικότητα και με την καταστολή της ατομικότητας, μπορεί να κατανοηθεί μόνο με την συγκεκριμένη λογική των εσωτερικών της σχέσεων, και όχι με κάποια αξιολόγηση των μεμονωμένων φάσεών της ή κάποιων επί μέρους επεισοδίων με βάση την τρέχουσα τιμή του Δικαίου, της Ηθικής ή της Αισθητικής. Η πρώτη μεγάλη θεωρητική μάχη που έδωσε ο κομουνισμός στην υπεράσπιση του επαναστατικού νόμου της δικτατορίας και των μεθόδων της, απέδωσε καρπούς. Η σοσιαλδημοκρατία επιτέλους ξέκοψε, όχι μόνο από τις μεθόδους αλλά και από τη φρασεολογία ακόμη του μαρξισμού. Οι Γερμανοί ανεξάρτητοι, οι Ιταλοί σοσιαλιστές και άλλοι όμοιοί τους, κάτω από την πίεση των εργατών, "αναγνώρισαν" τη δικτατορία, μόνο και μόνο για να αποδείξουν την ανικανότητά τους να παλέψουν για αυτήν. Τα κομουνιστικά κόμματα μεγάλωσαν και έγιναν υπολογίσιμη δύναμη. Αλλά ένα μεγάλο εμπόδιο εμφανίστηκε στην ανάπτυξη της προλεταριακής επανάστασης. Το νόημα και η σπουδαιότητά του εξηγήθηκαν επαρκώς στο τρίτο συνέδριο της Κομουνιστικής Διεθνούς. Η αποκρυστάλλωση της επαναστατικής συνείδησης που εκφράστηκε με την ανάπτυξη του κομουνιστικού κόμματος συνοδεύτηκε από μία άμπωτη στην επαναστατική διάθεση της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Η αστική κοινή γνώμη πέρασε στην επίθεση. Το κύριο μέλημά της ήταν να τσακίσει την επανάσταση, ή τουλάχιστον να θαμπώσει τη λάμψη της.

Ξεκίνησε μία μεγάλη καμπάνια, στην οποία τα χονδροειδή ψέματα απέφεραν λιγότερους καρπούς για την αστική τάξη απ' ότι τα προσεκτικά επιλεγμένα ψήγματα αλήθειας. Η μπουρζουαζία, μέσω της δημοσιογραφικής κατασκοπείας, πλησίασε την επανάσταση από την πίσω πόρτα. Ξέρετε τι σημαίνει προλεταριακή δημοκρατία; Σημαίνει ατμομηχανές που πάσχουν από άσθμα, σημαίνει ψείρες που κουβαλάνε τύφο, σημαίνει η κόρη ενός γνωστού και αξιοσέβαστου δικηγόρου να ζει σε διαμέρισμα χωρίς θέρμανση, σημαίνει οι μενσεβίκοι να φυλακίζονται, σημαίνει άπλυτα αποχωρητήρια. Αυτό σημαίνει επανάσταση της εργατικής τάξης! Οι αστοί δημοσιογράφοι επέδειξαν τη σοβιετική ψείρα μέσα από το μικροσκόπιο σ' ολόκληρο τον κόσμο. Το πρώτο πράγμα που έκρινε απαραίτητο να κάνει η κα Σνόουντεν, επιστρέφοντας από την περιοχή του Βόλγα στον Τάμεση, ήταν να ξυστεί δημόσια. Αυτό εξελίχτηκε σχεδόν σε μία τελετουργία που συμβολίζει τα πλεονεκτήματα του πολιτισμού απέναντι στη βαρβαρότητα. Παρ' όλα αυτά δεν εξαντλήθηκε έτσι το ζήτημα. Οι τζέντλεμεν που κρατούσαν ενήμερη την αστική κοινή γνώμη πλησίασαν την επανάσταση...από την πίσω πόρτα, οπλισμένοι με ένα μικροσκόπιο. Μερικές λεπτομέρειες τις εξέτασαν με σημαντική, ίσως εξαιρετική προσοχή. Κι όμως, αυτό που εξέτασαν δεν ήταν η προλεταριακή επανάσταση.

Όμως, και μόνο η μεταφορά του ζητήματος στο επίπεδο των οικονομικών δυσχερειών μας, και των καθημερινών μας ατελειών ήταν μία πρόοδος. Αφήνοντας τις μονότονες και όχι ιδιαίτερα έξυπνες συζητήσεις πάνω στα πλεονεκτήματα της Συντακτικής Συνέλευσης απέναντι στο σοβιετικό σύστημα, φαίνεται ότι η αστική κοινή γνώμη κατάφερε τελικά να καταλάβει ότι εμείς υπάρχουμε, και ότι η Συντακτική Συνέλευση δεν υπάρχει και ούτε πρόκειται να υπάρξει. Το ξεμπρόστιασμα της έλλειψης τάξης στις συγκοινωνίες και αλλού, ήταν με μία έννοια μία de facto αναγνώριση των σοβιέτ. Το ξεμπρόστιασμα αυτό, άλλωστε, συμπίπτει με τους δικούς μας φόβους και προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση. Η αναγνώριση πάντως, σε καμία περίπτωση δε σήμαινε συμφιλίωση. Απλά σήμαινε ότι οι μάταιες επιθέσεις αντικαταστάθηκαν από έναν πόλεμο θέσεων. Όλοι θυμόμαστε πώς, στη διάρκεια του μεγάλου πολέμου, η μάχη στο γαλλογερμανικό μέτωπο είχε ξαφνικά επικεντρωθεί γύρω από μία "καλύβα ξυλοκόπου". Για αρκετές βδομάδες αυτή η καλύβα φιγουράριζε στις ανταποκρίσεις. Στην πραγματικότητα η μάχη γι' αυτή την καλύβα απεικόνιζε την προσπάθεια για τη διάσπαση του αντίπαλου μετώπου, ή τουλάχιστον για την πρόκληση των μεγαλύτερων δυνατών απωλειών στον εχθρό.

Συνεχίζοντας τον αγώνα ζωής και θανάτου εναντίον μας, η αστική κοινή γνώμη άρπαξε φυσικά το ζήτημα της Γεωργίας σαν την καλύβα του ξυλοκόπου σε αυτό το στάδιο του πολέμου θέσεων. Ο Λόρδος Νόρθκλιφ, ο Χιουσμάν, ο Γκυστάβ Ερβέ, οι ληστές που κυβερνάνε τη Ρουμανία, ο Μάρτωφ, ο βασιλικός Λεόν Ντωντέ, η κα Σνόουντεν και η γεροντοκόρη θεία της ο Κάουτσκυ[25], ακόμη και η Κυρία Λουίζα Κάουτσκυ (της Wiener Arbeiter Zeitung), με μια λέξη όλο το οπλοστάσιο της αστικής κοινής γνώμης, μπήκαν στο παιχνίδι στην υπεράσπιση της δημοκρατικής, πιστής και αυστηρά ουδέτερης Γεωργίας.

Έτσι παρατηρούμε, πράγμα ανεξήγητο εκ πρώτης όψεως, μία καινούρια έκρηξη μανίας: όλες οι κατηγορίες - πολιτικές, νομικές, ηθικές, ποινικές - που αρχικά απευθυνόντουσαν ενάντια στο σύνολο του σοβιετικού συστήματος, επιστρατεύονται τώρα ενάντια στις σοβιετικές αρχές στη Γεωργία. Φαίνεται ότι είναι στη Γεωργία που το σοβιετικό σύστημα δεν εκφράζει τη θέληση του λαού. Και η Ρωσία; Είναι δυνατόν να ξέχασαν τη διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης με τη βοήθεια συνταγμάτων από τη Λετονία και την Κίνα; Δεν έχει αποδειχτεί από καιρό, ότι χωρίς να έχουμε ρίζες πουθενά, φέραμε παντού ένοπλα σώματα από "έξω" (!!!) και σκορπίσαμε στους τέσσερις ανέμους τις πιο σταθερές δημοκρατικές κυβερνήσεις, άσχετα από το πόσο βαθιά ήταν ριζωμένες; Μα κύριοι, αυτό είναι το επιχείρημα από το οποίο ξεκινήσατε. Ακριβώς σε αυτό βασιστήκατε όταν προβλέψατε την κατάρρευση των σοβιέτ μέσα σε λίγες βδομάδες. Έτσι προφήτευε ο Κλεμανσώ στην έναρξη των διαπραγματεύσεων στις Βερσαλλίες, έτσι προέβλεψε και ο Κάουτσκυ κατά την έναρξη της Γερμανικής Επανάστασης. Γιατί λοιπόν όλη αυτή η συζήτηση περιορίζεται τώρα στη Γεωργία; Μήπως επειδή ο Ζορντάνια[26] και ο Τσερετέλι[27] είναι πρόσφυγες; Τι να πούμε τότε για τους άλλους; Τους μουσαβατιστές[28] του Αζερμπαϊτζάν, τους ντασνάκους[29] της Αρμενίας, τη Ράντα του Κουμπάν, το Κρουγκ του Ντον, τους πετλουριστές[30] της Ουκρανίας, τον Μάρτωφ και τον Τσερνώφ, τον Κερένσκυ και το Μιλιούκωφ. Γιατί όλη αυτή η προτίμηση στους Γεωργιανούς μενσεβίκους σε σχέση με τους μενσεβίκους της Μόσχας; Για τους Γεωργιανούς μενσεβίκους ζητάνε την επάνοδό τους στην εξουσία και για τους μοσχοβίτες ζητάνε απλά μεταρρυθμίσεις στις μεθόδους των διώξεών τους. Δεν είναι πολύ λογικό, αλλά οι πολιτικοί στόχοι είναι ξεκάθαροι. Η Γεωργία δίνει ένα καινούριο πρόσχημα για την κινητοποίηση του μίσους και της εχθρότητάς τους σε αυτό τον παρατεταμένο πόλεμο θέσεων. Αυτοί είναι οι νόμοι των πόλεμων "φθοράς". Οι αντίπαλοί μας επαναλαμβάνουν in octavo την αποτυχία τους in folio.

Από κει πηγάζει σε μεγάλο βαθμό το περιεχόμενο και ο χαρακτήρας αυτού του έργου. Αναγκαζόμαστε να ξαναπιάσουμε ζητήματα που από άποψη αρχών τα έχουμε ήδη αναλύσει, ειδικά στο βιβλίο μου "Τρομοκρατία και Κομουνισμός". Σ' αυτό το βιβλίο προσπάθησα να γίνω όσο γίνεται πιο συγκεκριμένος.. Το καθήκον μου ήταν να αποδείξω, με συγκεκριμένα παραδείγματα, τη λειτουργία των βασικών δυνάμεων της εποχής μας. Στην ιστορία της "δημοκρατικής" Γεωργίας, προσπαθούμε να διακρίνουμε την πολιτική των κυρίαρχων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που υποχρεώθηκαν να επιλέξουν σύμμαχο ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και την προλεταριακή επανάσταση. Ελπίζουμε ότι ακριβώς μια τέτοια αναλυτική και συγκεκριμένη παρουσίαση θα κάνει πιο κατανοητά τα εσωτερικά προβλήματα της επανάστασης, τις απαιτήσεις της και τις δυσκολίες της, στον αναγνώστη που δεν έχει άμεση επαναστατική εμπειρία, αλλά ενδιαφέρεται να την αποκτήσει.

* * *
Μέσα στο κείμενο δε δίνουμε πάντα τις πηγές για τις παραπομπές μας. Αυτό θα ήταν κουραστικό για τον αναγνώστη, κυρίως τον ξένο, καθώς οι περισσότερες πηγές είναι ρώσικες εκδόσεις. Παραπέμπουμε αυτούς που θα ήθελαν να επαληθεύσουν τις παραπομπές μας, και να βρουν πληρέστερες πληροφορίες, στις παρακάτω μπροσούρες:

Ντοκουμέντα και υλικά για την εξωτερική πολιτική της Υπερκαυκασίας και της Γεωργίας, Τυφλίδα, 1919

Η Ρωσική Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Σοβιετική Δημοκρατία, η Γεωργιανή Δημοκρατία και οι σχέσεις τους, Μόσχα, 1922

Μαχαράτζε: Η δικτατορία του μενσεβίκικου κόμματος στη Γεωργία, Μόσχα, 1921

Μεσκεβιάκωφ: Στον παράδεισο των μενσεβίκων, Μόσχα 1921

Σαφίρ: Ο εμφύλιος πόλεμος στη Ρωσία και η μενσεβίκικη Γεωργία, Μόσχα ,1921

Τού ιδίου: Τα μυστικά της βασιλείας των μενσεβίκων, Τυφλίδα, 1921.

Οι δύο τελευταίες μπροσούρες βασίζονται εν μέρει σε υλικό που ανακάλυψε η επιτροπή της Κομουνιστικής Διεθνούς στη Γεωργία και την Κριμαία. Επιπλέον κάναμε χρήση των αρχείων του λαϊκού κομισαριάτου εξωτερικών υποθέσεων και του λαϊκού κομισαριάτου πολέμου.

Σε καμιά περίπτωση δεν ισχυριζόμαστε ότι η έκθεση και οι πηγές μας είναι πλήρεις. Δεν έχουμε πρόσβαση στο πιο πολύτιμο υλικό. Το υλικό αυτό αποτελείται από τα ντοκουμέντα που εκθέτουν στο μεγαλύτερο βαθμό, που τα έβγαλε από τη χώρα η πρώην μενσεβίκικη κυβέρνηση, καθώς και τα αρχεία των αντίστοιχων Βρετανικών και Γαλλικών αποστολών, από το 1918 και μετά.

Αν κανείς συγκέντρωνε ευσυνείδητα όλα αυτά τα έγγραφα και τα δημοσίευε, θα είχαμε ένα πολύ διδακτικό βιβλίο για τη Δεύτερη και την Δυόμισι Διεθνή. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες της Σοβιετικής Δημοκρατίας, η κυβέρνησή της θα αναλάμβανε χωρίς αμφιβολία τη δαπάνη της έκδοσης ενός τέτοιου βιβλίου. Δε χρειάζεται να πούμε ότι θα δίναμε με τη σειρά μας για έκδοση όλα τα ντοκουμέντα που αναφέρονται στη Γεωργία και βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε σοβιετικά αρχεία. Φοβόμαστε πάντως ότι αυτή η πρόταση δε θα γίνει αποδεκτή. Τι να κάνουμε, θα πρέπει να περιμένουμε τη μέρα που θα βρεθούν άλλοι τρόποι να αποκαλυφθούν αυτά τα μυστικά. Αργά ή γρήγορα θα γίνει και αυτό.

Λ. Τρότσκι
Μόσχα, 20 Φεβρουαρίου, 1922

Σημειώσεις
[1] Η Διάσκεψη της Γένοβας, 10 Απριλίου-19 Μαϊου 1922, είχε σαν αντικείμενο την ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων κεντροευρωπαϊκών χωρών και την επανασύναψη οικονομικών και πολιτικών σχέσεων με τη, σοβιετική πλέον, Ρωσία. Η διάσκεψη οδηγήθηκε σε αδιέξοδο μετά την επιμονή της Γαλλίας και του Βελγίου να αποπληρωθούν πλήρως τα δάνεια που είχαν παραχωρήσει στην τσαρική Ρωσία και να επιστραφούν οι ξένες περιουσίες που κατασχέθηκαν μετά την επανάσταση, και την άρνηση των μπολσεβίκων να υποταχτούν σε αυτούς τους όρους. (σ.τ.μ.)

[2] Η Δεύτερη Διεθνής, που ιδρύθηκε στο Παρίσι το 1889, αποτελούσε μια χαλαρή ομοσπονδία σοσιαλιστικών και εργατικών κομμάτων και συνδικάτων. Το ισχυρότερο από αυτά ήταν το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα. Το 1912, στο συνέδριο της Βασιλείας, διακήρυξε ότι σε περίπτωση που κηρυσσόταν πόλεμος, θα καλούσε την εργατική τάξη των ευρωπαϊκών χωρών σε εξέγερση. Με την έναρξη του πολέμου όμως τον Αύγουστο του 1914, τα κύρια κόμματα της Διεθνούς έκαναν στροφή 180 μοιρών και ταυτίστηκαν με τις αστικές τάξεις των χωρών τους, υποστηρίζοντας την "άμυνα της πατρίδας" και στέλνοντας τους εργαζόμενους στη σφαγή. Μία μικρή μειοψηφία, με κύριους εκπρόσωπους το Λένιν και τη Λούξεμπουργκ, αντιτάχτηκε στην πολιτική αυτή, διακήρυξε ότι η Δεύτερη Διεθνής είναι νεκρή και κάλεσε τους εργάτες να οικοδομήσουν την Τρίτη. Μετά από τις συνδιασκέψεις του Τσίμερβαλντ και του Κίενταλ, που έγιναν το 1915 και το 1916, τελικά η Τρίτη (Κομουνιστική) Διεθνής ιδρύθηκε τον Ιανουάριο του 1919. Μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο έγιναν προσπάθειες να ανασυσταθεί η Δεύτερη Διεθνής για να λειτουργήσει σαν πρόχωμα ενάντια στην Τρίτη. Παρότι επίσημα συνεχίζει να υπάρχει ώς τις μέρες μας, ("Σοσιαλιστική Διεθνής") ποτέ δεν απέκτησε την επιρροή και τη σημασία που είχε πριν τον πόλεμο. (σ.τ.μ.)

[3 Μενσεβίκοι: Στο συνέδριο του 1903, το Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό κόμμα διασπάστηκε. H αριστερή πτέρυγα, κάτω από την ηγεσία του Λένιν, πήρε την πλειοψηφία, και ονομάστηκε μπολσεβίκοι ("πλειοψηφικοί"). Η δεξιά πτέρυγα, με κύριο εκπρόσωπο τον Μάρτωφ, ονομάστηκε μενσεβίκοι ("μειοψηφικοί"). Από τους άλλους επιφανείς ηγέτες της εποχής, ο Πλεχάνωφ υποστήριξε αρχικά τους μπολσεβίκους αλλά στη συνέχεια προσχώρησε στους μενσεβίκους, με τους οποίους τάχθηκαν επίσης ο ʼξελροντ και η Ζασούλιτς. Η πέτρα του σκανδάλου ήταν το πρώτο άρθρο του καταστατικού του κόμματος, που όριζε ποια είναι τα μέλη του, αλλά στην ουσία η διαφορά ήταν πολύ βαθύτερη, και είχε να κάνει με τους σκοπούς του κόμματος. Σε τελική ανάλυση, οι δύο πλευρές εξέφραζαν ασυμφιλίωτα ταξικά στρατόπεδα.
Μετά την επανάσταση του Φλεβάρη του 1917, οι μενσεβίκοι μαζί με τους σοσιαλεπαναστάτες υποστήριξαν την προσωρινή κυβέρνηση και διεκύρηξαν ότι μετά την επανάσταση, έπρεπε να παλέψουν για τη νίκη της Ρωσίας στον πόλεμο. Το Μάιο του 1917 μπήκαν στην κυβέρνηση συνασπισμού, στην οποία κυριαρχούσαν οι αστοί. Μετά την επανάσταση του Οκτώβρη, αντιστάθηκαν στην κατάληψη της εξουσίας από τα σοβιέτ και στη συνέχεια οργάνωσαν, μαζί με τους δεξιούς σοσιαλεπαναστάτες, τις δυνάμεις της αντεπανάστασης. (σ.τ.μ.)

[4] Μιλιούκοφ, Πάβελ Νικολάγιεβιτς (1859-1943): Ηγέτης του κόμματος των συνταγματικών δημοκρατών (καντέ). Ιστορικός, καθηγητής του πανεπιστήμιου της Μόσχας, φυλακίστηκε το 1901 για τις φιλελεύθερες ιδέες του. Μετά την πρώτη ρωσική επανάσταση του 1905, βλέποντας τον κίνδυνο της προλεταριακής επανάστασης, άρχισε να γίνεται όλο και πιο αντιδραστικός. Στη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων υποστήριξε παν-σλαβικές απόψεις. Στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, πήρε ανοιχτά ιμπεριαλιστικές θέσεις, υποστηρίζοντας την προσάρτηση της Κωνσταντινούπολης από τη Ρωσία. Προσπάθησε να σώσει τη μοναρχία και, μετά την επανάσταση του Φλεβάρη 1917, ανέλαβε το υπουργείο εξωτερικών για να συνεχίσει την τσαρική πολιτική. Στη διάρκεια του εμφύλιου ήταν πολιτικός σύμβουλος του Ντενίκιν. Μετά το τέλος του εμφύλιου κατέφυγε στο Παρίσι όπου συνέχισε τη δραστηριότητά του στους κύκλους των εμιγκρέδων. (σ.τ.μ.)

[5] Κερένσκυ, Αλεξάντρ Φ. (1881-1970): Ρώσος επαρχιακός δικηγόρος, μέλος του κόμματος των τρουντοβίκων και μετά των σοσιαλεπαναστατών, μέλος του σοβιέτ της Πετρούπολης, μπήκε στην προσωρινή κυβέρνηση και έγινε πρωθυπουργός τον Ιούλιο του 1917. Υποστήριξε ακραίες σωβινιστικές θέσεις και κυνήγησε με μανία τους μπολσεβίκους, συμμετέχοντας στην οργάνωση της συκοφαντικής καμπάνιας εναντίον τους μετά τις μέρες του Ιούλη 1917. Η κυβέρνησή του ανατράπηκε από την Οκτωβριανή Επανάσταση. Μετά από μια αποτυχημένη απόπειρα να καταλάβει την εξουσία σε συνεργασία με τον τσαρικό στρατηγό Κράσνοφ, έφυγε για τις ΗΠΑ, όπου έμεινε μέχρι το θάνατό του. (σ.τ.μ.)

[6] Τσερνώφ, Βίκτωρ Μ. (1876-1952): Σοσιαλεπαναστάτης ηγέτης. Από τον Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1917 ήταν υπουργός γεωργίας στην προσωρινή κυβέρνηση, και με αυτή την ιδιότητα κατέστειλε τις ολοένα και συχνότερες αγροτικές εξεγέρσεις και καταλήψεις γης. Μετά την Οχτωβριανή επανάσταση συμμετείχε στην οργάνωση αντεπαναστατικών αγροτικών εξεγέρσεων. Έφυγε από τη Ρωσία το 1920. (σ.τ.μ.)

[7] Μάρτωφ (Γιούλι Οσίποβιτς Τσέντερμπαουμ - 1873-1923): Ο ιδεολογικός ηγέτης των μενσεβίκων. Συνεργάστηκε από το 1895 με τον Λένιν, πρώτα στην Πετρούπολη, στην "Ένωση αγώνα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης", και αργότερα στη σύνταξη της Ισκρα. Σιγά-σιγά απομακρύνθηκε από τον Λένιν, και η ρήξη επήλθε στο συνέδριο του 1903 όπου το Ρώσικο Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα διασπάστηκε. Στη διάρκεια του πολέμου κράτησε διεθνιστική στάση και συμμετείχε στη διάσκεψη του Τσίμερβαλντ. Μετά τις μέρες του Ιούλη 1917, όταν είχε εξαπολυθεί μια λυσσαλέα καμπάνια συκοφαντίας κατά των μπολσεβίκων, ο Μάρτωφ ήταν από τους λίγους μενσεβίκους που πήραν ανοιχτά θέση ενάντια σε αυτή την καμπάνια. Μετά την επανάσταση του Οχτώβρη, παρότι αντιτάχθηκε σε αυτήν, καταδίκασε την αντεπαναστατική δραστηριότητα των μενσεβίκων. Παρότι οι προσωπικές του ικανότητες και η ακεραιότητά του τον ξεχώριζαν από τους άλλους μενσεβίκους, δεν είχε την απαραίτητη δύναμη χαρακτήρα για να κόψει τους δεσμούς μαζί τους. Ένας από τους ελάχιστους μενσεβίκους που τόσο ο Λένιν όσο και ο Τρότσκυ εκτιμούσαν. Έφυγε από τη Ρωσία το 1920 και πήγε στο Βερολίνο όπου ίδρυσε το κεντρικό όργανο των εξόριστων μενσεβίκων. (σ.τ.μ.)

[8] octavo / folio (λατινικά στο πρωτότυπο):
Octavo: βιβλίο ογδόου σχήματος, στο οποίο η κάθε σελίδα έχει μέγεθος το ένα όγδοο του τυπογραφικού φύλλου.
Folio: Βιβλίο δευτέρου σχήματος, στο οποίο η κάθε σελίδα έχει μέγεθος το μισό του τυπογραφικού φύλλου.
Η φράση του κειμένου θα μπορούσε να αποδοθεί στα ελληνικά: "Οι σοσιαλδημοκράτες παρουσιάζουν τώρα σε έκδοση τσέπης αυτά που ο ιμπεριαλιστικός τύπος έχει προηγούμενα παρουσιάσει σε μεγάλο μέγεθος." (σ.τ.μ.)

[9] Λευκοφρουροί, ή λευκοί: Τα αντεπαναστατικά ρώσικα στρατεύματα που πολέμησαν ενάντια στους μπολσεβίκους στον εμφύλιο πόλεμο. (σ.τ.μ.)

[10] Αντάντ: Το ένα από τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο, η Αντάντ αποτελούνταν από την Αγγλία, τη Γαλλία, τη Ρωσία (μέχρι την Οκτωβριανή επανάσταση), και αργότερα την Ιταλία, τη Ρουμανία, την Πορτογαλία και τις ΗΠΑ. (σ.τ.μ.)

[11] Σοσιαλεπαναστάτες: Μικροαστικό "σοσιαλιστικό" κόμμα με αγροτική κυρίως βάση, που σχηματίστηκε από τα απομεινάρια των ναρόντνικων στις αρχές του αιώνα. Γνωστοί και σαν "εσέροι", απο τα αρχικά της ρώσικης ονομασίας τους. Αποτελούσαν την κύρια δύναμη στα σοβιέτ μετά την επανάσταση του Φλεβάρη 1917. Στήριξαν την προσωρινή κυβέρνηση και αντιστάθηκαν με όλες τους τις δυνάμεις στην κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη. Μετά την επανάσταση του Οχτώβρη διασπάστηκαν. Η δεξιά τους πτέρυγα πήρε ανοιχτά αντεπαναστατικές θέσεις, ενώ η αριστερή υποστήριξε τους μπολσεβίκους μέχρι την υπογραφή της συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ. (σ.τ.μ.)

[12] Έμπερτ, Φρίντριχ (1871-1925): Ηγέτης του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, γενικός γραμματέας του από το 1905, διαδέχτηκε τον ιστορικό ηγέτη του Ωγκύστ Μπέμπελ στην προεδρία του κόμματος το 1913. Ακολούθησε σωβινιστική πολιτική με το ξέσπασμα του πολέμου. Στις τελευταίες μέρες της μοναρχίας των Χοενζόλλερν, μπήκε στην κυβέρνηση με την ελπίδα να μπορέσει να εμποδίσει την επανάσταση και να σώσει το θρόνο. Αποτυγχάνοντας σε αυτό το εγχείρημα, χρησιμοποίησε αντεπαναστατικές συμμορίες αξιωματικών (freikorps) για να τσακίσει την επανάσταση, και με τη βοήθειά τους κατάφερε να ξαναστήσει στα πόδια του το αστικό καθεστώς. Εκλέχτηκε πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. (σ.τ.μ.)

[13] Λούξεμπουργκ, Ρόζα (1871-1919): Κύρια θεωρητικός της αριστερής πτέρυγας της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας. Πολωνοεβραϊκής καταγωγής, κατέφυγε από νωρίς στη Γερμανία, όπου συμμετείχε ενεργά στη θεωρητική και την πρακτική δουλειά του SPD. Από την αρχή του πολέμου κράτησε καθαρή αντιπολεμική επαναστατική στάση για την οποία και φυλακίστηκε. Ελευθερώθηκε όταν ξέσπασε η επανάσταση του 1918 και μαζί με τον Καρλ Λήμπκνεχτ, τον Φραντς Μέριγκ και την Κλάρα Τσέτκιν οργάνωσαν το Κομουνιστικό κόμμα Γερμανίας. Δολοφονήθηκε μαζί με τον Καρλ Λήμπκνεχτ από τα freikorps μετά την ήττα της επανάστασης. (σ.τ.μ.)

[14] Λήμπκνεχτ, Καρλ (1871-1919): Μία από τις πιο λαμπρές μορφές του γερμανικού και του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Κύριος εκπρόσωπος, μαζί με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, της αριστερής πτέρυγας της Γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, και από τους βασικούς ιδρυτές του γερμανικού κομουνιστικού κινήματος. Γιος του Βίλχελμ Λήμπκνεχτ, ενός από τους ιδρυτές του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) και από τους πρώτους συντρόφους του Μαρξ και του Έγκελς. Από τα τελευταία χρόνια του 19ου αιώνα συμμετείχε ενεργά στο σοσιαλιστικό κίνημα. Το 1907 έγραψε το βιβλίο "μιλιταρισμός και αντιμιλιταρισμός", από το οποίο έχει μείνει παροιμιώδης η φράση "ο εχθρός είναι στη δική μας πατρίδα". Την ίδια χρονιά φυλακίστηκε με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Το 1912 εκλέχτηκε βουλευτής και από τότε αφιέρωσε τη δραστηριότητά του στον αγώνα ενάντια στον επερχόμενο πόλεμο. Το Δεκέμβρη του 1914 ήταν ο μόνος από τους 101 βουλευτές του SPD που καταψήφισε τις πολεμικές πιστώσεις. Την εποχή εκείνη ήταν ο επιφανέστερος εκπρόσωπος της αριστερής πτέρυγας του σοσιαλιστικού κινήματος σε διεθνή κλίμακα. Αποκλείστηκε από την κοινοβουλευτική ομάδα του SPD και επιστρατεύτηκε. Φυλακίστηκε για δεύτερη φορά το 1916 για την αντιπολεμική του δράση. Ελευθερώθηκε το 1918 από την επανάσταση, πάλεψε για την εγκαθίδρυση σοβιετικής δημοκρατίας στη Γερμανία και μετά την ήττα της επανάστασης συνελήφθη και δολοφονήθηκε μαζί με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ από τις αντεπαναστατικές συμμορίες αξιωματικών που είχαν ξαμολήσει οι Έμπερτ και Νόσκε. (σ.τ.μ.)

[15] Χέντερσον, ʼρθουρ (1863-1935): Βρετανός πολιτικός, κύριος εκπρόσωπος της δεξιάς πτέρυγας του εργατικού κόμματος. Μέλος της κυβέρνησης του Λόϋντ Τζώρτζ, κατά τη διάρκεια του πολέμου κράτησε σωβινιστική στάση. Συμμετείχε σε διάφορες κυβερνήσεις μέχρι το θάνατό του.

[16] Κόννολλυ, Τζέημς: Ιρλανδός σοσιαλιστής. Ίδρυσε το Irish Republican Socialist Party to 1896. Μετανάστευσε το 1903 στις ΗΠΑ όπου ανέπτυξε πλούσια δράση. Επέστρεψε στην Ιρλανδία το 1910. Δραστηριοποιήθηκε στο συνδικαλιστικό κίνημα. Το 1916 συμμετείχε στην εξέγερση σαν γενικός διοικητής της μεραρχίας Δουβλίνου του Στρατού της Δημοκρατίας. Μετά την καταστολή της εξέγερσης εκτελέστηκε. (σ.τ.μ.)

[17] Βαντερβέλντε, Εμίλ (1866-1938): Βέλγος σοσιαλπατριώτης πολιτικός, επιφανής ηγέτης της Β' Διεθνούς. Στη διάρκεια του Α' Παγκόσμιου πόλεμου υπηρέτησε σαν πρωθυπουργός, και αργότερα συμμετείχε σε διάφορες κυβερνήσεις μέχρι το θάνατό του. (σ.τ.μ.)

[18] Λονγκέ, Ζαν (1876-1938): Γάλλος μετριοπαθής σοσιαλιστής. Βουλευτής στη διάρκεια του πολέμου, κράτησε στα λόγια πατσιφιστική στάση αλλά υπερψήφιζε τις πολεμικές πιστώσεις. Στο συνέδριο της Τουρ (1920) του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος, όπου αποφασίστηκε η προσχώρηση στην Τρίτη Διεθνή, διαγράφτηκε μαζί με τη δεξιά πτέρυγα του κόμματος (Σομπά, Μπλουμ). Προσχώρησε στην "Δυόμισι Διεθνή".

[19 Λόϋντ Τζωρτζ, Ντέηβιντ (1863-1945): Ουαλλός πολιτικός, πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας από το 1916 έως το 1922, αρχιτέκτονας της Συνθήκης των Βερσαλλιών μαζί με τον Κλεμανσώ. Υποστηρικτής της επέμβασης ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία. (σ.τ.μ.)

[20] Μπριάν, Αριστίντ (1862-1932): Γάλλος πολιτικός. Προερχόμενος από το σοσιαλιστικό κίνημα (συνιδρυτής μαζί με τον Ζωρές του γαλλικού σοσιαλιστικού κόμματος), έκανε στροφή πριν ακόμη τον πόλεμο και έγινε ένας από τους βασικούς πολιτικούς εκφραστές του γαλλικού ιμπεριαλισμού. Έγινε υπουργός 23 φορές και 11 φορές πρωθυπουργός. (σ.τ.μ.)

[21] Συνθήκη των Βερσαλλιών: Η συνθήκη των Βερσαλλιών, που υπογράφτηκε τον Ιούνιο του 1919, σήμανε το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Επέβαλε δυσβάσταχτους όρους στην ηττημένη Γερμανία, που οδήγησαν τελικά στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. (σ.τ.μ.)

[22] Κλεμανσώ, Ζωρζ (1841-1929): Γάλλος πολιτικός. Εμφανίστηκε στην πολιτική σκηνή σα ριζοσπάστης το 1870. Υπουργός από το 1902, πρωθυπουργός από το 1917 ως το 1920, κράτησε ακραία σωβινιστική στάση. Ήταν ένας από τους κύριους εμπνευστές της Συνθήκης των Βερσαλλιών και της επέμβασης ενάντια στη Σοβιετική Δημοκρατία. (σ.τ.μ.)

[23] Ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ: Ένα από τα βασικά συνθήματα των μπολσεβίκων ήταν η άμεση σύναψη ειρήνης. Όταν πήραν την εξουσία άρχισαν διαπραγματεύσεις με τους Γερμανούς στο Μπρεστ-Λιτόφσκ για τη σύναψη ειρήνης. Παρ' όλα αυτά, στις διαπραγματεύσεις κωλυσιεργούσαν προσβλέποντας στο ξέσπασμα της επανάστασης στη Γερμανία. Τελικά υποχρεώθηκαν να υπογράψουν, παρά τους εξαιρετικά επαχθείς όρους, για να αποφύγουν τη συνέχιση του πολέμου και να κερδίσουν χρόνο για να ξαναφτιάξουν το στρατό, που είχε εν τω μεταξύ διαλυθεί. (σ.τ.μ.)

[24] Χοενζόλλερν (Hohenzollern): Η δυναστεία που κυβερνούσε τη Γερμανία μέχρι την επανάσταση του 1918. (σ.τ.μ.)

[25] Κάουτσκυ, Καρλ (1854-1938): Βασικός θεωρητικός του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και της Δεύτερης Διεθνούς. Μετά το θάνατο του Έγκελς και μέχρι το 1910, εθεωρείτο ο κύριος συνεχιστής του έργου των Μαρξ-Έγκελς. Ο Έγκελς, παρ' ότι τον εκτιμούσε, είχε επιφυλάξεις τόσο για τη θεωρητική του σοβαρότητα, όσο και για το χαρακτήρα του, επιφυλάξεις που τον οδήγησαν τελικά να διακόψει σχεδόν ολοκληρωτικά τις σχέσεις μαζί του. Συμμετέχοντας στη θεωρητική μάχη ενάντια στις θεωρίες του Μπερνστάιν, κέρδισε τη φήμη του φύλακα της μαρξιστικής ορθοδοξίας. Παρ' όλα αυτά, έχοντας ανδρωθεί στο διάστημα της σχετικής κοινωνικής ηρεμίας που μεσολάβησε ανάμεσα στην κατάπνιξη της Παρισινής Κομμούνας το 1871 και την πρώτη ρώσικη επανάσταση του 1905, είχε μάθει να αντιμετωπίζει την επανάσταση σαν ένα θεωρητικό ζήτημα. Όταν η ιστορία έφερε την επανάσταση στο προσκήνιο, αποδείχτηκε ανίκανος να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες και άρχισε να γλιστράει προς τα δεξιά. Πρώτη η Λούξεμπουργκ, που είχε πιο στενή συνεργασία μαζί του, αντιλήφθηκε την αποστασία του. Στη διάρκεια του Α' Παγκόσμιου Πόλεμου κράτησε πατσιφιστική θέση και προσπάθησε να κρατήσει ίσες αποστάσεις ανάμεσα στοη δεξιά, σωβινιστική πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας και την αριστερή πτέρυγα, με επικαφαλής το Λένιν, τη Λούξεμπουργκ και τον Τρότσκι, που ζητούσαν τη μετατροπή του πολέμου σε επανάσταση. Το 1917, σε συνεργασία με την αριστερή πτέρυγα της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας (Ρόζα Λούξεμπουργκ, Καρλ Λήμπκνεχτ, Φραντς Μέριγκ), ίδρυσε το ανεξάρτητο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (USPD), αλλά αργότερα επέστρεψε στο SPD. Αντιτάχτηκε ανοιχτά στην Οκτωβριανή Επανάσταση, και αφιέρωσε το τελευταίο κομμάτι της ζωής του στον αγώνα εναντίον της. (σ.τ.μ.)

[26] Ζορντάνια Νόε (1870-1953): Γεωργιανός μενσεβίκος, πρωθυπουργός της Γεωργίας από το Μάιο του 1918 μέχρι το Φεβρουάριο του 1921. (σ.τ.μ.)

[27] Τσερετέλι, Ι. Γκ. (1882-1959): Γεωργιανός μενσεβίκος ηγέτης. Μετά την επανάσταση του Φλεβάρη κράτησε σοσιαλπατριωτική στάση. Ήταν ο κύριος εκπρόσωπος των μενσεβίκων στο σοβιέτ της Πετρούπολης. Μετά την επανάσταση του Οχτώβρη κατέφυγε στη Γεωργία όπου ανέπτυξε αντεπαναστατική δραστηριότητα. Με την πτώση του μενσεβίκικου καθεστώτος μετανάστευσε στις ΗΠΑ. (σ.τ.μ.)

[28] Μουσαβατιστές: Υποστηρικτές του εθνικιστικού μουσουλμανικού κόμματος μουσαβάτ του Αζερμπαϊτζάν, που συνεργάστηκε με τους Τούρκους εισβολείς. (σ.τ.μ.)

[29] Ντασνάκοι: Οπαδοί του αρμενικού εθνικιστικού κόμματος ντασνάκ, που σε συνεργασία με τους δεξιούς σοσιαλεπαναστάτες και τους μενσεβίκους βοήθησαν τη βρετανική εισβολή στη Γεωργία το 1918. (σ.τ.μ.)

[30] Πετλουριστές: Οπαδοί του Σ. Β. Πετλούρα, (1877-1926). Ο Πετλούρα ήταν Ουκρανός δεξιός σοσιαλδημοκράτης. Τον Ιούνιο του 1917 έγινε γενικός γραμματέας στρατιωτικών υποθέσεων της Ουκρανικής Ράντα (βουλής). Μετά την επανάσταση του Οχτώβρη υποκίνησε αντισοβιετικές αγροτικές εξεγέρσεις. Το καλοκαίρι του 1919 κατέλαβε το Κίεβο. Το 1920 βοήθησε την Πολωνία στον πόλεμο ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία. (σ.τ.μ.)

Μύθος και πραγματικότητα
Πώς περιγράφουν τη μοίρα της Γεωργίας οι ανατραπέντες μενσεβίκοι και οι διάφοροι προστάτες τους; Έχει φτιαχτεί γύρω της ένα είδος μύθου, υπολογισμένου για να ξεγελάει τους αφελείς. Και οι αφελείς δε λείπουν σε αυτόν τον κόσμο.

Ο λαός της Γεωργίας αυτοβούλως, έτσι ξεκινάει ο μύθος, αποφάσισε, με ειρηνικό και φιλικό τρόπο, να αποχωριστεί από τη Ρωσία. Αυτή την επιθυμία ο γεωργιανός λαός την εξέφρασε δημοκρατικά με την ψήφο του. Την ίδια στιγμή ύψωσε το λάβαρο της απόλυτης ουδετερότητας στις διεθνείς σχέσεις. Ούτε με σκέψεις ούτε με πράξεις παρενέβη ποτέ η Γεωργία στο ρώσικο εμφύλιο πόλεμο. Ούτε οι κεντρικές αυτοκρατορίες ούτε η Αντάντ μπόρεσαν να την κάνουν να αποκλίνει από την οδό της ουδετερότητας. Το έμβλημά της ήταν: "Ζήσε κι άσε τους άλλους να ζήσουν". Ακούγοντας γι' αυτό τον ενάρετο τόπο, πολλοί προσκυνητές της Δεύτερης Διεθνούς, γνωστοί για την ευλάβειά τους - ο Βαντερβέλντε, ο Ρενοντέλ και η κα Σνόουντεν - έκλεισαν αμέσως θέση για να τον επισκεφτούν. Αμέσως μετά, ακολούθησε ο Κάουτσκυ, γέρνοντας από τα χρόνια και τη σοφία. Όλοι αυτοί, σαν τους απόστολους των παλιών καιρών, συνομίλησαν σε γλώσσες που δεν καταλάβαιναν και είδαν οράματα, τα οποία περιέγραψαν ύστερα σε άρθρα και βιβλία. Ο Κάουτσκυ στο ταξίδι της επιστροφής από την Τυφλίδα στη Βιέννη έψελνε αδιάκοπα: "Νυν απολύοις τον δούλον σου Δέσποτα... Διότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου".

Αλλά δεν είχαν καλά-καλά προλάβει οι προσκυνητές αυτοί να φέρουν την ευλογία στα ποίμνιά τους, όταν συνέβη κάτι τρομερό. Χωρίς αιτία καμία, η Σοβιετική Ρωσία έριξε τα στρατεύματά της ενάντια στην ειρηνική ουδέτερη και δημοκρατική Γεωργία και αδυσώπητα κατέπνιξε τη σοσιαλδημοκρατική δημοκρατία, που τόσο ολόψυχα αγαπούσαν οι λαϊκές μάζες. Η αιτία αυτής της χωρίς προηγούμενο ύβρεως ήταν ο ιμπεριαλισμός και ο βοναπαρτισμός της σοβιετικής κυβέρνησης και ειδικότερα το μίσος που έτρεφε για τις δημοκρατικές επιτυχίες των Γεωργιανών μενσεβίκων. Αυτά πάνω κάτω περιέχει ο μύθος. Ακολουθούν προφητείες της Αποκαλύψεως για την αναπότρεπτη πτώση των μπολσεβίκων και για το πώς οι μενσεβίκοι θα αποκατασταθούν στην πρότερή τους δόξα.

Ο Καρλ Κάουτσκυ έγραψε ένα ευλαβές φυλλάδιο αφιερωμένο στο μύθο αυτό[31]. Η απόφαση της Δεύτερης Διεθνούς για τη Γεωργία, τα άρθρα των Times, οι διαλέξεις του Βαντερβέλντε, οι αναμφισβήτητες συμπάθειες της Βασίλισσας του Βελγίου, καθώς και τα γραφτά του Ερβέ και του Μέρχαϊμ, όλα βασίζονται πάνω σ' αυτό το μύθο. Ο μόνος λόγος που δεν έχει εκδοθεί ακόμη Παπική Εγκύκλιος είναι ο πρόωρος θάνατος του Βενέδικτου XV. Ας ελπίσουμε ότι ο διάδοχός του θα επανορθώσει αυτή την παράλειψη.

Πρέπει πάντως να πούμε ότι, αν και ο μύθος γύρω από τη Γεωργία δε στερείται ποιητικής αξιοπρέπειας, είναι παρ' όλα αυτά, όπως όλοι οι μύθοι, αντίθετος με τα γεγονότα. Για να ακριβολογήσουμε, ο γεωργιανός μύθος δεν είναι παρά ένα ψέμα απ' την αρχή ως το τέλος, το οποίο δημιούργησε όχι η δημιουργική λαϊκή φαντασία, αλλά η βιομηχανική παραγωγή του καπιταλιστικού τύπου. Μονάχα ψέματα βρίσκονται στη βάση της μανιασμένης αντισοβιετικής προπαγάνδας στην οποία οι ηγέτες της Δεύτερης Διεθνούς έπαιξαν το πρώτο βιολί. Θα το αποδείξουμε σημείο προς σημείο.

* * *
Ο κ. Χέντερσον πρωτοάκουσε για την ύπαρξη της Γεωργίας από την κα Σνόουντεν, και η κα Σνόουντεν εξοικειώθηκε με τις δραστηριότητες του Ζορντάνια και του Τσερετέλι στη διάρκεια του εκπαιδευτικού ταξιδιού της στο Μπατούμι και την Τυφλίδα.

Όσο για μας, τους ξέραμε από πριν τους κύριους, όχι σαν άρχοντες της ανεξάρτητης Γεωργίας, την οποία δεν είχαν δει ούτε στον ύπνο τους, αλλά σα Ρώσους πολιτικούς στην Πετρούπολη και τη Μόσχα. Ο Τσχεϊτζέ έγινε ηγέτης του σοβιέτ της Πετρούπολης και στη συνέχεια της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής των Σοβιέτ, κατά την περίοδο του Κερένσκυ, όταν οι μενσεβίκοι και οι σοσιαλεπαναστάτες κυριαρχούσαν στα σοβιέτ. Ο Τσερετέλι[32] ήταν υπουργός στην κυβέρνηση του Κερένσκυ και ο εμπνευστής της πολιτικής του συμβιβασμού. Ο Τσχεϊτζέ, ο Νταν και άλλοι έκαναν τους ενδιάμεσους ανάμεσα στο μενσεβίκικο σοβιέτ και την κυβέρνηση συνασπισμού. Ο Γκεγκετσκόρι και ο Τσχενκέλι είχαν υπεύθυνες θέσεις κάτω από την προσωρινή κυβέρνηση. Ο Τσχενκέλι ήταν ο πληρεξούσιος εκπρόσωπός της στην Υπερκαυκασία.

Η θέση των μενσεβίκων ήταν ουσιαστικά η εξής: η επανάσταση πρέπει να διατηρήσει τον αστικό χαρακτήρα της - γι' αυτό το λόγο η αστική τάξη πρέπει να παραμείνει στην ηγεσία της - ο προορισμός του συνασπισμού ανάμεσα στους σοσιαλιστές και την αστική τάξη είναι να κάνει τις μάζες να συνηθίσουν την αστική κυριαρχία - τυχόν προσπάθεια του προλεταριάτου να κατακτήσει την εξουσία θα ήταν μοιραία για την επανάσταση - αδυσώπητος πόλεμος πρέπει να κηρυχτεί ενάντια στους μπολσεβίκους. Σαν ιδεολογικοί εκπρόσωποι της αστικής δημοκρατίας, ο Τσχεϊτζέ και ο Τσερετέλι μαζί με όλους τους φίλους τους επέμεναν ασυμφιλίωτα στην ενότητα και την ακεραιότητα της δημοκρατίας, στα πλαίσια της παλιάς Τσαρικής Αυτοκρατορίας. Οι αξιώσεις της Φιλανδίας για τη διεύρυνση της αυτονομίας της καθώς και οι προσπάθειες των Ουκρανών δημοκρατών προς την κατεύθυνση της ανεξαρτησίας συνάντησαν την αμείλικτη αντίσταση του Τσερετέλι και του Τσχεϊτζέ. Ο Τσχενκέλι στο συνέδριο των σοβιέτ άστραφτε και βρόνταγε ενάντια στις αποσχιστικές τάσεις ορισμένων μεθοριακών κρατών, παρ' όλο που τότε ακόμη και η Φιλανδία δεν ζητούσε πλήρη ανεξαρτησία. Για να καταπνίξουν αυτές τις αυτονομιστικές τάσεις ο Τσερετέλι και ο Τσχεϊτζέ οργάνωσαν ένοπλη βία. Θα είχαν εφαρμόσει αυτή τη βία αν η ιστορία τους είχε δώσει το χρονικό περιθώριο. Οι κύριες τους προσπάθειες πάντως, στρέφονταν στον αγώνα ενάντια στους μπολσεβίκους.

Παρότι η ιστορία έχει γνωρίσει αρκετές καμπάνιες δυσφήμησης, διωγμών και μίσους, δύσκολα βρίσκει κανείς κάτι ανάλογο με αυτήν που εξαπολύθηκε ενάντιά μας στην περίοδο του Κερένσκυ. Οι εφημερίδες όλων των αποχρώσεων και τάσεων, σε όλα τα τμήματα και τα άρθρα τους, σε πεζό και έμμετρο λόγο, με λέξεις και γελοιογραφίες, επέπλητταν, αναθεμάτιζαν και στιγμάτιζαν τους μπολσεβίκους. Δεν υπήρχε ένα έγκλημα που να μη μας απέδιδαν, συλλογικά και ατομικά. Όταν φαινόταν ότι οι διωγμοί είχαν φτάσει στο ψηλότερό τους σημείο, κάποιο καινούριο επεισόδιο, πολλές φορές ασήμαντο, τους έδινε καινούρια ορμή. Υψώνονταν τότε ακόμη περισσότερο, μεθυσμένοι από τις αναθυμιάσεις της ίδιας τους της μανίας. Η αστική τάξη ένοιωθε τον κίνδυνο του θανάτου. Στα άγρια της παραληρήματα μπορούσε να ανιχνευτεί μια νότα φόβου.

Οι μενσεβίκοι, όπως πάντα, αντανακλούσαν τις διαθέσεις της αστικής τάξης. Στο ψηλότερο σημείο αυτής της εκστρατείας, ο κ. Χέντερσον επισκέφτηκε την προσωρινή κυβέρνηση και έφτασε με ανακούφιση στο συμπέρασμα ότι ο σερ Τζωρτζ Μπιουκάναν[33] αντιπροσώπευε με αξιοπρέπεια και επιτυχία τα ιδανικά των Βρετανών δημοκρατών στη δημοκρατία του Κερένσκυ και του Τσερετέλι.

Η τσαρική αστυνομία και οι μυστικές υπηρεσίες, που φοβούμενες στραβοπατήματα είχαν προσωρινά παραμείνει αδρανείς, έψαχναν τρόπο να αποδείξουν την αφοσίωσή τους στα νέα τους αφεντικά. Όλα τα τμήματα της καλλιεργημένης κοινωνίας τους έδειχναν ομόφωνα ποιο πρέπει να είναι το καινούριο αντικείμενο της προσοχής τους - οι μπολσεβίκοι. Όλες οι ηλίθιες εφευρέσεις για τις διασυνδέσεις μας με το γερμανικό γενικό επιτελείο, τις οποίες κανείς δεν πίστευε πραγματικά, εκτός ίσως από κάποιο μικροχαφιέ ή καμιά γυναίκα μαγαζάτορα της Μόσχας, επαναλαμβάνονταν, αναπτύσσονταν, υπερβάλλονταν και παρουσιάζονταν σε όλες τις δυνατές αποχρώσεις. Οι ηγέτες των μενσεβίκων, ήξεραν καλύτερα απ' τον καθένα την πραγματική αξία αυτών των κατηγοριών. Αλλά ο Τσερετέλι και η αδελφότητά του, θεώρησαν απαραίτητο να τις υποστηρίξουν για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Το βαθύ μπάσο του Τσερετέλι έδινε τον τόνο, τον οποίο επαναλάμβαναν τα γαυγίσματα των αποβρασμάτων των μαύρων εκατονταρχιών. Το αποτέλεσμα ήταν να κατηγορηθούν επίσημα οι μπολσεβίκοι ότι είχαν διαπράξει εσχάτη προδοσία, και ότι ήταν στην υπηρεσία του γερμανικού μιλιταρισμού. Τα τυπογραφεία και τα γραφεία μας λεηλατήθηκαν από την αστική αλητεία, κάτω από την ηγεσία πατριωτών αξιωματικών. Ο Κερένσκυ έκλεισε τις εφημερίδες μας και χιλιάδες επί χιλιάδων κομουνιστών συνελήφθησαν στην Πετρούπολη και σ' όλα τα μέρη της χώρας.

Οι μενσεβίκοι και οι σύμμαχοί τους, οι σοσιαλεπαναστάτες, παρέλαβαν την εξουσία από τα χέρια των σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών. Γρήγορα όμως ένοιωσαν το έδαφος να γλιστρά κάτω από τα πόδια τους.

Συγκέντρωσαν τότε τις προσπάθειές τους στη δημιουργία ενός αντίβαρου στα σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών, βοηθώντας πολιτικά τα μικροαστικά και αστικά στοιχεία της χώρας να οργανωθούν μέσω των δημοκρατικών δήμων και των ζέμστβο. Αλλά καθώς τα σοβιέτ αναπτύσσονταν ταχύτατα προς τα αριστερά, η δουλειά της οργάνωσης των ιδιοκτητριών τάξεων συμπληρώθηκε από το αδυνάτισμα και την αποδιοργάνωση των σοβιέτ από τους μενσεβίκους. Οι επανεκλογή αντιπροσώπων καθυστερούσε επίτηδες και το δεύτερο συνέδριο των σοβιέτ σαμποταριζόταν ανοιχτά. Ο Τσερετέλι ενέπνευσε αυτή την πολιτική και ο Τσχεϊτζέ έφερε σε πέρας την οργάνωσή της. Ήδη, από τον Αύγουστο-Σεπτέμβρη του 1917, υποστηριζόταν ότι τα σοβιέτ είχαν περάσει την περίοδο της ακμής τους και βρισκόντουσαν σε πορεία "αποσύνθεσης". Όσο πιο επαναστατικές, επίμονες και ανυπόμονες γινόντουσαν οι εργατικές και αγροτικές μάζες, τόσο πιο ανοιχτή και χονδροειδής γινόταν η εξάρτηση των μενσεβίκων από τις ιδιοκτήτριες τάξεις. Οι αστικοδημοκρατικοί δήμοι και τα ζέμστβο δεν μπορούσαν να σώσουν την κατάσταση. Το επαναστατικό κύμα υπερνικούσε αυτό το θλιβερό φράγμα. Το δεύτερο συνέδριο των σοβιέτ, που το συγκάλεσαν οι μενσεβίκοι σαν αποτέλεσμα της πίεσής μας, πήρε με την υποστήριξη της φρουράς της Πετρούπολης την εξουσία στα χέρια του χωρίς μάχη και σχεδόν χωρίς θύματα. Τότε οι μενσεβίκοι, μαζί με τους σοσιαλεπαναστάτες και τους καντέ[34], ξεκίνησαν ένα σκληρό και, όπου ήταν δυνατό, ένοπλο αγώνα ενάντια στα σοβιέτ, δηλαδή ενάντια στους εργάτες και τους αγρότες. Με αυτό τον τρόπο τέθηκαν οι βάσεις για την δημιουργία των λευκών μετώπων.

Κατά τη διάρκεια λοιπόν των πρώτων εννιά μηνών της επανάστασης , οι μενσεβίκοι πέρασαν από τρία στάδια: Την άνοιξη του 1917, ήταν οι αδιαμφισβήτητοι ηγέτες των σοβιέτ - το καλοκαίρι προσπάθησαν να κρατήσουν ουδέτερη στάση ανάμεσα στα σοβιέτ και την αστική τάξη - μετά, μαζί με την αστική τάξη, κήρυξαν εμφύλιο πόλεμο ενάντια στα σοβιέτ. Αυτά τα διακριτά στάδια χαρακτηρίζουν την ουσία του μενσεβικισμού και, όπως θα δούμε παραπέρα, καλύπτουν απόλυτα την ιστορία της μενσεβίκικης Γεωργίας.

Ήδη πριν την Οκτωβριανή Επανάσταση, ο Τσχεϊτζέ την κοπάνησε για τον Καύκασο. Η επιφυλακτικότητα ήταν πάντοτε η δυνατότερη από τις πολιτικές του αρετές. Στη συνέχεια εκλέχτηκε πρόεδρος του υπερκαυκασιανού Σέιμ (κοινοβουλίου) συνασπισμού. Έτσι συνέχισε να παίζει στον Καύκασο in octavo, το ρόλο που είχε παίξει στην Πετρούπολη in folio.

Οι μενσεβίκοι, σε συμμαχία με τους σοσιαλεπαναστάτες και τους καντέ, έγιναν η ψυχή της αντεπαναστατικής "Επιτροπής για τη σωτηρία της πατρίδας και της επανάστασης" η οποία ήρθε αμέσως σε επαφή με τους κοζάκους του Κράσνωφ που προέλαυναν τότε ενάντια στην Πετρούπολη και οργάνωσε την απόπειρα εξέγερσης των γιούνκερς. Οι ηγέτες των μενσεβίκων, στους οποίους ο Κάουτσκυ έχει εκδώσει άδεια να κατασκευάζουν αναίμακτες δημοκρατίες, είναι οι πραγματικοί υποκινητές του εμφύλιου πόλεμου στη Ρωσία. Από την "Επιτροπή για τη σωτηρία της πατρίδας και της επανάστασης" της Πετρούπολης, στην οποία οι μενσεβίκοι δούλευαν μαζί με όλες τις οργανώσεις λευκοφρουρών, τα νήματα οδηγούν απευθείας σε όλες τις μετέπειτα αντεπαναστατικές εξεγέρσεις, συνομωσίες και δολοφονίες: στην Τσεχοσλοβάκικη εξέγερση στο Βόλγα, στην κυβέρνηση του Τσαϊκόφσκυ και του στρατηγού Μίλερ στο Βορρά, (Αρχάγγελο), στον Ντενίκιν[35] και τον Βράγγελ[36] στο Νότο, στους εμιγκρέδες στο εξωτερικό και τα μυστικά κονδύλια της Αντάντ. Σε όλη αυτή τη δουλειά οι μενσεβίκοι, συμπεριλαμβανομένων των Γεωργιανών μενσεβίκων ηγετών, πήραν μέρος όχι για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας της Γεωργίας, για την οποία κανείς δεν είχε μιλήσει τότε, αλλά σαν ηγέτες ενός από τα αντισοβιετικά κόμματα, με βάσεις σε ολόκληρη τη χώρα. Ο ηγέτης του αντισοβιετικού μπλοκ στη Συντακτική Συνέλευση δεν ήταν άλλος από τον Τσερετέλι.

Μαζί με ολόκληρη την αντεπανάσταση, οι μενσεβίκοι υποχώρησαν από το βιομηχανικό κέντρο στην περιφέρεια. Φυσικά χρησιμοποίησαν την Υπερκαυκασία σαν ένα από τα τελευταία καταφύγια τους. Στη Σαμάρα οχυρώθηκαν πίσω από το σύνθημα της "Συντακτικής Συνέλευσης", αλλά στην Τυφλίδα δοκίμασαν κάποια στιγμή να σηκώσουν το λάβαρο της ανεξάρτητης δημοκρατίας. Αυτό δεν έγινε αμέσως. Η μετάβαση από την αστική συγκεντρωτική θέση στη μικροαστική θέση του αποχωρισμού, που υπαγορεύτηκε όχι από τα εθνικά αιτήματα του λαού της Γεωργίας αλλά από τις ανάγκες του παν-ρωσικού εμφύλιου, πέρασε από πολλά στάδια.

Τρεις μέρες μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση στην Πετρούπολη, ο Ζορντάνια δήλωνε στην δημοτική Δούμα της Τυφλίδας: "Η εξέγερση στην Πετρούπολη ζει τις τελευταίες της μέρες. Από την πρώτη στιγμή ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία". Με βάση τη φυσική τάξη των πραγμάτων δε θα μπορούσε κανείς να ζητήσει να επιδείξει περισσότερη οξυδέρκεια ο Ζορντάνια στην Τυφλίδα απ' ότι οι άλλοι φιλισταίοι σε όλα τ' άλλα μέρη του κόσμου. Η μόνη διαφορά βέβαια είναι ότι η Τυφλίδα ήταν ένα από τα σημεία της Ρώσικης Επανάστασης και ο Ζορντάνια ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές στον αγώνα που υποτίθεται ότι θα έδινε τέλος στην εξέγερση των μπολσεβίκων. Πάντως οι "τελευταίες μέρες" πέρασαν και απέδειξαν ότι δεν ήταν οι τελευταίες. Φάνηκε αναγκαίο ήδη από το Νοέμβρη να φτιαχτεί βιαστικά ένα ανεξάρτητο υπερκαυκασιανό κομισαριάτο. Όχι σαν κυβέρνηση, αλλά σαν προσωρινό αντεπαναστατικό στρατόπεδο απ΄ όπου οι μενσεβίκοι έλπιζαν να δώσουν αποφασιστική βοήθεια στην αποκατάσταση της δημοκρατικής τάξης στη Ρωσία. Αυτές οι ελπίδες είχαν κάποια βάση: Η οικονομική καθυστέρηση, η εξαιρετική αδυναμία του βιομηχανικού προλεταριάτου, η μεγάλη απόσταση από την κεντρική Ρωσία, οι διαφορές στις κοινωνικές συνθήκες, τις παραδόσεις και τη θρησκεία ανάμεσα στις διάφορες εθνότητες που δυσπιστούσαν η μία προς την άλλη και χωριζόντουσαν από φυλετικούς ανταγωνισμούς και, τέλος, η εγγύτητα του Ντον και του Κουμπάν, όλα αυτά μαζί δημιουργούσαν ευνοϊκές συνθήκες για την καταπολέμηση της κοινωνικής επανάστασης, και πράγματι μετέτρεψαν για μεγάλο διάστημα τον Καύκασο και την πέρα από αυτόν περιοχή σε μια Βανδέα[37 και μία Γιρόνδη[38, που κρατιόντουσαν ενωμένες από τον κοινό αγώνα τους ενάντια στα σοβιέτ.

Εκείνη την εποχή στην Υπερκαυκασία υπήρχε μεγάλος αριθμός τσαρικών στρατευμάτων από το τουρκικό μέτωπο. Η είδηση των προτάσεων της κυβέρνησης των σοβιέτ για ειρήνη και αγροτική μεταρρύθμιση συντάραξε όχι μόνο τις μάζες των στρατιωτών αλλά και το ντόπιο εργαζόμενο πληθυσμό.

Τότε ξεκίνησε για τους οχυρωμένους στην Υπερκαυκασία αντεπαναστάτες μια περίοδος συναγερμού. Αμέσως οργάνωσαν ένα συνασπισμό των δυνάμεων της "τάξης", που την αποτελούσαν όλα τα κόμματα με εξαίρεση, φυσικά, τους μπολσεβίκους. Οι μενσεβίκοι, που ηγούνταν του συνασπισμού, ενέπνευσαν τη συμμαχία ανάμεσα στους Γεωργιανούς ευγενείς γαιοκτήμονες και τη μικροαστική τάξη, ανάμεσα στους Αρμένιους μαγαζάτορες και τους μεγιστάνες του πετρελαίου, και ανάμεσα στους Τατάρους μπέηδες και χαν. Οι Ρώσοι λευκοί αξιωματικοί τέθηκαν ολοκληρωτικά στην υπηρεσία του αντιμπολσεβίκικου συνασπισμού.

Στην αρχή του Νοέμβρη, συνήλθε το συνέδριο των αντιπροσώπων του μετώπου της Υπερκαυκασίας, που συγκλήθηκε από τους ίδιους τους μενσεβίκους. Η πλειοψηφία φαινόταν να κλίνει προς τα αριστερά. Τότε οι μενσεβίκοι, μαζί με τη δεξιά πτέρυγα του συνεδρίου, έκαναν ένα πραξικόπημα και δημιούργησαν ένα περιφερειακό σοβιέτ των υπερκαυκασιανών στρατευμάτων χωρίς την αριστερά, δηλαδή χωρίς την πλειοψηφία. Σε συμφωνία με το σοβιέτ αυτό, το υπερκαυκασιανό κομισαριάτο το Γενάρη του 1919 αποφάσισε: "να αναγνωρίσει την ανάγκη αποστολής κοζάκικων αποσπασμάτων στις περιοχές όπου τώρα λαμβάνουν χώρα ταραχές". Σφετερισμός σαν μέθοδος, κοζάκοι του Κορνίλωφ[39] σαν ένοπλη δύναμη: αυτές είναι οι πραγματικές ρίζες της υπερκαυκασιανής δημοκρατίας.

Το μενσεβίκικο πραξικόπημα στην Υπερκαυκασία δεν αποτελούσε εξαίρεση. Όταν στο δεύτερο παν-ρωσικό συνέδριο των σοβιέτ (Οχτώβρης του 1917) διαπιστώθηκε ότι οι μπολσεβίκοι αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία, η παλιά εκτελεστική επιτροπή, που την αποτελούσαν μενσεβίκοι και σοσιαλεπαναστάτες, αρνήθηκε να παραδώσει τη θέση της στην εκτελεστική επιτροπή που εκλέχτηκε από το συνέδριο. Ευτυχώς, είχαμε με το μέρος μας όχι μόνο την τυπική πλειοψηφία του συνεδρίου, αλλά και ολόκληρη τη φρουρά της πρωτεύουσας. Αυτό εμπόδισε τους μενσεβίκους να μας διαλύσουν και μας επέτρεψε να τους δώσουμε ένα πρακτικό μάθημα στη σοβιετική δημοκρατία.

Τα στρατεύματα της Υπερκαυκασίας συνέχιζαν να αποτελούν απειλή για την "τάξη" ακόμη και μετά το ανακτορικό πραξικόπημα των μενσεβίκων. Νοιώθοντας την υποστήριξη των στρατιωτών που είχαν επαναστατικές διαθέσεις, οι εργατικές και αγροτικές μάζες της Υπερκαυκασίας έδειχναν μία καταφανή πρόθεση να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Βορρά.

Για να σωθεί η κατάσταση ήταν υποχρεωτικό να αφοπλιστούν και να διαλυθούν τα επαναστατικά στρατεύματα.

Η κυβέρνηση της Υπερκαυκασίας, σε συνεργασία με τους τσαρικούς αξιωματικούς, επεξεργάστηκε το σχέδιο αφοπλισμού του στρατού. Στη συνομωσία συμμετείχαν ο λευκός στρατηγός Πριεβάλσκυ, ο συνταγματάρχης Σατίλωφ, μελλοντικός σύντροφος στα όπλα του Βράγγελ, ο μελλοντικός υπουργός εξωτερικών της Γεωργίας Ραμισβίλι και άλλοι. Ταυτόχρονα με τα μέτρα που πάρθηκαν για τον αφοπλισμό των επαναστατικών αποσπασμάτων, αποφασίστηκε να μην αφοπλιστούν τα συντάγματα των Κοζάκων, δηλαδή τα προπύργια του Κορνίλωφ, του Καλέντιν και του Κράσνωφ. Η συνεργασία ανάμεσα στη μενσεβίκικη Γιρόνδη και την Κοζάκικη Βανδέα είχε πάρει στρατιωτική μορφή. Ο αφοπλισμός μετατράπηκε σε λεηλασία και συχνά σε σφαγή των στρατιωτών που επέστρεφαν, από ειδικά αντεπαναστατικά αποσπάσματα. Σε μερικούς σιδηροδρομικούς σταθμούς έγιναν πραγματικές μάχες, στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν θωρακισμένα τραίνα και βαρύ πυροβολικό. Χιλιάδες θυμάτων έπεσαν σ' αυτές τις μάχες, που προκλήθηκαν από τους μενσεβίκους.

Ο ευλαβής Κάουτσκυ περιγράφει τα στρατεύματα που διακατέχονταν από μπολσεβίκικες διαθέσεις σαν ανεξέλεγκτες συμμορίες που λεηλατούσαν, βίαζαν και δολοφονούσαν. Έτσι ακριβώς τα περιέγραφαν και όλα τα αντεπαναστατικά αποβράσματα. Ο Κάουτσκυ ήταν υποχρεωμένος να κρατήσει αυτή τη στάση για να μπορέσει να εμφανίσει αυτούς που ξεκίνησαν τον αφοπλισμό, τους Γεωργιανούς μενσεβίκους, σαν "ιππότες, με την πιο ευγενή έννοια της λέξης". Έχουμε πάντως στη διάθεσή μας πολύ διαφορετικά στοιχεία, τα οποία παρεμπιπτόντως. προέρχονται από τους ίδιους τους μενσεβίκους οι οποίοι τρόμαξαν από το ίδιο τους το έργο, όταν ο αφοπλισμός πήρε τη μορφή αιματηρού πογκρόμ. Στις 14 Γενάρη του 1918, ο επιφανής μενσεβίκος Τζουγκέλι δήλωνε:

Αυτός δεν ήταν αφοπλισμός αλλά λεηλασία των στρατιωτών. Αυτοί οι δυστυχισμένοι άντρες, κουρασμένοι, ανυπόμονοι να γυρίσουν στις οικογένειές τους, έβλεπαν να τους παίρνουν τα πάντα, ακόμη και τις αρβύλες τους. Την ίδια στιγμή γινόταν ευρείας κλίμακας εμπόριο. Ο πολεμικός εξοπλισμός και τα όπλα πωλούνταν σε συμμορίες ληστών. Αυτό που γινόταν ήταν αηδιαστικό. (Σλόβο, Νο 10)

Αρκετές μέρες αργότερα, ο Τζουγκέλι, ο οποίος είχε συμμετάσχει ο ίδιος στον αφοπλισμό της φρουράς της Τυφλίδας (θα ξανασυναντήσουμε αυτόν τον κύριο) κατηγορούσε τον Ραμισβίλι ότι είχε χρησιμοποιήσει τις πιο γνωστές ληστρικές ομάδες της υπερκαυκασιανής αντεπανάστασης για αυτή τη δουλειά. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πολιτικούς άνδρες, έλαβε χώρα η ακόλουθη ανταλλαγή απόψεων, την οποία νοιώθουμε υποχρέωση να παραθέσουμε:


Ν. Ραμισβίλι: Ο Τζουγκέλι είναι συκοφάντης!
Τζουγκέλι: Και ο Ραμισβίλι είναι ψεύτης!
Ραμισβίλι: (επαναλαμβάνει) Ο Τζουγκέλι είναι συκοφάντης!
Τζουγκέλι: Σε παρακαλώ να σταματήσεις να μου απευθύνεις αυτούς τους υβριστικούς χαρακτηρισμούς.
Ραμισβίλι: Δηλώνω ότι όσα είπε ο Τζουγκέλι είναι ποταποί υπαινιγμοί και ότι ο Τζουγκέλι είναι συκοφάντης!
Τζουγκέλι: Και συ είσαι δειλός και αχρείος και θα σε μεταχειριστώ έτσι που σου αξίζει!

Όπως βλέπουμε ο αφοπλισμός του στρατού δεν ήταν τόσο ιπποτικό έργο όσο θέλει να το παρουσιάσει ο Κάουτσκυ, αφού δύο άνθρωποι που μοιραζόντουσαν τις ίδιες αντιλήψεις, και συμμετείχαν ενεργά σε αυτή την υπόθεση, προσπάθησαν με αυτόν τον τόσο ελάχιστα ιπποτικό τρόπο να αποποιηθούν τις ευθύνες τους.

Δεν μπορεί πάντως κανείς να μην συμπάσχει με τον Κάουτσκυ. Δείτε που μπορεί να οδηγήσει ο υπερβάλλων ζήλος, σε συνδυασμό με μειωμένη ικανότητα αυτοσυγκράτησης. Ας παρατηρήσουμε εδώ ότι ολόκληρο το βιβλίο του Κάουτσκυ, με τον αφελώς απολογητικό του τόνο, θυμίζει έντονα τα έργα πολλών υπέργηρων Γάλλων ακαδημαϊκών για την εκπολιτιστική αποστολή του Πρίγκηπα του Μονακό, ή για τον φιλανθρωπικό ρόλο των Καραγκεόργκεβιτς. Οι υπέργηροι ακαδημαϊκοί που έχουν μπει στο περιθώριο στις ίδιες τους τις χώρες, έπαιρναν παράσημα και συντάξεις από τις ευγνωμονούσες κυβερνήσεις της εκάστοτε Αρκαδίας[40 που ανακάλυπταν. Ο Κάουτσκυ αντίθετα, απ' ότι ξέρουμε, έγινε απλά επίτιμο μέλος της εθνοφρουράς της Γεωργίας. Αυτό αποδεικνύει ότι είναι λιγότερο ιδιοτελής από τους Γάλλους ακαδημαϊκούς. Από την άλλη μεριά, αν και είναι ισάξιος τους στο βάθος της ιστορικής ανάλυσης, πρέπει να πούμε ότι υστερεί στην κομψότητα του εγκωμιαστικού ύφους.

* * *
Η ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ ήταν αποτέλεσμα της κατάρρευσης του παλιού στρατού, που είχε κλονιστεί συθέμελα από μια μακριά σειρά ηττών. Η ίδια η επανάσταση του Φλεβάρη είχε δώσει ένα γερό χτύπημα στην εσωτερική του οργάνωση. Ήταν απαραίτητο να αναδιοργανωθεί από την αρχή, να αλλαχτεί η κοινωνική του βάση και να του δοθούν νέοι στόχοι και νέες εσωτερικές σχέσεις. Την ίδια στιγμή, η απόλυτη έλλειψη συντονισμού μεταξύ λόγων και έργων, οι μεγαλόστομες επαναστατικές φράσεις που συμβάδιζαν με απουσία επιθυμίας για αλλαγή, με μια λέξη η δημοκρατική μασκαράτα του Κερένσκυ και του Τσερετέλι, τον κατέστρεψαν. Ο υπουργός πολέμου στην κυβέρνηση Κερένσκυ, στρατηγός Βερχόφσκυ, επεσήμαινε επίμονα την ανικανότητα του στρατού να συνεχίσει τον πόλεμο, και την ανάγκη να συναφθεί ειρήνη πάση θυσία. Συνέχιζαν όμως να ελπίζουν σε κάποιο θαύμα, και τόσο οι ελπίδες αυτές, όσο και οι δισταγμοί που έπαιρναν τη μορφή ενός μανιασμένου πατριωτισμού, το μόνο που έκαναν ήταν να δείχνουν πόσο απελπιστική ήταν η κατάσταση. Αποτέλεσμα αυτών ήταν το Μπρεστ-Λιτόφσκ. Οι μενσεβίκοι απαιτούσαν να συνεχίσουμε τον πόλεμο ενάντια στη Γερμανία, με την ελπίδα ότι μ' αυτό τον τρόπο θα ήταν πιο σίγουρο ότι θα σπάσουμε το σβέρκο μας. Κάτω από αυτό το αντιγερμανικό λάβαρο, ενώθηκαν με όλες τις δυνάμεις της αντίδρασης. Προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν εναντίον μας τα τελευταία απομεινάρια της πολεμικής αδράνειας του λαού. Όπως πάντα, οι Γεωργιανοί ηγέτες των μενσεβίκων ήταν στην πρώτη γραμμή σ' αυτό τον αγώνα.

Η σύναψη της ειρήνης του Μπρεστ-Λιτόφσκ έδωσε την αφορμή για την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Υπερκαυκασίας. (22 Απριλίου 1918). Κρίνοντας από την προηγούμενη πατριωτική ρητορική, θα πίστευε κανείς ότι ο στόχος ήταν η συνέχιση του πολέμου ενάντια στην Τουρκία και τη Γερμανία. Στην πραγματικότητα, ο επίσημος αποχωρισμός της Υπερκαυκασίας από τη Ρωσία υπαγορεύτηκε από την επιθυμία να δημιουργηθούν συνθήκες που να δικαιολογούν νομικά την ξένη επέμβαση. Με τη βοήθεια της επέμβασης οι μενσεβίκοι, και όχι αδικαιολόγητα, υπολόγιζαν να διατηρήσουν το αστικοδημοκρατικό καθεστώς στην Υπερκαυκασία και αργότερα να δώσουν ένα χτύπημα στο σοβιετικό Βορρά.

Όχι μόνο τα κόμματα των αστών και των μεγάλων γαιοκτημόνων που ήταν συνασπισμένα με τους μενσεβίκους, αλλά ακόμη και οι ίδιοι οι ηγέτες των Γεωργιανών μενσεβίκων μιλούσαν και έγραφαν για την πάλη ενάντια στον παν-ρωσικό μπολσεβικισμό σαν τον βασικό λόγο για τον αποχωρισμό της Υπερκαυκασίας. Στις 25 Απριλίου, ο Τσερετέλι μιλώντας στο Σέιμ (κοινοβούλιο) της Υπερκαυκασίας, είπε: "Όταν ο μπολσεβικισμός σήκωσε κεφάλι στη Ρωσία, όταν αυτό το δολοφονικό χέρι υψώθηκε ενάντια στη ζωή του κράτους, πολεμήσαμε εκεί ενάντιά του με όλες μας τις δυνάμεις. . . Πολεμήσαμε ενάντια στους δολοφόνους της κυβέρνησης. Με την ίδια αυτοθυσία θα πολεμήσουμε ενάντια στους δολοφόνους του έθνους." (παρατεταμένα χειροκροτήματα). Με την ίδια αυτοθυσία ... και την ίδια επιτυχία.

Αφήνουν αυτά τα λόγια την παραμικρή σκιά αμφιβολίας για το πώς κατανοούσαν οι μενσεβίκοι τα καθήκοντα της "ανεξάρτητης" Υπερκαυκασίας; Όχι σαν τη δημιουργία μιας ιδανικής σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης, ιερής και ουδέτερης, ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και την Κασπία, αλλά σαν τον αγώνα ενάντια στους δολοφόνους μιας κυβέρνησης (αστικής), ενάντια στους μπολσεβίκους, με σκοπό την επανεγκαθίδρυση του αστικοδημοκρατικού "έθνους", στα πλαίσια των παλιών κρατικών δομών. Ολόκληρη η ομιλία του Τσερετέλι, από την οποία παραθέσαμε ένα απόσπασμα, δεν είναι παρά μία επανάληψη αυτών των αξιοθρήνητων γενικοτήτων τις οποίες ακούσαμε δεκάδες φορές στην Πετρούπολη. Ο πρόεδρος της "ιστορικής" αυτής συνεδρίασης του Σέιμ της Υπερκαυκασίας, ήταν ο ίδιος Τσχεϊτζέ που, σαν μόνιμος πρόεδρος, πάνω από μια φορά έκλεισε τα στόματα των μπολσεβίκων στην Πετρούπολη. Με μία διαφορά πάντως, πως ότι έκαναν στο Βορρά in folio, εδώ το έκαναν in octavo - με την ίδια αυτοθυσία και την ίδια επιτυχία.

Η πρακτική άρνηση να αναγνωρίσουν τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, έφερε αμέσως την Υπερκαυκασία σαν "κράτος" σε απελπιστική θέση, γιατί έλυνε τα χέρια των Τούρκων και των συμμάχων τους. Μέσα σε μερικές βδομάδες η κυβέρνηση της Υπερκαυκασίας εκλιπαρούσε την Τουρκία να αποδεχτεί σα βάση τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Αλλά η Τουρκία δεν τα άκουγε αυτά. Οι πασάδες και οι Γερμανοί στρατηγοί έγιναν οι αναμφισβήτητοι κυρίαρχοι της κατάστασης. Το βασικό πάντως είχε επιτευχθεί: με τη βοήθεια ξένων στρατευμάτων, η επανάσταση είχε προσωρινά καταπνιχθεί και η πτώση του αστικού καθεστώτος είχε αναβληθεί.

Με την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Υπερκαυκασίας. (22 Απριλίου 1918), και χωρίς να συμβουλευτούν τον πληθυσμό, οι Γεωργιανοί μενσεβίκοι όπως συνηθίζεται σε τέτοιες περιπτώσεις, ανήγγειλαν την έλευση μιας καινούριας εποχής αδελφοσύνης ανάμεσα στις διαφορετικές φυλές του κράτους, στη βάση της δημοκρατίας. Κι όμως, καλά-καλά δεν είχε εγκαθιδρυθεί η δημοκρατία, και κατέρρευσε. Το Αζερμπαϊτζάν αναζήτησε τη σωτηρία του στους Τούρκους, η Αρμενία φοβόταν τους Τούρκους περισσότερο από κάθε τι άλλο, η Γεωργία ζήτησε την προστασία της Γερμανίας. Μέσα σε πέντε βδομάδες από την επίσημη ανακήρυξή της, η Υπερκαυκασιανή δημοκρατία είχε διαλυθεί. Η δημοκρατική δημαγωγία στην κηδεία της δεν ήταν λιγότερο ένθερμη απ' ότι στη γέννησή της. Αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι οι μικροαστοί δημοκράτες απέδειξαν την παντελή ανικανότητά τους να ξεπεράσουν τις εθνικές τριβές και να εναρμονίσουν τα εθνικά συμφέροντα. Στις 26 Μαΐου 1919, πάλι χωρίς να συμβουλευτούν τον πληθυσμό, μια ανεξάρτητη Γεωργία ανακηρύχτηκε σαν κομμάτι της Υπερκαυκασίας. Καινούρια πλημμύρα δημοκρατικής πολυλογίας. Μόλις πέντε μήνες πέρασαν, και ανάμεσα στη δημοκρατική Γεωργία και την εξίσου δημοκρατική Αρμενία ξέσπασε πόλεμος για ένα κομμάτι αμφισβητούμενου εδάφους. Και στις δύο μεριές ακουγόντουσαν μεγαλόστομες ομιλίες για τα ανώτερα ιδανικά του πολιτισμού και την ύπουλη επίθεση του εχθρού. Ο Κάουτσκυ δε λέει κουβέντα για αυτό το "δημοκρατικό" αρμενο-γεωργιανό πόλεμο. Κάτω από την ηγεσία του Ζορντάνια, του Τσερετέλι και των Αρμένιων και Τατάρων ομοίων τους, η Υπερκαυκασία μετατράπηκε σε μιά δεύτερη Βαλκανική, όπου οι εθνικές σφαγές και ο δημοκρατικός τσαρλατανισμός άνθισαν σε εξίσου υψηλό βαθμό. Σ' όλη τη διάρκεια αυτών των ξεδιάντροπων αμφιταλαντεύσεων και των αιματηρών επιθέσεων, οι Γεωργιανοί μενσεβίκοι εφάρμοζαν απαρέγκλιτα την ιδέα που τους οδηγούσε: τον αδυσώπητο αγώνα ενάντια στη μπολσεβίκικη "αναρχία".

Η ανεξαρτησία της Γεωργίας έκανε δυνατό, ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, έκανε απαραίτητο για τους μενσεβίκους να κάνουν ξεκάθαρη τη θέση τους απέναντι στον αγώνα της σοβιετικής δημοκρατίας ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Η απάντηση του Ζορντάνια σ' αυτό το ζήτημα δε θα μπορούσε να είναι καθαρότερη.

"Η κυβέρνηση της Γεωργίας πληροφορεί τον πληθυσμό", διαβάζουμε σε μια επίσημη ανακοίνωση της 13ης Ιουνίου του 1918, "ότι τα γερμανικά στρατεύματα που έφτασαν στην Τυφλίδα ήρθαν κατόπιν πρόσκλησης της ίδιας της Γεωργίας, και ότι ο σκοπός τους είναι, με την πλήρη συμφωνία της προαναφερθείσας κυβέρνησης, να υπερασπίσουν τα σύνορα του Γεωργιανού δημοκρατικού κράτους. Μέρος αυτών των στρατευμάτων έχουν ήδη αποσταλεί στη περιοχή του Μπορτσαλίνσκ με σκοπό να την καθαρίσουν από τις ληστρικές συμμορίες" (στην πραγματικότητα για έναν ανεπίσημο πόλεμο ενάντια στο δημοκρατικό Αζερμπαϊτζάν, πάλι γύρω από μία αμφισβητούμενη περιοχή).

Ο ευλαβής Κάουτσκυ αφήνει να φανεί ότι οι Γερμανοί προσκλήθηκαν αποκλειστικά ενάντια στους Τούρκους, και ότι πέρα από αυτό, η Γεωργία διατήρησε την πλήρη ανεξαρτησία της. Ακόμη και αν μπορούσε κανείς να δεχτεί ότι ο στρατηγός Φον Κρες προσκλήθηκε για να κάνει το φρουρό των θεσμών της δημοκρατικής Γεωργίας, θα πρέπει παράλληλα να παραδεχτεί ότι δεν ήταν καθόλου κατάλληλος γι' αυτό το ρόλο. Αλλά δεν πρέπει να υπερτιμάμε την αφέλεια των δημοκρατών που τον κάλεσαν. Ο ρόλος των γερμανικών στρατευμάτων στις χώρες των συνόρων της Ρωσίας στη διάρκεια του 1918 ήταν τελείως συγκεκριμένος. Στη Φιλανδία έδρασαν σαν εκτελεστές της εργατικής επανάστασης, στις χώρες της Βαλτικής το ίδιο. Πέρασαν μέσα απ' όλη την Ουκρανία, τσακίζοντας τα σοβιέτ, σφάζοντας τους κομουνιστές και αφοπλίζοντας τους εργάτες και τους αγρότες. Ο Ζορντάνια δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι θα έμπαιναν στη Γεωργία με κάποιον άλλο σκοπό. Μα ήταν ακριβώς γι' αυτό το λόγο που οι μενσεβίκοι κάλεσαν τα στρατεύματα των αδάμαστων Χοενζόλλερν. Αυτά τα στρατεύματα είχαν, σε σχέση με τα τούρκικα, το πλεονέκτημα της πειθαρχίας. "Είναι δύσκολο να πει κανείς ποια απειλή είναι για μας χειρότερη, η μπολσεβίκικη ή η τουρκική", δηλώνει στις 28 Απριλίου 1918 ο επίσημος εισηγητής στο Σέιμ της Υπερκαυκασίας, ο μενσεβίκος Ονεασβίλι. Για το ότι η μπολσεβίκικη απειλή ήταν απείρως χειρότερη από τη γερμανική, δε φαινόταν να υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία. Δεν το έκρυβαν στους λόγους τους, και το απέδειχναν στην πρακτική τους. Όταν είχαν τα πόστα των υπουργών σε μια παν-ρωσική κυβέρνηση, οι Γεωργιανοί μενσεβίκοι μας κατηγορούσαν ότι βρισκόμαστε σε συμμαχία με το γερμανικό γενικό επιτελείο, και μας παρέδιδαν στα τσαρικά δικαστήρια με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Αργότερα δήλωναν ότι η ειρήνη του Μπρεστ-Λιτόφσκ, που άνοιγε τις "πύλες της επανάστασης" στο γερμανικό ιμπεριαλισμό, ήταν προδοσία της Ρωσίας. Ακριβώς με αυτή την κραυγή καλούσαν στην ανατροπή των μπολσεβίκων. Όμως, όταν ένοιωσαν το έδαφος της επανάστασης να παραγίνεται καυτό κάτω από τα πόδια τους, απέσπασαν την Υπερκαυκασία από τη Ρωσία και αργότερα τη Γεωργία από την Υπερκαυκασία, ανοίγοντας πραγματικά με αυτό τον τρόπο "τις πύλες της δημοκρατίας" στα στρατεύματα του Κάιζερ. Μετά την ήττα της Γερμανίας, όπως θα δούμε, επανέλαβαν τους ίδιους λόγους και τις ίδιες χειρονομίες προς τη νικηφόρα Αντάντ.

Σε αυτό το ζήτημα, όπως και σε όλα τα άλλα, η πολιτική των μενσεβίκων ήταν απλά μια αντανάκλαση της πολιτικής της ρώσικης αστικής τάξης. Η τελευταία, στο πρόσωπο των καντέ (Μιλιούκωφ), ήρθε σε συμφωνία με τις γερμανικές κατοχικές αρχές της Ουκρανίας, και μετά την ήττα της Γερμανίας έστειλε τους ίδιους καντέ στην αγκαλιά της Αντάντ, σαν άσωτους υιούς που, παρά τα ζιγκ-ζαγκ του δρόμου που ακολούθησαν, δεν έχασαν από τα μάτια τους αυτό που ήταν τόσο γι' αυτούς όσο και για την Αντάντ το κύριο ζήτημα: ο αγώνας ενάντια στους μπολσεβίκους.

Αυτός ήταν ο λόγος που η Αντάντ τόσο εύκολα τους άνοιξε την καρδιά της και, πράγμα σημαντικότερο, τα χρηματοκιβώτια της. Αυτός ήταν ο λόγος που ο υπουργός της εποχής του πολέμου, Χέντερσον, που είχε συναδελφωθεί με τον υπουργό της εποχής του πολέμου, Τσερετέλι, στην Πετρούπολη, τον ξαναχαιρέτιζε σαν σύντροφο στα όπλα, αφού ο τελευταίος είχε αφήσει την αγκαλιά του στρατηγού των Χοενζόλλερν Φον Κρες. Ζιγκ-ζαγκ, αντιφάσεις, προδοσίες - αλλά πάντα ενάντια στην επανάσταση του προλεταριάτου.

Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1918, ο Ζορντάνια έστειλε γραπτή διαβεβαίωση στον Φον Κρες όπου έλεγε: "Δεν είναι προς το συμφέρον μας να μειώσουμε το κύρος της Γερμανίας στον Καύκασο". Μέσα σε δύο μήνες άνοιγε τις πύλες στα βρετανικά στρατεύματα.

Προηγήθηκαν διαπραγματεύσεις, που στόχευαν κυρίως στο να εξηγήσουν και να πείσουν τους Βρετανούς ότι η σχέση ανάμεσα στο Γερμανό στρατηγό Φον Κρες και τους Γεωργιανούς δημοκράτες δεν ήταν παρά γάμος σκοπιμότητας και ότι η πραγματική γαμήλια τελετή δεν θα γινόταν παρά με τον Βρετανό στρατηγό Γουώκερ. Στις 15 Δεκεμβρίου, ο παλιός μενσεβίκος Τοπουρίτζε, εκπρόσωπος της κυβέρνησης στο Μπατούμι, απαντώντας στις ερωτήσεις της αποστολής της Αντάντ, είπε, όπως δήλωσε ο ίδιος: "Θεωρώ ότι η δημοκρατία μας θα συνεργαστεί με τους συμμάχους στον αγώνα τους ενάντια στους μπολσεβίκους με όλες της τις δυνάμεις". Ο ίδιος Τοπουρίτζε ανέφερε στο Βρετανό πράκτορα Ουέμπστερ, ότι "δίνοντας βοήθεια στους Βρετανούς στον Καύκασο στον αγώνα ενάντια στους μπολσεβίκους, η Γεωργία δε θα κάνει τίποτα άλλο από το καθήκον της".

Αφού ο Βρετανός στρατηγός Τζόρνταν εξήγησε ότι η αποβίβαση των συμμαχικών στρατευμάτων στη Γεωργία γινόταν "σύμφωνα με το γενικό σχέδιο για την επιβολή της διεθνούς ειρήνης και τάξης", δηλαδή για να καταπνίξει τους μπολσεβίκους σε παν-ρωσική κλίμακα, και για να καθυποτάξει όλους τους λαούς της Ρωσίας στο ναύαρχο Κολτσάκ[41], ο Γκεγκετσκόρι πληροφόρησε το στρατηγό Τζόρνταν ότι, "η γεωργιανή κυβέρνηση, εμποτισμένη με την επιθυμία να δουλέψει σε αρμονία με τους συμμάχους για την πραγματοποίηση των αρχών του δικαίου που έχουν διακηρύξει, δίνει τη συγκατάθεσή της στην αποβίβαση των στρατευμάτων". Με άλλα λόγια, μεταφέροντας την υποταγή τους από τους Γερμανούς στην Αντάντ, οι ηγέτες των Γεωργιανών μενσεβίκων αγνόησαν την παλιά συμβουλή του Ρώσου ποιητή:

Μάθετε, κόλακες, και μέσα στη χαμέρπεια
να διατηρείτε μια σκιά από αξιοπρέπεια

Θυμάμαι καλύτερα απ' όσο θα 'θελα το τραπέζι των διαπραγματεύσεων στο Μπρεστ-Λιτόφσκ. Θυμάμαι πολύ καλά αυτούς που καθόντουσαν σ' αυτό το τραπέζι - το Βαρώνο Κύλμαν, το στρατηγό Χόφμαν και τον κόμη Τσέρνιν. Αλλά θυμάμαι ακόμη πιο καθαρά τους αντιπρόσωπους των Ουκρανών μικροαστών δημοκρατών, που επίσης αποκαλούσαν τους εαυτούς τους σοσιαλιστές, και των οποίων το πολιτικό επίπεδο ήταν ανάλογο με αυτό των Γεωργιανών μενσεβίκων. Στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων αυτοί, πίσω από τις πλάτες μας, έκαναν συμμαχία με τους φεουδάρχες εκπρόσωπους της Γερμανίας και της Αυστροουγγαρίας. Και έπρεπε να δει κανείς πώς ζάρωναν μπροστά τους, πώς κουνούσαν τις ουρές τους και κοίταζαν με θαυμασμό και λατρεία στα μάτια τους καινούριους τους αφέντες, και με τι υπεροψία και περιφρόνηση κοίταζαν εμάς, τους απομονωμένους εκπρόσωπους του προλεταριάτου, στις συζητήσεις του Μπρεστ-Λιτόφσκ. Ξέρω πώς αυτοί οι μενσεβίκοι

εξευμενίζουν κάθε πάθος,
που επαναστατεί στη φύση των αφεντικών τους
ρίχνουνε λάδι στη φωτιά, χιόνι στις πιο ψυχρές διαθέσεις τους.
Αποστατούν, συγκατατίθενται,
γυρνούν τα ράμφη τους όπως οι αλκυόνες
με των κυρίων τους κάθε δισταγμό και θύελλα
σαν τα σκυλιά μην ξέροντας, παρά ν' ακολουθάνε[42

Τα γεγονότα των τελευταίων χρόνων ήταν γεμάτα δοκιμασίες. Αλλά δε θυμάμαι στιγμές πιο δύσκολες, πιο αφόρητες από τότε που, κόκκινοι από ντροπή, είμαστε αναγκασμένοι να αναπνέουμε μία ατμόσφαιρα ατιμίας, έλλειψης αξιοπρέπειας και εξαχρείωσης που απέπνεαν οι μικροαστοί δημοκράτες οι οποίοι, στον αγώνα τους ενάντια στο προλεταριάτο, υποκλινόντουσαν μπροστά στους εκπροσώπους της φεουδαρχίας και του καπιταλιστικού κόσμου. Και μήπως ο Γεωργιανοί μενσεβίκοι, λέξη προς λέξη, γράμμα προς γράμμα, δεν έκαναν ακριβώς το ίδιο πράγμα;

Σημειώσεις
[31 Georgien, Eine Sozialdemokratische Bauernrepublik, Βιέννη, 1920. "Δεν είδα τίποτα", λέει ο Κάουτσκυ, "εκτός από αυτά που μπορούσαν να ειδωθούν από το παράθυρο του τραίνου ή στην Τυφλίδα. Σε αυτό πρέπει να προσθέσω ότι αγνοώ τη γεωργιανή και τη ρώσικη γλώσσα." Παραπέρα δηλώνει "οι κομουνιστές με απέφευγαν". Θα έπρεπε να προσθέσει παραπέρα ότι οι φιλόξενοι μενσεβίκοι ξεγελούσαν το σεβάσμιο φιλοξενούμενό τους σε κάθε βήμα, πράγμα που ο ίδιος ηθελημένα διευκόλυνε. Το αποτέλεσμα του συνδυασμού αυτών των ευτυχών περιστάσεων ήταν η κυκλοφορία αυτής της μπροσούρας, η οποία αποτελεί άξια θεωρητική κορύφωση της διεθνούς καμπάνιας ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία. (Λ.Τ.)

[32] Ο Κάουτσκυ εισάγει σύγχυση και μπερδεύει τα γεγονότα ακόμη και όταν δεν το απαιτεί ο υψηλός του σκοπός: έτσι δηλώνει ότι ο Τσχεϊτζέ και ο Τσερετέλι ήταν επικεφαλής του σοβιέτ της Πετρούπολης το 1905. Στην πραγματικότητα, κανείς στην Πετρούπολη εκείνη την εποχή δεν γνώριζε καν την ύπαρξή τους. (Λ.Τ.)

[33] Μπιουκάναν, σερ Τζώρτζ: Πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στη Ρωσία από το 1910 ως το 1918. Υπέρμαχος της επέμβασης. (σ.τ.μ.) Πρεσβευτής της Μεγάλης Βρετανίας στη Ρωσία από το 1910 ως το 1918. Υπέρμαχος της επέμβασης. (σ.τ.μ.)

[34] Καντέ: Κόμμα των "συνταγματικών δημοκρατών", ονομάστηκε έτσι από τα αρχικά του στα ρώσικα. Το κύριο αστικό κόμμα στη Ρωσία, ζητούσε από τον τσάρο μεταρρυθμίσεις, αλλά δεν επιθυμούσε την ανατροπή του τσαρισμού, φοβούμενο σωστά ότι αυτή θα οδηγούσε σε εξελίξεις που θα έθεταν σε κίνδυνο το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα. Συμμετείχε σε διάφορες κυβερνήσεις συνασπισμού με τους μενσεβίκους και τους σοσιαλεπαναστάτες ανάμεσα στις επαναστάσεις του Φλεβάρη και του Οχτώβρη του 1917. Κύριος εκπρόσωπός του ήταν ο Μιλιούκοφ. (σ.τ.μ.)

[35] Ντενίκιν, στρατηγός Αντόν Ιβάνοβιτς (1872-1947): Τσαρικός αξιωματικός. Μετά την επανάσταση του Φλεβάρη 1917 έγινε διοικητής του δυτικού, και μετά του νοτιο-δυτικού μετώπου. Συμμετείχε στο αποτυχημένο πραξικόπημα του Κορνίλωφ και φυλακίστηκε. Μετά την Οκτωβριανή επανάσταση, διέφυγε στην περιοχή του Ντον όπου μαζί με τον Αλεξέγιεφ και τον Κορνίλωφ συγκρότησαν τον αντεπαναστατικό "Εθελοντικό Στρατό". Μετά το θάνατο του Κορνίλωφ ανέλαβε τη Διοίκηση του Εθελοντικού Στρατού. Στα τέλη του 1918 δέχτηκε τη βοήθεια των Αγγλο-Γάλλων που τον εξόπλισαν και τον βοήθησαν να συγκεντρώσει κάτω από τις διαταγές του όλες τις αντεπαναστατικές δυνάμεις του Νότου. Από τον Ιούλιο μέχρι το Σεπτέμβρη του 1919 πέτυχε να καταλάβει σχεδόν ολόκληρη την Ουκρανία. Από το τέλος του Οκτώβρη του 1919 ξεκίνησε η αντεπίθεση του Κόκκινου Στρατού. Μέχρι το τέλος του χρόνου ο στρατός του είχε σχεδόν διαλυθεί. Το Μάρτη του 1920 παραιτήθηκε, παραδίδοντας τα ηνία στον Βράγγελ, και αποσύρθηκε αρχικά στο Παρίσι και στη συνέχεια στις ΗΠΑ. (σ.τ.μ.)

[36] Βράγγελ, στρατηγός Πιοτρ Νικολάγιεβιτς (1878-1928): Γερμανικής καταγωγής στρατηγός του τσαρικού στρατού. Στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου που ακολούθησε την Οκτωβριανή επανάσταση πολέμησε στο πλευρό του Ντενίκιν ενάντια στη σοβιετική εξουσία. Μετά την ήττα του Ντενίκιν τον διαδέχτηκε και, με τη βοήθεια των Γεωργιανών μενσεβίκων και των δυνάμεων της Αντάντ, συνέχισε τον πόλεμο μέχρι το Φθινόπωρο του 1920, οπότε ο Κόκκινος Στρατός κατέλαβε την Κριμαία και υποχρέωσε τον Βράγγελ και τα υπολείμματα των δυνάμεών του να διαφύγουν, με τη βοήθεια πλοίων της Αντάντ, προς την Κωνσταντινούπολη και τη Βαλκανική. (σ.τ.μ.)

[37] Βανδέα: Περιοχή της νοτιοδυτικής Γαλλίας, με πρωτεύουσα την Νάντ, που απετέλεσε το προπύργιο της αντεπανάστασης κατα τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης και τις επόμενες δεκαετίες. (σ.τ.μ.)

[38] Γιρόνδη: Στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης, η μετριοπαθής πτέρυγα της εθνοσυνέλευσης ονομάστηκε "Γιρόνδη" και τα μέλη της "γιρονδίνοι", επειδή πολλοί από τους εκπροσώπους της (Βερνιό, Γκαντέ, Ζονσονέ) καταγόντουσαν από την περιοχή αυτή. Οι γιρονδίνοι, που αρχικά ήταν μέλη της λέσχης των γιακομπίνων, κυριαρχούσαν στη νομοθετική εθνοσυνέλευση. (1791-92). Η πρώτη σύγκρουσή τους με την αριστερή πτέρυγα (τους "ορεινούς") έγινε στο θέμα του πολέμου ενάντια στην Αυστρία, που οι ορεινοί δεν ήθελαν. Όταν ο πόλεμος πήρε άσχημη τροπή, οι γιρονδίνοι ετοιμάστηκαν να εγκαταλείψουν το Παρίσι. Οι ορεινοί (Ροβεσπιέρος, Μαρά, Σεν-Ζυστ, Κουτόν, Νταντόν), κατανοώντας ότι από το Παρίσι εξαρτάται το μέλλον της επανάστασης, επέμειναν με επιτυχία στην υπεράσπισή του. Δεύτερο σημείο τριβής ήταν η μοίρα της βασιλείας: Οι γιρονδίνοι ήθελαν τη διατήρησή της, οι ορεινοί συμμετείχαν στην εξέγερση της 10ης Αυγούστου που οδήγησε στην ανακύρηξη της Δημοκρατίας. Από τη στιγμή αυτή ξεκίνησε μια λυσσαλέα πάλη ανάμεσα στις δύο πλευρές που τελείωσε στις 31 Μαίου-2 Ιουνίου 1793 όταν, σαν αποτέλεσμα μίας καινούριας εξέγερσης, συνελήφθησαν 29 εκπρόσωποί τους και αποπέμφθηκαν από τη Συμβατική Εθνοσυνέλευση οι υπόλοιποι. Κάποιες απόπειρές των γιρονδίνων να οργανώσουν στις επαρχίες εξεγέρσεις ενάντια στην Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας (την επαναστατική κυβέρνηση) καταπνίγηκαν και οδήγησαν στην εκτέλεση των ηγετών τους τον Οχτώβρη του 1793. Σε γενικές γραμμές, ενώ τόσο οι ορεινοί όσο και οι γιρονδίνοι ανήκαν σε μικροαστικά στρώματα, η πολιτική των γιρονδίνων αντανακλούσε την πίεση των γαιοκτημόνων και των ευγενών αστών, ενώ οι ορεινοί, που στην πλειοψηφία τους προερχόντουσαν από το Παρίσι, βρισκόντουσαν πιο κοντά στους τεχνίτες και τους εργάτες της πόλης. (σ.τ.μ.)

[39] Κορνίλωφ, στρατηγός Λαβρ Γκεοργκίεβιτς (1870-1918): Τσαρικός στρατηγός. Τον Ιούλιο του 1917, διορίστηκε αρχηγός του στρατού από τον Κερένσκυ. Τον Αύγουστο έκανε ένα αποτυχημένο αντεπαναστατικό πραξικόπημα που κατέληξε σε φιάσκο και άνοιξε το δρόμο για την Οκτωβριανή επανάσταση. Συνελήφθη και φυλακίστηκε. Το Νοέμβριο του 1917 απέδρασε και κατέφυγε στο Ντον όπου ανέλαβε τη διοίκηση του υπο δημιουργία αντεπαναστατικού στρατού. Σκοτώθηκε τον Απρίλη του 1918 στην επίθεση κατά του Εκατερινοντάρ. (σ.τ.μ.)

[40] Ο όρος "Αρκαδία" χρησιμοποιείται διεθνώς για να περιγράψει έναν μυθικό ποιμενικό παράδεισο. (σ.τ.μ.)

[41] Κολτσάκ, ναύαρχος Αλεξάντρ Βασίλιεβιτς (1873-1920): Τσαρικός ναύαρχος, Μετά την επανάσταση του Οχτώβρη, με την υποστήριξη των ʼγγλων, Γάλλων και Αμερικάνων, αυτοανακυρήχθηκα ανώτατος ηγέτης της Ρωσίας, και ηγήθηκε της αντεπαναστατικής κυβέρνησης με βάση το Ομσκ της Σιβηρίας. Απωθήθηκε από τον Κόκκινο Στρατό, συνελήφθη και εκτελέστηκε στο Ιρκούτσκ στις 6 Φεβρουαρίου του 1920. (σ.τ.μ.)

[42] Απόσπασμα από το Βασιλιά Ληρ του Σαίξπηρ (σ.τ.μ.)

Αυστηρή ουδετερότητα
Ο Κάουτσκυ, ο Βαντερβέλντε, ο Χέντερσον, με μια λέξη οι διεθνείς κυρίες Σνόουντεν, αρνούνται κατηγορηματικά τη συνεργασία της μενσεβίκικης Γεωργίας με τη ρώσικη και ξένη αντεπανάσταση. Κι όμως, εκεί είναι η ουσία του ζητήματος. Την εποχή της άγριας σύγκρουσης μεταξύ της σοβιετικής Ρωσίας και των δυνάμεων των λευκοφρουρών που είχαν την υποστήριξη του ξένου ιμπεριαλισμού, μας ζητάνε να πιστέψουμε ότι η μενσεβίκικη Γεωργία παρέμεινε ουδέτερη. Όχι απλά φυσιολογικά ουδέτερη, γράφει ο ευλαβής Κάουτσκυ, αλλά "αυστηρά ουδέτερη". Θα ήταν επιτρεπτό να έχει κανείς τις αμφιβολίες του γι' αυτό, ακόμη κι αν δε γνώριζε τα γεγονότα. Αλλά γνωρίζουμε τα γεγονότα. Ξέρουμε όχι μόνο ότι οι Γεωργιανοί μενσεβίκοι συμμετείχαν σ' όλες τις δολοπλοκίες ενάντια στη Σοβιετική Δημοκρατία, αλλά επίσης ότι η ανεξάρτητη Γεωργία δημιουργήθηκε για να χρησιμεύσει σαν όπλο στους ιμπεριαλιστικούς και εμφύλιους πολέμους ενάντια στην εργατοαγροτική δημοκρατία. Αυτό το έχουμε ήδη κάνει σαφές. Αλλά ο νυχτωμένος Κάουτσκυ δε θέλει να ακούσει κουβέντα γι' αυτό. Η κα Σνόουντεν είναι έξαλλη και ο Μακντόναλντ αποκηρύσσει με αγανάκτηση τις "ανόητες κατηγορίες". "Aνόητες κατηγορίες" γράφει επί λέξει ο Μακντόναλντ, γιατί είναι εξαγριωμένος. Και ο Μακντόναλντ, αν και δεν είναι Βρούτος, είναι παρόλα αυτά έντιμος άνδρας. Δυστυχώς όμως υπάρχουν γεγονότα, ντοκουμέντα και πρακτικά που είμαστε υποχρεωμένοι να τα πιστέψουμε περισσότερο και από τους πιο έντιμους ανθρώπους.

Στις 25 Σεπτεμβρίου έγινε μία επίσημη συνδιάσκεψη στην οποία συμμετείχαν οι αντιπρόσωποι της Γεωργιανής Δημοκρατίας, της κυβέρνησης του Κουμπάν και του Εθελοντικού Στρατού. Ο τελευταίος αντιπροσωπευόταν από τους στρατηγούς Αλεξέγιεφ, Ντενίκιν, Ρομανόφσκυ, Ντραγκομίρωφ, Λουκόμσκυ, το γνωστό μοναρχικό Σούλγιν και άλλους. Αυτά τα ονόματα μιλάνε από μόνα τους. Ο στρατηγός Αλεξέγιεφ άνοιξε τη διαδικασία λέγοντας: "Εκ μέρους του Εθελοντικού Στρατού και της κυβέρνησης του Κουμπάν, καλωσορίζω τους εκπρόσωπους της φιλικής Γεωργίας στα πρόσωπα του Ε. Π. Γκεγκετσκόρι και του στρατηγού Μπ. Ι. Μάζνιεφ."

Υπήρχαν κάποιες διαφωνίες ανάμεσα σ' αυτούς τους φίλους, κυρίως το ζήτημα της περιοχής του Σότσι. Ξεκαθαρίζοντας το ζήτημα ο Γκεγκετσκόρι είπε: "Δεν ήταν η Γεωργία που, όταν οι αξιωματικοί διώκονταν στη Ρωσία, έγινε το καταφύγιό τους; Τους δεχτήκαμε όλους και από τα πενιχρά μας μέσα πληρώσαμε τους μισθούς τους, τους ταΐσαμε και κάναμε ότι ήταν δυνατό κάτω από τις συνθήκες που επικρατούσαν για να τους βοηθήσουμε..." Αυτά τα λόγια από μόνα τους θα μπορούσαν να εγείρουν κάποιες αμφιβολίες για την "ουδετερότητα" της Γεωργίας στον πόλεμο των εργατών με τους τσαρικούς στρατηγούς. Αλλά ο ίδιος ο Γκεγκετσκόρι έσπευσε να διαλύσει οποιαδήποτε αμφιβολία σ' αυτό το ζήτημα: "Θεωρώ καθήκον μου," συνέχισε προς τον Αλεξέγιεφ, τον Ντενίκιν και τους υπόλοιπους, "να πω ότι δεν πρέπει κανείς να ξεχνά τις υπηρεσίες που σας προσφέραμε στον αγώνα ενάντια στο μπολσεβικισμό, και ότι πρέπει να λάβετε υπόψη σας αυτή την υποστήριξη." Αυτά τα λόγια του Γκεγκετσκόρι, υπουργού εξωτερικών της δημοκρατικής Γεωργίας και ενός από τους ηγέτες του κόμματος των μενσεβίκων, μιλάνε από μόνα τους. Εκτός και αν ο κ. Μακντόναλντ θέλει και άλλες αποδείξεις. Αν είναι έτσι, αυτές τις δίνει ένας άλλος εκπρόσωπος της Γεωργίας, ο Μάζνιεφ, που πρόσθεσε τότε: "Οι αξιωματικοί προσχωρούν συνεχώς σε σας (τον Αλεξέγιεφ και τον Ντενίκιν) από την Τυφλίδα, και κάνω ότι περνάει από το χέρι μου για να τους βοηθήσω στη μεταφορά τους. Ο στρατηγός Λυάχωφ μπορεί να το επιβεβαιώσει αυτό. Τους παρέχουμε χρήματα και τροφή καθ' οδόν, και όλα αυτά χωρίς καμία αμοιβή. Σύμφωνα με το αίτημά σας, συγκέντρωσα όλους τους αξιωματικούς στο Σότσι, το Γάγγρι και το Σουχούμι και τους κάλεσα να προσχωρήσουν στις γραμμές σας."

Ο Κάουτσκυ εγγυήθηκε την πιο αυστηρή ουδετερότητα, ο Μακντόναλντ χαρακτήρισε την απαρίθμηση των υπηρεσιών που παρείχαν οι μενσεβίκοι στους λευκοφρουρούς στον αγώνα τους ενάντια στους μπολσεβίκους "ανόητες κατηγορίες". Πρέπει παρόλα αυτά να πούμε ότι ο έντιμος κύριος είναι κάπως βιαστικός στις επιπλήξεις του, γιατί οι κατηγορίες μας επιβεβαιώνονται από γεγονότα. Αυτά τα γεγονότα βγάζουν ψεύτη τον Μακντόναλντ και αποδεικνύουν ότι είμαστε εμείς που είπαμε την αλήθεια και όχι οι διεθνείς κυρίες Σνόουντεν.

Αλλά δεν είναι μόνο αυτά. Προσπαθώντας να αποδείξει ότι, παραχωρώντας προσωρινά την περιοχή του Σότσι στη Γεωργία, οι λευκοφρουροί δεν έχαναν τίποτα, καθώς το κύριο καθήκον τους ήταν να κινηθούν βόρεια ενάντια στους μπολσεβίκους, ο Γκεγκετσκόρι είπε: "Αν, πράγμα για το οποίο δεν έχω καμία αμφιβολία, μια νέα Ρωσία επανεγκαθιδρυθεί στο μέλλον, θα βρεθούμε ίσως αντιμέτωποι όχι μόνο με την επιστροφή της περιοχής του Σότσι, αλλά με πολύ πιο σοβαρά ζητήματα και αυτό πρέπει να το λάβετε υπόψη σας." Αυτή η δήλωση αποκαλύπτει το πραγματικό νόημα της ανεξαρτησίας της Γεωργίας. Δεν πρόκειται για "εθνική αυτοδιάθεση" αλλά για μια στρατηγική κίνηση στον αγώνα ενάντια στο μπολσεβικισμό. Όταν ο Αλεξέγιεφ και ο Ντενίκιν θα έχουν ανοικοδομήσει τη "νέα Ρωσία", πράγμα για το οποίο ο Γκεγκετσκόρι δεν αμφιβάλλει, οι Γεωργιανοί μενσεβίκοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με το καθήκον να επιστρέψουν όχι μόνο την περιοχή του Σότσι, αλλά ολόκληρη τη Γεωργία στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Τέτοια είναι η φύση αυτής της "αυστηρής ουδετερότητας".

Αλλά, σα να φοβάται μήπως κάποιοι αργόστροφοι εγκέφαλοι διατηρούν ακόμη αμφιβολίες, ο Γκεγκετσκόρι πρόσθεσε εν κατακλείδι: "Όσον αφορά τις σχέσεις μας με τους μπολσεβίκους, μπορώ να δηλώσω ότι ο αγώνας ενάντια στο μπολσεβικισμό μέσα στα σύνορά μας είναι αμείλικτος. Χρησιμοποιούμε κάθε δυνατό μέσο για να εξολοθρεύσουμε το μπολσεβικισμό σαν ένα αντικρατικό κίνημα που απειλεί την ακεραιότητα της δημοκρατίας μας και πιστεύω ότι σ' αυτό το ζήτημα έχουμε δώσει ήδη πολλές αποδείξεις που μιλάνε από μόνες τους." Σίγουρα αυτά τα λόγια δε χρειάζονται σχόλια!

Αλλά πώς μπόρεσαν τέτοιες συζητήσεις να γίνουν γνωστές; Κρατήθηκαν πρακτικά τα οποία δημοσιεύτηκαν.

Μήπως αυτά τα πρακτικά είναι πλαστογραφημένα; Όχι, δημοσιεύτηκαν από την ίδια την κυβέρνηση της Γεωργίας, σε ένα μπλε βιβλίο που ονομάζεται " Ντοκουμέντα και υλικά για την εξωτερική πολιτική της Υπερκαυκασίας και της Γεωργίας" (Τυφλίδα, 1919). Τα πρακτικά από τα οποία παραθέσαμε βρίσκονται στις σελίδες 391-414. Καθώς ο Γκεγκετσκόρι ήταν υπουργός εξωτερικών, ήταν ο ίδιος που δημοσίευσε τις συζητήσεις του με τον Αλεξέγιεφ και τον Ντενίκιν. Για να είμαστε δίκαιοι με το Γκεγκετσκόρι, πρέπει να παραδεχτούμε ότι δεν μπορούσε τότε να προβλέψει ότι ο Κάουτσκυ και ο Μακντόναλντ θα χρειαζόταν μια μέρα να ορκιστούν για την ουδετερότητα των Γεωργιανών μενσεβίκων στο λόγο της τιμής της Δεύτερης Διεθνούς. Σ' αυτή την περίπτωση, όπως και σε πολλές άλλες, η θέση των έντιμων μελών της Δεύτερης Διεθνούς θα ήταν πολύ πιο εύκολη αν δεν υπήρχαν η στενογραφία και η τυπογραφία.

Για να γίνει σαφές το πολιτικό νόημα των δηλώσεων του Γκεγκετσκόρι στις συζητήσεις του με τον Ντενίκιν, πρέπει να φέρουμε στο μυαλό μας την στρατιωτική και πολιτική κατάσταση της Σοβιετικής Ρωσίας το Σεπτέμβρη του 1918. Μια μελέτη του χάρτη θα ανταμείψει τον αναγνώστη για τον κόπο του. Τα δυτικά μας σύνορα ήταν μεταξύ του Πσκωφ και του Νοβγκορόντ. Το Πσκωφ, το Μινσκ και το Μογκίλεφ ήταν στα χέρια του πρίγκηπα Λεοπόλδου της Βαυαρίας και εκείνη την εποχή οι Γερμανοί πρίγκηπες μετρούσαν, τόσο στην Ευρώπη όσο και αλλού. Οι Γερμανοί, που είχαν κληθεί να προστατεύσουν τη δημοκρατία από τους μπολσεβίκους, είχαν καταλάβει ολόκληρη την Ουκρανία. Ο στρατός του στρατηγού Φον Κίρμπαχ ποδοπατούσε τη Σεβαστούπολη και την Οδησσό, ενώ η κεφαλή του πίεζε στο Κουρσκ και το Βορονέζ. Οι Κοζάκοι του Ντον απειλούσαν το Βορονέζ από τα νότιο-ανατολικά. Πίσω τους, στο Κουμπάν, μαζευόταν ο στρατός του Αλεξέγιεφ και του Ντενίκιν. Οι Τούρκοι και οι Γερμανοί κατείχαν τον Καύκασο. Το σοβιετικό Αστραχάν βρισκόταν σε επισφαλή θέση στο Βορρά, ο Βόλγας ήταν κομμένος σε δύο σημεία: από τους Κοζάκους κοντά στο Τσαρίτσυν και από τους Τσεχοσλοβάκους κοντά στην Σαμάρα. Το νότιο μισό της Κασπίας βρισκόταν ήδη στα χέρια των λευκοφρουρών, κάτω από τη διοίκηση αξιωματικών του βρετανικού ναυτικού. Το βόρειο μισό μας το απέσπασαν την επόμενη χρονιά. Στην Ανατολή διεξήγαμε πόλεμο ενάντια στους Τσεχοσλοβάκους και τους λευκοφρουρούς, που είχαν καταλάβει κομμάτια της περιοχής του Βόλγα, τα Ουράλια και τη Σιβηρία. Η Αντάντ είχε εγκατασταθεί στο Βορρά και ο Αρχάγγελος μαζί με όλη την ακτή της Λευκής Θάλασσας ήταν στα χέρια της. Το βόρειο τμήμα της σιδηροδρομικής γραμμής του Μουρμάνσκ είχε καταληφθεί από τις αγγλο-γαλλικές δυνάμεις. Η Φιλανδία του Μάνερχαϊμ ήταν μια μόνιμη απειλή για την Πετρούπολη, η οποία ήταν περικυκλωμένη από τον εχθρό από τρεις πλευρές. Κάτω από αυτές τις εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, ο στρατός μας ακόμη φτιαχνόταν.

Κάτω από τέτοιες συνθήκες οι επίσημοι εκπρόσωποι της μενσεβίκικης Γεωργίας ανέφεραν στους οργανωτές του Εθελοντικού Στρατού ότι η Γεωργία προστάτευε τους λευκοφρουρούς αξιωματικούς από τις διώξεις των μπολσεβίκων, τους συντηρούσε χωρίς χρέωση, στρατολογούσε ανάμεσά τους εθελοντές τους οποίους προωθούσαν στον Αλεξέγιεφ και τον Ντενίκιν. Ακόμη, ανέφεραν ότι η Γεωργία διεξήγαγε αμείλικτο αγώνα ενάντια στο μπολσεβικισμό, εξολοθρεύοντάς τον "με κάθε δυνατό μέσο".

Ο Γκεγκετσκόρι δεν κόμπαζε ούτε υπερέβαλλε τις υπηρεσίες του στην αντεπανάσταση. Αυτός και οι φίλοι του είχαν πράγματι κάνει ότι μπορούσαν. Δε μπορούσε βέβαια κανείς να περιμένει να βάλουν σημαντικές ένοπλες δυνάμεις στην υπηρεσία των λευκοφρουρών, καθώς ήταν οι ίδιοι υποχρεωμένοι να χρησιμοποιούν γερμανικά στρατεύματα στον αγώνα τους ενάντια στην "εσωτερική αναρχία". Οι πόροι τους ήταν λιγότεροι από την καλή τους θέληση προς την αντεπανάσταση. Παρόλα αυτά προσέφεραν τεράστιες υπηρεσίες στις στρατιωτικές οργανώσεις των λευκοφρουρών κάτω από τις συνθήκες που επικρατούσαν.

Ο εξοπλισμός και τα εφόδια του καυκασιανού στρατού στη Γεωργία, που άξιζε πολλά εκατομμύρια, κατασχέθηκε από τους μενσεβίκους και χρησιμοποιήθηκε σε μεγάλο βαθμό στην υποστήριξη των λευκοφρουρών - των Κοζάκων του Ντον, του Κουμπάν και του Τερ, των Τσέχων αξιωματικών, των αποσπασμάτων του Χάιμαν και του Φιλιμόνωφ, του Εθελοντικού Στρατού των Αλεξέγιεφ - Ντενίκιν κλπ. Αυτή η βοήθεια ήταν ακόμη πιο πολύτιμη εκείνη τη στιγμή για τα αποσπάσματα των αστών και των γαιοκτημόνων του Καύκασου, δεδομένου ότι δεν έπαιρναν καμία βοήθεια από το εξωτερικό.

Καθώς η συνεργασία της μενσεβίκικης Γεωργίας με τους κάθε είδους αντεπαναστάτες ήταν καθημερινή, αλλά δεν καταγραφόταν παρά περιστασιακά, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να γραφτεί τώρα ένας αναλυτικός απολογισμός της, ιδιαίτερα αφού οι μενσεβίκοι αφαίρεσαν τα πιο σημαντικά αρχεία στο εξωτερικό. Αλλά ακόμη και τα περιστασιακά και ασύνδετα μεταξύ τους ντοκουμέντα, που παρέμειναν στα γραφεία της Τυφλίδας, αρκούν για να εξαφανίσουν ακόμη και τη σκιά μιας αμφιβολίας από τα μυαλά και των πιο αδαών συνηγόρων της περίφημης "ουδετερότητας της Γεωργίας".

Οι διαπραγματεύσεις και η στρατιωτική συνεργασία με τους οργανωτές του Εθελοντικού Στρατού ξεκίνησαν από τον Ιούνιο του 1918, αν όχι από την πρώτη μέρα της ανεξαρτησίας της Γεωργίας. Κάποιες από τις καθαρά στρατιωτικές επιχειρήσεις (π.χ. η προώθηση προς το σταθμό της Γκοβοριτσένσκαγια), τις ανέλαβε η Γεωργία κατόπιν αιτήματος της κυβέρνησης του Κουμπάν, η οποία δρούσε σε συνεργασία με τους "Εθελοντές". Ο στρατηγός Χάιμαν, που προέλαυνε ενάντια στους μπολσεβίκους από τον καταυλισμό των Κοζάκων του Νταγκεστάν, παρέλαβε από τον προαναφερθέντα Γεωργιανό στρατηγό Μάζνιεφ 600 τουφέκια, δύο πολυβόλα και πυρομαχικά. Στο Τουάπσε, ο στρατηγός Μασλόφσκυ, ο οποίος μαζί με τον Χάιμαν ήταν στην υπηρεσία του Αλεξέγιεφ και δρούσε σε συνεργασία με τη μενσεβίκικη στρατιωτική διοίκηση, παρέλαβε ένα τεθωρακισμένο τραίνο από τη Γεωργία. Ο Γκεγκετσκόρι είχε και αυτά τα γεγονότα στο μυαλό του όταν θύμιζε στον Αλεξέγιεφ και τον Ντενίκιν τη βοήθεια που τους έδωσε η Γεωργία.

Τον Οχτώβρη του 1918, δηλ. λίγο μετά την προαναφερθείσα συνάντηση Γκεγκετσκόρι-Ντενίκιν, η κυβέρνηση της Γεωργίας παρέδωσε στην κυβέρνηση του Ντον, που βρισκόταν σε πόλεμο με τη σοβιετική κυβέρνηση, μια σημαντική ποσότητα εφοδίων[43]. Στις 3 Νοεμβρίου του 1918, ο Γεωργιανός στρατηγός Μάζνιεφ ανέφερε στην κυβέρνησή του ότι μαχόταν ενάντια στους μπολσεβίκους μαζί με τους Κοζάκους του Εθελοντικού Στρατού. "ʼφησα τους Κοζάκους σε ασφαλείς θέσεις και πήρα τα στρατεύματα που μου έχουν ανατεθεί στο στρατόπεδο του Σότσι..." Στις 26 Νοεμβρίου η κυβέρνηση της Γεωργίας πήρε την απόφαση να στείλει στον αντιπρόσωπο του Εθελοντικού Στρατού, Ομπυέντωφ, την απαραίτητη ποσότητα φαρμάκων και επιδέσμων και να "συνεργαστεί με κάθε δυνατό τρόπο σε αυτό το ζήτημα". "Αυτό το ζήτημα" ήταν ο εμφύλιος πόλεμος ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία. Φυσικά τα φάρμακα και οι επίδεσμοι είναι πολύ ανθρωπιστικά, πολύ ουδέτερα αντικείμενα, αλλά αυτό δεν αναιρεί το ατυχές γεγονός ότι η κυβέρνηση της Γεωργίας είχε προηγούμενα πάρει δια της βίας αυτά τα ανθρωπιστικά αντικείμενα από τα στρατεύματα του Καυκάσου που είχαν "μολυνθεί από μπολσεβίκικη αναρχία" και στη συνέχεια τα έδωσε στους λευκοφρουρούς που επιτίθονταν στη σοβιετική Ρωσία από το Νότο.

Όλα αυτά αποκαλούνται "αυστηρή ουδετερότητα" από τον Κάουτσκυ, αλλά όχι από το Ζορντάνια. Ο τελευταίος έγραψε στον πρόεδρο της αυτοκρατορικής γερμανικής αποστολής στις 15 Οχτώβρη του 1918, δηλαδή μες στη μέση των γεγονότων που περιγράφουμε: "Ποτέ δε θεώρησα τη διεθνή θέση της Γεωργίας σαν αυτή μίας ουδέτερης δύναμης, καθώς αυτονόητα γεγονότα μας αποδεικνύουν το αντίθετο". Ακριβώς! Αυτή η επιστολή δημοσιεύτηκε από τον ίδιο το Ζορντάνια στο μπλε βιβλίο που αναφέραμε ήδη, και το οποίο ήταν στη διάθεση του Κάουτσκυ όταν έγραφε το φυλλάδιό του. Αλλά αυτός προτίμησε να οδηγηθεί από την αποστολική του έμπνευση. Όλα δείχνουν ότι ο Ζορντάνια, που δεν μπορούσε να αγνοήσει αυτονόητα γεγονότα στις συζητήσεις του με το στρατηγό Φον Κρες, ήταν παρ' όλα αυτά έτοιμος, στη διάρκεια των συζητήσεων για τη σωτηρία της ψυχής του με τον Κάουτσκυ, να σύρει αυτό το σεβάσμιο γέροντα από τη μύτη. Πόσο μάλλον που ο Κάουτσκυ είχε φέρει στην Τυφλίδα μία μύτη που ήταν ιδιαίτερα κατάλληλη γι' αυτό το σκοπό.

Η Γεωργία συνήψε μία συμφωνία με την οποία έθεσε τις σιδηροδρομικές της γραμμές στη διάθεση της Τουρκίας για τη μεταφορά των στρατευμάτων της τελευταίας στο Αζερμπαϊτζάν. Μ' αυτή τη βοήθεια η σοβιετική εξουσία στο Μπακού, που είχε εγκαθιδρυθεί από τους εργάτες του Μπακού οι οποίοι ήταν σχεδόν απόλυτα αποκομμένοι από τη Ρωσία, ανατράπηκε. Αυτό είχε σοβαρότατες συνέπειες για μας. Αντί να είναι η πηγή για τον εφοδιασμό της Ρωσίας με πετρέλαιο, το Μπακού έγινε οχυρό των εχθρών μας. Μπορεί βέβαια να ειπωθεί ότι έχοντας αποχωριστεί από τη Ρωσία η κυβέρνηση της Γεωργίας υποχρεώθηκε να συνεργαστεί με το στρατό του Σουλτάνου ενάντια στο προλεταριάτο του Μπακού. Αλλά πέρα από όλα αυτά παραμένει το γεγονός ότι ο Ζορντάνια και άλλοι Γεωργιανοί ηγέτες είχαν στείλει τα συγχαρητήρια τους στο αντιδραστικό-αστικό μουσουλμανικό κόμμα Μουσαβάτ, με την ευκαιρία της κατάληψης του Μπακού από τις τουρκικές δυνάμεις. Έτσι βλέπουμε ότι ο τούρκικος μιλιταρισμός βρισκόταν σε συμφωνία με την πολιτική των μενσεβίκων, πράγμα που δεν έκρυβαν οι τελευταίοι.

Η επανάσταση δεν στερήθηκε μόνο προσωρινά το Μπακού, αλλά έχασε επίσης για πάντα πολλούς από τους καλύτερους γιους της. Το Σεπτέμβριο του 1918, σχεδόν την ίδια στιγμή που ο Γκεγκετσκόρι διαπραγματευόταν με τον Ντενίκιν, 26 μπολσεβίκοι, οι ηγέτες του προλεταριάτου του Μπακού, με επικεφαλής το σύντροφο Σαουμυάν[44], μέλος της κεντρικής επιτροπής του κόμματός μας, και τον Αλεξέι Τζαπαρίτζε[44], τουφεκίστηκαν σε έναν απομονωμένο σταθμό της Υπερκαυκασίας.

Μπορείτε να πάρετε αναλυτικές πληροφορίες σ' αυτό το θέμα, κ. Χέντερσον, από τον δικό σας στρατηγό Τόμπσον, το διοικητή σ' αυτό τον απελευθερωτικό πόλεμο: οι πράκτορές του έδρασαν σαν δήμιοι.

Έτσι ούτε ο Σαουμυάν ούτε ο Τζαπαρίτζε δεν μπόρεσαν να ακούσουν την αγαλλίαση του Ζορντάνια για την πτώση του σοβιετικού Μπακού. Όμως παρόλα αυτά πήραν μαζί τους στον τάφο το μίσος τους για τους μενσεβίκους υποκινητές των δημίων.

Το χειρόγραφο αυτού του βιβλίου είχε ολοκληρωθεί όταν πήρα ένα καινούριο βιβλίο του Βαντίμ Τσάικιν, σοσιαλεπαναστάτη και μέλους της Συντακτικής Συνέλευσης, με τίτλο: "Συμβολή στην ιστορία της Ρώσικης Επανάστασης: η εκτέλεση των 26 κομισάριων του Μπακού", που εκδόθηκε από τον Γκρζέμπιν στη Μόσχα. Το βιβλίο αυτό, που αποτελείται κυρίως από ντοκουμέντα, τα σημαντικότερα από αυτά σε φωτογραφική ανατύπωση, αφηγείται την ιστορία της δολοφονίας των 26 κομισάριων του Μπακού κατ' εντολή των βρετανικών στρατιωτικών αρχών, χωρίς την παραμικρή προσποίηση δημόσιας δίκης. Ο άμεσος πρακτικός οργανωτής της σφαγής ήταν ο επικεφαλής της βρετανικής στρατιωτικής αποστολής στην Ασχαμπάντ, Ρέτζιναλντ Τηγκ-Τζόουνς. Η όλη υπόθεση ήταν εν γνώσει του στρατηγού Τόμπσον και ο Τηγκ-Τζόουνς, όπως δείχνουν τα αποδεικτικά στοιχεία, έδρασε με τη συναίνεση του ευγενούς στρατηγού. Μετά την ολοκλήρωση της σφαγής 26 άοπλων ανθρώπων σε έναν απομακρυσμένο σταθμό, όπου τους είχαν μεταφέρει με το πρόσχημα ότι θα τους εξόριζαν στην Ινδία, ο στρατηγός Τόμπσον βοήθησε τη διαφυγή ενός από τους κύριους φυσικούς αυτουργούς του εγκλήματος, του πληρωμένου καθάρματος Ντρούζκιν. Οι εκκλήσεις του Βαντίμ Τσάικιν, που κάθε άλλο παρά μπολσεβίκος ήταν, προς το Βρετανό στρατηγό Μάλκολμ και το Βρετανό στρατηγό Μίλνε δεν πήραν απάντηση. Αντίθετα, όλοι αυτοί οι τζέντλεμεν, επέδειξαν την αλληλεγγύη τους βοηθώντας και υποκινώντας το έγκλημα και τους εγκληματίες και κατασκευάζοντας πλαστές δηλώσεις.

Το βιβλίο αυτό αποδείχνει με ντοκουμέντα ότι ο Γκεγκετσκόρι, υπουργός εξωτερικών της Γεωργίας, μετά από επιμονή του Τσάικιν, υποσχέθηκε να εμποδίσει τη διαφυγή του εγκληματία Ντρούζκιν από τη Γεωργία. Κι όμως, συνωμότησε με το Βρετανό στρατηγό Τόμπσον, για να δώσουν στο Ντρούζκιν κάθε βοήθεια για να διαφύγει από τη δίκη και την απονομή δικαιοσύνης. Ενώ οι επιτροπές των Ρώσων και Γεωργιανών σοσιαλεπαναστατών και των Ρώσων Υπερκαυκασιανών μενσεβίκων, μετά από έρευνα στα γεγονότα της υπόθεσης, υπέγραψαν μια δήλωση που πιστοποιούσε τον εγκληματικό τρόπο με τον οποίο είχαν δράσει οι βρετανικές αρχές, η επιτροπή των Γεωργιανών μενσεβίκων, παρόλο που μαζί με τις άλλες επιτροπές είχε φτάσει στα ίδια συμπεράσματα, αρνήθηκε να υπογράψει το ντοκουμέντο φοβούμενη μη δυσαρεστήσει τις βρετανικές αρχές. Ο υπεύθυνος του ταχυδρομείου της μενσεβίκικης Γεωργίας, αρνήθηκε να παραλάβει για αποστολή τα τηλεγραφήματα του Βαντίμ Τσάικιν που εξέθεταν τις εγκληματικές δραστηριότητες των βρετανικών αρχών. Αν δεν ήταν γνωστό για τους Γεωργιανούς μενσεβίκους τίποτε άλλο από όσα αποδεικνύονται με αναμφισβήτητα ντοκουμέντα στο βιβλίο του Τσάικιν, αυτά θα ήταν παραπάνω από αρκετά για να σφραγιστούν για πάντα με το σήμα της ντροπής και της ατιμίας αυτοί οι κύριοι, η "δημοκρατία" τους, οι προστάτες και οι απολογητές τους.

Δεν έχουμε την παραμικρή ελπίδα ότι μετά τα άμεσα, ακριβή και αναμφισβήτητα αποδεικτικά στοιχεία που δίνει το βιβλίο του Τσάικιν είτε ο κ. Χέντερσον, είτε ο κ. Μακντόναλντ, η ο κ. Τζ. Ρ. Κλάϋνς, ο κ. Τζίμμυ Σάξτον, ο κ. Γουίλλιαμ ʼνταμσον, ο κ. Τζων Χοτζ, ο κ. Φρανκ Ρόουζ, ο κ. Σ. Γ. Μπάουερμαν, ο κ. Ρόμπερτ Γιανγκ ή ο κ. Μπέντζαμιν Σπόορ, σα βουλευτές των εργατικών, θα το θεωρήσουν καθήκον τους να ερευνήσουν την υπόθεση ανοιχτά και έντιμα και να υποχρεώσουν αυτούς τους αντιπρόσωπους της Μ. Βρετανίας, που στην Υπερκαυκασία τόσο ένδοξα υπεράσπιζαν τη δημοκρατία, τον πολιτισμό, τη δικαιοσύνη, τη θρησκεία και την ηθική ενάντια στη μπολσεβίκικη βαρβαρότητα, να δώσουν λόγο για τη συμπεριφορά τους.

* * *
Οι διεθνείς κυρίες Σνόουντεν αρνούνται τη συνεργασία των Γεωργιανών μενσεβίκων με τις αντεπαναστατικές οργανώσεις και στρατούς, στη βάση των ακόλουθων δύο γεγονότων. Πρώτον ότι οι ίδιοι οι μενσεβίκοι παραπονέθηκαν στους Βρετανούς σοσιαλιστές για το ότι η Αντάντ τους υποχρέωσε να υποστηρίξουν τους αντεπαναστάτες. Δεύτερον, ότι υπήρχαν τριβές ανάμεσα στη Γεωργία και τους λευκοφρουρούς, που κάποιες στιγμές έφτασαν μέχρι το σημείο της ένοπλης σύγκρουσης.

Ο Βρετανός στρατηγός Γουώκερ πάνω από μία φορά κούνησε τη γροθιά του στο πρόσωπο του πρωθυπουργού Ζορντάνια και απείλησε να κλείσει αμέσως το κεντρικό όργανο των μενσεβίκων αν τολμούσε να δημοσιεύσει έστω και μία φράση που θα ενοχλούσε την Αντάντ. Ένας Βρετανός υπολοχαγός χτύπησε βίαια το τραπέζι ενός Γεωργιανού εισαγγελέα με το ξίφος του και απαίτησε την άμεση απελευθέρωση των συλληφθέντων που αυτός, ελέω θεού υπολοχαγός, θα υπεδείκνυε. Γενικά μιλώντας, οι βρετανικές στρατιωτικές αρχές, όπως φαίνεται από τα ντοκουμέντα, συμπεριφερόντουσαν ακόμη πιο προκλητικά και από τις γερμανικές. Φυσικά, σε τέτοιες περιπτώσεις, ο Ζορντάνια υπενθύμιζε με όλον τον πρέποντα σεβασμό ότι η Γεωργία ήταν ημι-ανεξάρτητη και παραπονιόταν στο Μακντόναλντ για την παραβίαση της ημι-ουδετερότητάς της. Αυτό υπαγορευόταν από τη φυσιολογική σύνεση. Όταν ο Ντενίκιν άρπαζε από τη Γεωργία την περιοχή του Σουχούμι, οι μενσεβίκοι παραπονιόντουσαν για τον Ντενίκιν στο στρατηγό Γουώκερ και για το στρατηγό Γουώκερ στο Χέντερσον - με την ίδια επιτυχία και στις δύο περιπτώσεις.

Αν αυτά τα παράπονα και οι τριβές δεν υπήρχαν, θα σήμαινε απλά ότι οι μενσεβίκοι δε διέφεραν στο ελάχιστο από τον Ντενίκιν - πράγμα που θα ήταν τόσο λανθασμένο, όσο το να πει κανείς ότι ο Χέντερσον δε διαφέρει στο ελάχιστο από τον Τσώρτσιλ. Η κλίμακα των αμφιταλαντεύσεων των μικροαστών στη διάρκεια μιας επαναστατικής περιόδου εκτείνεται από την υποστήριξη προς το προλεταριάτο μέχρι την επίσημη ένωση με την αντεπανάσταση των γαιοκτημόνων. Όσο λιγότερο ανεξάρτητοι είναι οι μικροαστοί πολιτικοί, τόσο δυνατότερα μιλάνε για την πλήρη ανεξαρτησία τους και την απόλυτη ουδετερότητά τους. Από αυτή την άποψη είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς την πορεία των μενσεβίκων και των δεξιών και αριστερών σοσιαλεπαναστατών στη διάρκεια της επανάστασης. Ποτέ δεν υπήρξαν ουδέτεροι ή ανεξάρτητοι. Η "ουδετερότητά" τους ήταν πάντα ένα σημείο καμπής στην πορεία τους από τα δεξιά προς τα αριστερά ή από τα αριστερά προς τα δεξιά. Υποστηρίζοντας τους μπολσεβίκους (όπως έκαναν οι αριστεροί σοσιαλεπαναστάτες και οι αναρχικοί), ή υποστηρίζοντας τους τσαρικούς στρατηγούς (όπως έκαναν οι δεξιοί σοσιαλεπαναστάτες και οι μενσεβίκοι), τα μικροαστικά κόμματα συχνά τρόμαζαν την αποφασιστική στιγμή της επικείμενης νίκης του συμμάχου τους και ακόμη πιο συχνά τον εγκατέλειπαν τη στιγμή του μεγαλύτερου κινδύνου του. Πρέπει σίγουρα να παραδεχτεί κανείς ότι αν, στη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου, τα μικροαστικά κόμματα επωμίζονται το μερίδιο που τους αναλογεί απ' όλα τα μειονεκτήματα της ήττας, σπάνια απολαμβάνουν τα πλεονεκτήματα της νίκης. Έχοντας σταθεροποιήσει την εξουσία της με τη βοήθεια των "δημοκρατών", η μοναρχική αντεπανάσταση στην Ανατολή (στο πρόσωπο του Κολτσάκ), στο Βορρά και τη Δύση (στο πρόσωπο των Γιουντένιτς, Μίλερ και των Βρετανών στρατηγών) και στο Νότο (στο πρόσωπο του Ντενίκιν), πάντοτε φερόντουσαν στους βοηθούς και υποκινητές τους με τη μεγαλύτερη υπεροψία και αυστηρότητα.

Στο κάτω-κάτω, οι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες πήραν ένα μάθημα σε αυτό, στη διάρκεια είναι αλήθεια όχι μίας περιόδου επανάστασης, αλλά της περιόδου του πολέμου, όπου εισέπραξαν περισσότερες κλωτσιές παρά φιλοδωρήματα. Οι σοσιαλπατριώτες, που βοηθούσαν τις αντίστοιχες αστικές τους τάξεις στις πιο δύσκολες στιγμές τους στη διάρκεια του πολέμου, υπολόγιζαν, αν όχι στη συμμετοχή του προλεταριάτου στους καρπούς της νίκης, τουλάχιστον στην αυξημένη δική τους συμμετοχή στον καθορισμό της μοίρας των αντιστοίχων χωρών τους. Ήταν γελασμένοι.

Εξαπατημένοι, ο Χέντερσον, ο Σομπά και άλλοι, κατήγγειλαν την αστική τους τάξη, την απείλησαν και παραπονέθηκαν στη Διεθνή. Αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δεν την υπηρέτησαν. Την υπηρέτησαν - και έθεσαν και δικά τους αιτήματα. Την υπηρέτησαν, αλλά εξαπατήθηκαν, και τότε παραπονέθηκαν. Κανείς δε λέει ότι ήταν απλά πληρωμένοι υπηρέτες. Όχι, ήταν μικροαστοί οπορτουνιστές, δηλαδή πολιτικοί, φιλόδοξοι, φλύαροι υπηρέτες, που πάντα αμφιταλαντευόντουσαν, πάντα ήταν αναξιόπιστοι - αλλά ήταν υπηρέτες μέχρι το μεδούλι τους.

* * *
Έχοντας υιοθετήσει, όπως αναφέραμε πριν, τις μεθόδους των Γάλλων ακαδημαϊκών, ο Κάουτσκυ δεν ζήτησε εξηγήσεις για τα αίτια των γεγονότων, ούτε απόρησε με τις αντιφάσεις και τις ασυναρτησίες. Αν η Γεωργία αποχωρίστηκε από την επαναστατική Ρωσία, φταίγανε οι μπολσεβίκοι. Αν οι Γεωργία κάλεσε τα γερμανικά στρατεύματα, ήταν επειδή ήταν καλύτερα από τα τούρκικα. Οι στρατιές των Χοενζόλλερν μπήκαν στη Γεωργία "όχι σαν ληστές και πλιατσικολόγοι" - ψελλίζει ο Κάουτσκυ - "αλλά σαν οργανωτές των παραγωγικών της δυνάμεων". Αλλά ακόμη και κάτω από τις στρατιές των Χοενζόλλερν, οι οποίες "έγιναν δεκτές με επευφημίες στους δρόμους της Τυφλίδας" (από ποιους;) η Γεωργία διατήρησε όλες της δημοκρατικές της αρετές. Ο Τόμπσον και ο Γουώκερ επίσης ωφέλησαν τη Γεωργία. Και αφού είχαν απολαύσει τις χάρες της πρώτα ο Γερμανός υπολοχαγός (τον οποίο η ίδια είχε καλέσει) και μετά ο Βρετανός υπολοχαγός, κανείς δεν μπορούσε να έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι τη στιγμή της άφιξης της αντιπροσωπείας της Δεύτερης Διεθνούς η τιμή της Γεωργίας ήταν άσπιλη. Εξ' ού και το προφητικό συμπέρασμα του Κάουτσκυ: "Το πνεύμα του μενσεβικισμού, του οποίου ενσάρκωση αποτελεί η μενσεβίκικη Γεωργία, θα σώσει τη Ρωσία". (σ. 72)

Ήρθε η στιγμή το "πνεύμα του μενσεβικισμού" να εκφραστεί με σαφήνεια. Γύρω στο τέλος του 1918 (στις 27 Δεκέμβρη), έγινε μια κομματική συνδιάσκεψη του ΣΔΕΚΡ (μενσεβίκων) στη Μόσχα. Σ' αυτή τη συνδιάσκεψη έγινε συζήτηση για την πολιτική των τμημάτων του κόμματος τα οποία είχαν προσχωρήσει στις κυβερνήσεις των λευκοφρουρών ή είχαν συνασπιστεί ανοιχτά με τον ιμπεριαλισμό. Αυτές οι συζητήσεις επικεντρώθηκαν ιδιαίτερα γύρω απ' τούς Γεωργιανούς μενσεβίκους. Η επίσημη έκθεση της εκτελεστικής επιτροπής των μενσεβίκων σ' αυτή τη συνδιάσκεψη περιελάμβανε την ακόλουθη δήλωση: "Το κόμμα δεν μπορεί να ανεχθεί, και δεν προτίθεται να ανεχθεί στις γραμμές του, τους σύμμαχους της αντεπαναστατικής αστικής τάξης και του αγγλο-αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, άσχετα από τα κίνητρα που μπορεί να εξώθησαν κάποιους να συνάψουν μια τέτοια συμμαχία". Στην απόφαση της συνδιάσκεψης δηλώνεται καθαρά: "Η συνδιάσκεψη έχει πειστεί ότι η πολιτική των Γεωργιανών σοσιαλδημοκρατών, που προσπαθούν να διασώσουν τη δημοκρατική μορφή διακυβέρνησης και την ανεξαρτησία της Γεωργίας μέσω ενός προσανατολισμού που στηρίζεται στην ξένη βοήθεια και την απόσχιση από τη Ρωσία, τους έχει θέσει σε αντίθεση με τα καθήκοντα που το κόμμα, στο σύνολό του, ακολουθεί".

Αυτό το διαφωτιστικό επεισόδιο ρίχνει φως όχι μόνο στην ικανότητα του Κάουτσκυ να κρίνει σωστά τα γεγονότα της επανάστασης, αλλά επίσης και στην ευσυνειδησία του να τα εξηγήσει. Χωρίς καν να πάει για πληροφορίες στους φίλους του τους μενσεβίκους, και χωρίς να πάρει τα πιο στοιχειώδη μέτρα προφύλαξης, ο Κάουτσκυ παρουσίασε την πολιτική των Ζορντάνια-Τσερετέλι σαν την αληθινή μενσεβίκικη πολιτική, που θα μπορούσε επομένως να χρησιμεύσει σαν υπόδειγμα για τους διεθνείς σοσιαλδημοκράτες. Η επίσημη κρίση για την πολιτική από το "πραγματικά μενσεβίκικο" κόμμα, που διακηρύχθηκε από τα στόματα των Μάρτωφ και Νταν, ήταν ότι η πολιτική των Ζορντάνια-Τσερετέλι είχε μία "διαλυτική επίδραση" στο κόμμα, που "μείωνε, ή μάλλον κατέστρεφε την επιρροή του στα μάτια των προλεταριακών μαζών" (στην προαναφερθείσα έκδοση της κεντρικής επιτροπής των μενσεβίκων, σ. 6). Τη στιγμή που ο Κάουτσκυ έδινε τη μαρξιστική του ευλογία στη γεωργιανή πολιτική της "αυστηρής ουδετερότητας", ο Μάρτωφ και ο Νταν χρησιμοποιούσαν πολύ απειλητική γλώσσα γι' αυτή την πολιτική: "Το κόμμα," δήλωναν, "δε μπορεί, χωρίς να γίνει περίγελος σ' όλο τον κόσμο, να ανεχθεί τέτοιες πολιτικές ενέργειες των διαφόρων τμημάτων του, οι οποίες σε ανοιχτή ή μυστική συμμαχία με τους ταξικούς εχθρούς του, στρέφονται ενάντια στην ίδια την ουσία της επαναστατικής του πολιτικής." (στο ίδιο, σ. 6)

Αυτό θα 'πρεπε να θεωρηθεί επαρκές αποδεικτικό στοιχείο. Το νυχτικό του πολυμαθούς Κάουτσκυ μαγκώθηκε στα δύο μισά της μενσεβίκικης πόρτας, και φαίνεται ότι δε μπορεί να ξεμπλέξει. Αλλά ίσως τώρα, έστω και με καθυστέρηση, ο Κάουτσκυ κάνει έκκληση για βοήθεια στο Μάρτωφ. Αν το κάνει, η βοήθεια θα του δοθεί σίγουρα απλόχερα. Πάντως, για να απαλύνουμε το χτύπημα που δέχτηκε ο Κάουτσκυ από τους μενσεβίκους, πρέπει να δώσουμε κάποιες εξηγήσεις. Αυτά συνέβησαν σε μία εποχή έντονης επαναστατικής ανόδου. Οι μπολσεβίκοι νικούσαν τον Κολτσάκ. Η επανάσταση είχε ξεσπάσει στη Γερμανία και την Αυστρο-Ουγγαρία. Οι μενσεβίκοι ηγέτες αναγκαζόντουσαν να πετάξουν στη θάλασσα ένα μέρος από το έρμα για να μη βουλιάξουν αύτανδροι. Σε εργατικές συγκεντρώσεις στη Μόσχα και την Πετρούπολη, αρνιόντουσαν με αγανάκτηση κάθε αλληλεγγύη με την πολιτική της Γεωργίας. Απειλούσαν να διαγράψουν το Ζορντάνια και άλλους αν συνέχιζαν να κάνουν το κόμμα "περίγελο". Ήταν μια πολύ κρίσιμη περίοδος. Ακόμη και ο Χίλφερντινγκ ήθελε να εισαγάγει τα σοβιέτ στο σύνταγμα, και αυτό είναι επαρκής ένδειξη του πόσο είχε οξυνθεί η κατάσταση.

Οι επίσημοι μενσεβίκοι απειλούσαν να διαγράψουν τους Γεωργιανούς. Το έκαναν όμως; Φυσικά και όχι - ποτέ δεν είχαν πραγματικά αυτή την πρόθεση. Δε θα ήταν μενσεβίκοι αν έκαναν πράξη τα λόγια τους. Ολόκληρος ο διεθνής μενσεβικισμός δεν είναι παρά μία υπό όρους απειλή που ποτέ δεν πραγματοποιείται, ένα σηκωμένο χέρι που ποτέ δεν δίνει το χτύπημα.

Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός ότι στο θεμελιώδες ζήτημα της πολιτικής των Γεωργιανών μενσεβίκων, ο Κάουτσκυ εξαπατά ξεδιάντροπα τους αναγνώστες του. Αυτή η απάτη ξεσκεπάζεται από τους ίδιους τους μενσεβίκους. Ο Κάουτσκυ θα το βρει αδύνατο να ξεγλιστρήσει, γιατί το νυχτικό του έχει πιαστεί πολύ σφιχτά.

Και ο Μακντόναλντ; Α! Ο Μακντόναλντ "είναι ένας έντιμος άνθρωπος". Αλλά έχει ένα ελάττωμα: Δεν έχει ιδέα από σοσιαλισμό, καμία απολύτως ιδέα!

Σημειώσεις
[43] Ο αναλυτικός κατάλογος αυτών των σημαντικών εφοδίων, βασισμένος σε πρωτότυπα ντοκουμέντα, αναφέρεται στο βιβλίο του Ι. Σαφίρ, "Ο εμφύλιος πόλεμος στη Ρωσία και η μενσεβίκικη Γεωργία" (Μόσχα, 1921), σελ. 39 (Λ.Τ.)

[44] Σαουμυάν, Στέπαν (1878-1918): Μπολσεβίκος ηγέτης του Καυκάσου. Γεννήθηκε το 1878 στην Τυφλίδα. Προσχώρησε στους μπολσεβίκους το 1903, στο συνέδριο στο οποίο χώρισαν με τους μενσεβίκους. Ηγήθηκε της γενικής απεργίας του 1914 στο Μπακού, και στη συνέχεια φυλακίστηκε για τη δράση του. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση έγινε Έκτακτος κομισάριος για τον Καύκασο και πρόεδρος του συμβουλίου των επιτρόπων του λαού του Μπακού. Δολοφονήθηκε στις 20 Σεπτέμβρη του 1918 κάτω από τις συνθήκες που περιγράφονται στο βιβλίο. (σ.τ.μ.)

[45] Τζαπαρίτζε, Αλεξέι (1881-1918): Οργανωτής των εργατών πετρελαίου του Μπακού, μπολσεβίκος, πρόεδρος του σοβιέτ του Μπακού. Μαζί με τον Στέπαν Σαουμυάν και άλλους 24 κομισάριους, δολοφονήθηκε από τις αντεπαναστατικές δυνάμεις το 1918. (σ.τ.μ.)

[46] Γιουντένιτς, στρατηγός Νικολάι Νικολάγιεβιτς (1862-1933): Ρώσος τσαρικός αξιωματικός, διοικητής των δυνάμεων του Καυκάσου στη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους μπολσεβίκους υποχώρησε στη Φιλανδία. Το Μάιο του 1919 έκανε μια αποτυχημένη απόπειρα να καταλάβει την Πετρούπολη, αλλά απωθήθηκε. Επανέλαβε την απόπειρα στο τέλος του 1919, νικήθηκε από τον Κόκκινο Στρατό που διέλυσε τον στρατό του στις αρχές του 1920. (σ.τ.μ.)

Το εσωτερικό καθεστώς
Στην εξωτερική πολιτική η αυστηρότερη ουδετερότητα και στην εσωτερική, φυσικά, η πληρέστερη ελευθερία. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς; "Οι σχέσεις ανάμεσα στους εργάτες και τους αγρότες στη Γεωργία," λέει ο Κάουτσκυ, "παραμένουν μέχρι σήμερα οι καλύτερες δυνατές" (σελ. 54). Από το Ρήνο μέχρι τον Ειρηνικό λυσσομανάνε αιματηρές ταραχές, ενώ "η Γεωργία είναι η μόνη χώρα που, σαν τη Γερμανία και την Αυστρία, έχει αποφύγει τη βία". Οι κομουνιστές; Μα "ακόμη και με την πιο πλέρια ελευθερία δράσης απέτυχαν να αποκτήσουν την παραμικρή επιρροή" (σελ. 65). Οι σοσιαλδημοκράτες παίρνουν συντριπτική πλειοψηφία σ' όλες τις εκλογές. Πράγματι είναι η μόνη χώρα στο είδος της - από το Ρήνο ως τον Ειρηνικό. Και ακόμη και πέρα από το Ρήνο, δύσκολα θα βρει κανείς μια τέτοια χώρα, εκτός ίσως από το Μαρόκο, όπως το περιγράφουν οι υπέργηροι Γάλλοι ακαδημαϊκοί.

Προς στιγμήν σταματάει κανείς αποσβολωμένος μπροστά σε τέτοια πολιτικά πασαλείμματα, σαν να βλέπει μια κακοτυπωμένη μεταξοτυπία, που το κάθε χρώμα της από μόνο του φαντάζει ψεύτικο, και το σύνολο της είναι τόσο ψεύτικο που προσβάλει ακόμη περισσότερο το μάτι.

Όλα όσα ξέρουμε για τις απαρχές της Γεωργιανής ανεξαρτησίας και την εξωτερική της πολιτική διαψεύδουν a priori αυτή την εικόνα καθολικής ειρήνης που παρατήρησε ο Κάουτσκυ από το σιδηροδρομικό βαγόνι ανάμεσα στο Μπατούμι και την Τυφλίδα. Το αλληλένδετο της εσωτερικής με την εξωτερική πολιτική δεν μπορούσε παρά να εκδηλωθεί στη Γεωργία ακόμη πιο έντονα, αφού δημιουργήθηκε με τέτοιο τρόπο που τα χτεσινά εσωτερικά ζητήματα έγιναν οι εξωτερικές υποθέσεις του σήμερα. Επιπλέον, με τη δικαιολογία της επίλυσης εσωτερικών προβλημάτων, οι μενσεβίκοι κάλεσαν μέσα στη χώρα ξένες δυνάμεις, πρώτα γερμανικές και μετά βρετανικές, και εδώ επίσης μπορεί να υποθέσει κανείς a priori ότι ο ρόλος που έπαιξαν πρώτα ο στρατηγός Φον Κρες και ύστερα ο στρατηγός Γουώκερ στην εσωτερική ζωή της χώρας, κάθε άλλο παρά αμελητέος ήταν.

Καθώς σύμφωνα με τον Κάουτσκυ, του οποίου η κοινοτοπία μερικές φορές εντυπωσιάζει, οι στρατηγοί των Χοενζόλλερν στη Γεωργία εκπλήρωσαν το ρόλο των "οργανωτών των παραγωγικών δυνάμεων", χωρίς να αποπειραθούν να ανακατευτούν στον μηχανισμό της δημοκρατίας που δούλευε σα ρολόι, δε θα ήταν περιττό να θυμίσουμε την αυστηρή επίπληξη που απηύθυνε ο Φον Κρες σε σχέση με τη σύλληψη μιας ομάδας ευγενών των μαύρων εκατονταρχιών που είχαν αρχίσει να οργανώνουν συμμορίες για πογκρόμ. "Η κυβέρνηση", - ήταν το μάθημα που διάβασε ο Φον Κρες στο Ραμισβίλι - "δε μπορεί να θεωρήσει την πολιτική αυτής της ομάδας πολιτών αποσχιστική απλά επειδή στρέφεται ενάντια στο σημερινό καθεστώς. Στο βαθμό που η πολιτική αυτή δε στρέφεται ενάντια στην ίδια την ύπαρξη του κράτους, δε μπορεί να αντιμετωπιστεί σαν προδοσία." Απαντώντας σ' αυτό το κλασσικό μάθημα, ο Ραμισβίλι αναφέρει μεταξύ άλλων με σεβασμό: "Πρότεινα στους ηγέτες αυτού του συνδέσμου (γαιοκτημόνων), να υποβάλλουν τα σχέδια τους για τη βελτίωση της θέσης των πρώην ευγενών, πράγμα που γίνεται τώρα." Ποιον να πρωτοθαυμάσει κανείς εδώ: τον οργανωτή των παραγωγικών δυνάμεων Φον Κρες, ή το δημοκράτη Ραμισβίλι; Το ότι οι Βρετανοί αξιωματικοί ανακατευόντουσαν στην εσωτερική ζωή ακόμη πιο υπεροπτικά από τους Γερμανούς το έχουμε ήδη αναφέρει. Πάντως, αν εξαιρέσουμε τη στρατιωτική ευθύτητα και την υπερβολική ειλικρίνεια, οι παρεμβάσεις τόσο των Γερμανών όσο και των Βρετανών, στο σύνολό τους κινούνταν στα ίδια πλαίσια κοινωνικού και πολιτικού συντηρητισμού με την πολιτική των μενσεβίκων από την αρχή ακόμη της επανάστασης.

Το βασικό μάθημα που έβγαλε ο Τσερετέλι από την εμπειρία της Ρώσικης Επανάστασης ήταν ότι "Η ατολμία και η διστακτικότητα της δημοκρατίας στον αγώνα ενάντια στην αναρχία" κατάστρεψε τη δημοκρατία, την επανάσταση και τη χώρα, και σαν κύριος εμπνευστής της κυβέρνησης ζήτησε από το Υπερκαυκασιανό Σέιμ "να καταστήσει καθήκον της κυβέρνησης το να καταφύγει στα σκληρότερα μέτρα στον αγώνα ενάντια στις εκφάνσεις της αναρχίας" (18 Μαρτίου, 1918). Πριν ακόμη απ' αυτό, ο Ζορντάνια είχε πει στο Σέιμ (στις 15 Φεβρουαρίου): "Η αναρχία βρίσκεται σε άνοδο στη χώρα μας... η εργατική τάξη έχει μπολσεβίκικες διαθέσεις. Ακόμη και οι μενσεβίκοι εργάτες έχουν μολυνθεί από το μπολσεβικισμό."

Τα πρώτα εθνικά γεωργιανά συντάγματα ήταν εξίσου διαποτισμένα από αυτό το πνεύμα. Οι αποστρατευμένοι στρατιώτες διέδιδαν την επαναστατική μόλυνση στα χωριά. "Αυτό που συμβαίνει τώρα στα χωριά μας," λέει ο Ζορντάνια, "δεν είναι κάτι καινούριο. Το ίδιο πράγμα συνέβη σε όλες τις επαναστάσεις. Παντού οι αγροτικές μάζες στρεφόντουσαν ενάντια στη δημοκρατία. Είναι καιρός πια να βάλουμε τέλος στη βασιλεία των λαϊκίστικων αγροτικών αυταπατών του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος. Είναι καιρός να επιστρέψουμε στο Μαρξ και να διαφυλάξουμε την επανάσταση ενάντια στην αγροτική αντίδραση." Η αναφορά στο Μαρξ δεν κάνει τίποτε άλλο από το να προσθέτει και την απάτη πάνω στην ανοησία. Κατά την περίοδο στην οποία αναφερόμαστε, η αγροτιά της Υπερκαυκασίας ξεσηκώθηκε, όχι ενάντια στη δημοκρατική επανάσταση, αλλά ενάντια στην διστακτικότητα και καθυστέρησή της, ενάντια στη δειλία της, ειδικά στο αγροτικό ζήτημα. Μόνο μετά την πραγματική νίκη της αγροτικής-δημοκρατικής επανάστασης άνοιγε ο δρόμος για αντιδραστικά αγροτικά κινήματα στρεφόμενα ενάντια στα υλικά αιτήματα της πόλης, ενάντια στις σοσιαλιστικές τάσεις της οικονομικής πολιτικής και, τελικά, ενάντια στη δικτατορία του κόμματος της εργατικής τάξης. Ενώ στη διάρκεια των πρώτων σταδίων της επανάστασης ο κορμός των αγροτικών κινητοποιήσεων ήταν τα κατώτερα στρώματα του χωριού, τα πιο καταπιεσμένα και φτωχά στοιχεία, στη συνέχεια ο ηγετικός ρόλος στις κινητοποιήσεις πέρασε στα ανώτερα στρώματα του χωριού, στα πιο εύπορα και καταπιεστικά στοιχεία. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να επιμείνουμε στο σημείο ότι οι Γεωργιανοί μενσεβίκοι, όπως και οι μενσεβίκοι που δεν είναι Γεωργιανοί, δεν καταλαβαίνουν γρυ από το επαναστατικό αλφάβητο του μαρξισμού. Μας αρκεί η παραδοχή του γεγονότος ότι οι αγροτικές μάζες, που αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, δρούσαν με μπολσεβίκικο τρόπο ενάντια στη μενσεβίκικη "δημοκρατία". Πιστή στο πρόγραμμα που χάραξε το Σέιμ, η Γεωργιανή κυβέρνηση, στηριζόμενη στην υποστήριξη των μικροαστών δημοκρατών στις πόλεις και των ανώτερων στρωμάτων της εργατικής τάξης, που πολύ απείχε από το να είναι πολυάριθμη στο σύνολό της, διεξήγαγε έναν αμείλικτο αγώνα ενάντια στις εργαζόμενες μάζες που είχαν μολυνθεί από το μπολσεβικισμό.

Ολόκληρη η ιστορία της ανεξάρτητης Γεωργίας είναι μια ιστορία αγροτικών εξεγέρσεων. Ξέσπαγαν σε όλα χωρίς εξαίρεση τα μέρη της μικρής χώρας και συχνά διακρινόντουσαν από εξαιρετική επιμονή. Σε μερικές περιοχές το σοβιετικό καθεστώς παρέμενε επί μήνες. Οι εξεγέρσεις καταπνιγόντουσαν με στρατιωτικές εκστρατείες και αντιμετωπιζόντουσαν με στρατοδικεία, αποτελούμενα από αξιωματικούς και ευγενείς γαιοκτήμονες.

Η καλύτερη περιγραφή του τρόπου με τον οποίο η γεωργιανή κυβέρνηση αντιμετώπιζε τους επαναστάτες αγρότες δίνεται στην έκθεση των μενσεβίκων της Αμπχαζίας για τη δραστηριότητα των αποσπασμάτων του Μάζνιεφ στην Αμπχαζία:

"Αυτό το απόσπασμα, με τη βιαιότητά του και την απανθρωπιά του," διαβάζουμε στην έκθεση που δόθηκε στη γεωργιανή κυβέρνηση, "ξεπέρασε το διαβόητο τσαρικό στρατηγό Αλιχάνοφ. Έτσι, για παράδειγμα, οι Κοζάκοι του συντάγματος αυτού, εισέβαλλαν σε ειρηνικά χωριά της Αμπχαζίας, αρπάζοντας οτιδήποτε είχε αξία και βιάζοντας τις γυναίκες. Ένα άλλο τμήμα του αποσπάσματος, κάτω από την προσωπική επίβλεψη του πολίτη Τουχαρέλι, επιδιδόταν στο βομβαρδισμό των σπιτιών όσων ατόμων υποδεικνυόντουσαν από καταδότες. Ανάλογες πράξεις βίας διαπράχτηκαν στην περιοχή του Γκουντάουτ. Ο επικεφαλής του Γεωργιανού αποσπάσματος, υπολοχαγός Κουπούνι - πρώην λοχαγός της αστυνομίας στο Πότι - κακομεταχειρίστηκε όλο το συμβούλιο του χωριού ʼζυ. Υποχρέωσε όλα τα μέλη του να ξαπλώσουν κάτω από τα πυρά πολυβόλων, και μετά άρχισε να περπατά πάνω στα σώματά τους, χτυπώντας τους με το πλάι του ξίφους του. Μετά διέταξε το συμβούλιο να συγκεντρωθεί όλο μαζί και, καλπάζοντας πάνω στο άλογό του με ταχύτητα, όρμησε μέσα στο πλήθος μοιράζοντας δεξιά και αριστερά χτυπήματα με το μαστίγιο του. Ο Αμπουχάβα και ο Τζουκούγια, πρώην μέλη του αμπχαζιανού εθνικού συμβουλίου, επειδή διαμαρτυρήθηκαν ενάντια σε αυτή τη βία, συνελήφθησαν και ρίχτηκαν μέσα σε ένα μπουντρούμι. Ο αναπληρωτής διοικητής της περιοχής του Γκουντάουτ, υπολοχαγός Γκριγκοριάντι, κατέφυγε σε μαστιγώματα επαρχιακών συμβουλίων και διόρισε διοικητές χωριών μισητούς στο λαό και επιλεγμένους προσωπικά απ' αυτόν ανάμεσα από τους πρώην τσαρικούς δημογέροντες..."

Δεν επιβεβαιώνει αυτό τη δήλωση του Κάουτσκυ ότι οι σχέσεις ανάμεσα στους μενσεβίκους και τους αγρότες ήταν πάντα "οι καλύτερες δυνατές ..."; Η καταπίεση στην Αμπχαζία οδήγησε όλα σχεδόν τα μέλη του μενσεβίκικου κόμματος στην Αμπχαζία να το εγκαταλείψουν (Τάρνοβα, Μπάζντα, Τσουκμπάρ, Ζίζμπα, Μπαρζύζ και Τζουκούγια).

Η συμπεριφορά του Τζουγκέλι στην κατάπνιξη της εξέγερσης στην Οσσετία δεν ήταν καλύτερη. Καθώς κάναμε καθήκον μας, για εκπαιδευτικούς λόγους, να περιγράψουμε την πολιτική των Γεωργιανών μενσεβίκων, όσο αυτό είναι δυνατό, με βάση δικές τους δηλώσεις και ντοκουμέντα, θα πρέπει να ξεπεράσουμε τις λογοτεχνικές μας αναστολές και να παραθέσουμε αποσπάσματα από ένα βιβλίο που δημοσίευσε ο επιφανής "ιπποτικός" μενσεβίκος ηγέτης, ο Βάλικο Τζουγκέλι, πρώην αρχηγός της εθνοφρουράς. Θα παραθέσουμε κάποια αποσπάσματα που ασχολούνται με τις πράξεις του Τζουγκέλι στην αγροτική εξέγερση της Οσσετίας.

Ο εχθρός παντού τρέχει να ξεφύγει, χωρίς να προτάσσει καμία σχεδόν αντίσταση. Αυτοί οι προδότες πρέπει να τιμωρηθούν αυστηρά.

Την ίδια μέρα κάνει την παρακάτω σημείωση στο ημερολόγιο του (το βιβλίο έχει εκδοθεί σε μορφή ημερολόγιου).

Η νύχτα έπεσε. Παντού φαίνονται φωτιές. Είναι τα σπίτια των εξεγερμένων που καίγονται. Αλλά το έχω ήδη συνηθίσει και μπορώ να βλέπω τη σκηνή σχεδόν ήρεμα.

Την επόμενη μέρα διαβάζουμε:

Χωριά της Οσσετίας καίγονται ολόγυρά μας... Για το συμφέρον της αγωνιζόμενης εργατικής τάξης, για το συμφέρον του μελλοντικού σοσιαλισμού, θα είμαστε αμείλικτοι. Ναι, θα είμαστε. Μπορώ να παρακολουθώ με γαλήνη στην ψυχή και καθαρή συνείδηση τη φωτιά και τον καπνό των σπιτιών που καίγονται.... Είμαι απόλυτα ήρεμος, πράγματι απόλυτα ήρεμος.

Το επόμενο πρωί ο Τζουγκέλι γράφει πάλι στο ημερολόγιό του:

Οι φωτιές μεγαλώνουν ... σπίτια καίγονται ... με φωτιά και ξίφος ...

Μετά από μερικές ώρες ξαναγράφει:

Και οι φλόγες ακόμη λάμπουν, λάμπουν ...

Το βράδυ της ίδιας μέρας γράφει:

Τώρα οι φλόγες είναι παντού ... Συνεχίζουν να καίνε. Δυσοίωνες φωτιές. Μακάβρια, βίαιη, απόκοσμη ομορφιά. ... Και κοιτάζοντας αυτές τις λαμπρές φλόγες να καίνε μες στη νύχτα, ένας παλιός σύντροφος μου είπε λυπημένα: Αρχίζω να καταλαβαίνω το Νέρωνα και τη μεγάλη φωτιά της Ρώμης.

"Και οι φωτιές καίνε, καίνε παντού". Αυτοί οι άσχημοι μανιερισμοί μας βοηθάνε πάντως να πειστούμε ακόμη περισσότερο ότι οι σχέσεις ανάμεσα στους Γεωργιανούς μενσεβίκους και τον αγρότη παρέμειναν ασάλευτα "οι καλύτερες δυνατές".

Μετά την εκκένωση της Ατζαρίας (της περιοχής του Μπατούμι) από τους Βρετανούς το 1920 η Γεωργιανή κυβέρνηση χρειάστηκε να την ανακαταλάβει με τη χρήση πυροβολικού. Με λίγα λόγια, ο Τζουγκέλι είχε συνεχείς ευκαιρίες να επιδείξει τους νερώνειους μανιερισμούς του σε όλες τις γωνίες της Γεωργίας.

Τον Ζορντάνια διαδέχτηκε στο πόστο του υπουργού εσωτερικών ο Ραμισβίλι. Πρόκειται για τον ίδιο Ραμισβίλι που είχε ασχοληθεί με τη βελτίωση της θέσης των πρώην ευγενών και που παρέθετε επίσης το Μαρξ για να δικαιολογήσει την τρομοκρατία των λευκοφρουρών ενάντια στην εξεγερμένη αγροτιά.

Μπορεί πάντως να πει κανείς με βεβαιότητα ότι παρά τη λευκή τρομοκρατία, που συμπληρωνόταν με χάρτινα λουλούδια ρητορικής, η μενσεβίκικη δικτατορία θα είχε σκουπιστεί από τη Γεωργία χωρίς να αφήσει ίχνος, από το γρήγορο ρεύμα του επαναστατικού κινήματος, αν δεν υπήρχε η παρουσία ξένων στρατευμάτων στη χώρα. Δεν ήταν ο Γερμανός Μαρξ που βοήθησε τους μενσεβίκους να σταθούν στη διάρκεια αυτής της περιόδου, αλλά ο Γερμανός Φον Κρες.[47]

Ιδιαίτερα ασυνάρτητη είναι η δήλωση του Κάουτσκυ για την "πλήρη ελευθερία δράσης" του γεωργιανού Κομουνιστικού Κόμματος. Θα ήταν αρκετό να πει ότι είχαν μία κάποια ελευθερία. Αλλά όπως ήδη ξέρουμε, όταν μιλάει για ουδετερότητα, είναι η αυστηρότερη, όταν μιλάει για ελευθερία είναι η πληρέστερη. Δε μιλάει απλά για καλές σχέσεις, αλλά για "τις καλύτερες δυνατές."

Είναι εντυπωσιακό πάνω απ' όλα, ότι ούτε ο Κάουτσκυ, ούτε ο Βαντερβέλντε, ούτε η ίδια η κα Σνόουντεν, ούτε οι ξένοι διπλωμάτες, ούτε οι δημοσιογράφοι του αστικού τύπου, ούτε οι πιστοί φύλακες της ελευθερίας - οι Times, ούτε η τόσο αμερόληπτη Le Temps, με μια λέξη κανείς από αυτούς που έδωσαν τις ευλογίες τους στους δημοκράτες της Γεωργίας παρατήρησαν ποτέ την παρουσία ... των Ειδικών Αποσπασμάτων. Κι όμως, αυτά υπήρχαν. Τα Ειδικά Αποσπάσματα, αν θέλετε, είναι η μενσεβίκικη Τσεκά[48]. Τα Ειδικά Αποσπάσματα άρπαζαν και φυλάκιζαν και εκτελούσαν όλους όσοι δρούσαν ενάντια στη μενσεβίκικη δημοκρατία. Το Ειδικό Απόσπασμα στις μεθόδους τρομοκρατίας που ασκούσε δε διέφερε σε τίποτα από την Έκτακτη Επιτροπή της Σοβιετικής Ρωσίας. Εκεί που διέφερε ήταν στο στόχο. Η Έκτακτη Επιτροπή προστάτευε τη σοσιαλιστική δικτατορία ενάντια στους πράκτορες του κεφαλαίου. Το Ειδικό Απόσπασμα προστάτευε το αστικό καθεστώς ενάντια στη μπολσεβίκικη "αναρχία". Αλλά γι' αυτόν ακριβώς το λόγο οι αξιοσέβαστοι άνθρωποι που καταράστηκαν την Τσεκά, δεν πρόσεξαν το γεωργιανό Ειδικό Απόσπασμα.

Οι Γεωργιανοί μπολσεβίκοι δε μπορούσαν παρά να το προσέξουν, γιατί υπήρχε κύρια για τον εξαναγκασμό τους. Είναι άραγε απαραίτητο να εξιστορήσουμε τα μαρτύρια των Γεωργιανών κομουνιστών; Συλλήψεις, απελάσεις, παράδοση στους λευκοφρουρούς, φυλακίσεις, απεργίες πείνας, εκτελέσεις. Χρειάζεται να απαριθμηθούν όλ' αυτά; Δεν αρκεί να υπενθυμίσουμε την έκθεση του Γκεγκετσκόρι προς τον Ντενίκιν; "Σε σχέση με το ζήτημα της στάσης μας απέναντι στους μπολσεβίκους, μπορώ να δηλώσω ότι ο αγώνας ενάντια στο μπολσεβικισμό είναι αμείλικτος από μέρους μας. Τσακίζουμε το μπολσεβικισμό με όλα τα διαθέσιμα μέσα ... και σ' αυτό τον τομέα έχουμε ήδη δώσει κάμποσες αποδείξεις που μιλούν από μόνες τους." Αυτό το απόσπασμα θα 'πρεπε να γραφτεί στο νυχτικό σκούφο του Κάουτσκυ αν δεν ήταν ήδη σκεπασμένος με ένα συνονθύλευμα προσβλητικών επιγραφών απ' όλες τις κατευθύνσεις. Όταν ο Γκεγκετσκόρι λέει "τσακίζουμε με κάθε μέσο", "τσακίζουμε αμείλικτα", ο Κάουτσκυ εξηγεί ότι αυτό σημαίνει "η πληρέστερη ελευθερία". Δεν θα ήταν καιρός να επιβληθεί μια ήπια και πραγματικά δημοκρατική κηδεμονία στον Κάουτσκυ;

Ήδη από τις 8 Φεβρουαρίου του 1918, όλες οι μπολσεβίκικες εφημερίδες κλείστηκαν. Εκείνη την εποχή ο μενσεβίκικος τύπος στη Σοβιετική Ρωσία συνέχιζε να κυκλοφορεί ανοιχτά. Στις 10 Φεβρουαρίου μια ειρηνική συγκέντρωση διαλύθηκε με πυροβολισμούς στους κήπους του Αλεξάνδρου στην Τυφλίδα, την ίδια μέρα που άνοιγε το Υπερκαυκασιανό Σέιμ. Στις 15 Φεβρουαρίου ο Ζορντάνια εξαπέλυε μύδρους στο Σέιμ ενάντια στις μπολσεβίκικες διαθέσεις των λαϊκών μαζών, περιλαμβάνοντας ακόμη και τους μενσεβίκους εργαζόμενους. Τελικά ο Τσερετέλι, που μαζί με τον Κερένσκυ είχε κατηγορήσει το κόμμα μας για εσχάτη προδοσία, παραπονέθηκε το Μάρτη στο Σέιμ για την εξαιρετική "ατολμία και διστακτικότητα" της κυβέρνησης Κερένσκυ μπροστά στους μπολσεβίκους. Τα γερμανικά στρατεύματα ήρθαν στη Γεωργία, όπως επίσης στη Φιλανδία, τις χώρες της Βαλτικής και την Ουκρανία, κυρίως ενάντια στους μπολσεβίκους. Απαντώντας σε ερώτηση του Αμερικάνου αντιπροσώπου σχετικά με τους μπολσεβίκους, ο Γεωργιανός διπλωματικός εκπρόσωπος Τοπουρίτζε απάντησε: "Τους έχουμε καταστείλει με επιτυχία. Αυτό είναι αυταπόδεικτο: Απ' όλες τις πρώην Ρωσικές κτήσεις, μόνο η Γεωργία έχει καθαριστεί από το μπολσεβικισμό". Όσον αφορά το μέλλον, ο Τοπουρίτζε δίνει μια εξίσου ξεκάθαρη απάντηση: "Με όλες τις δυνάμεις και όλα τα μέσα η δημοκρατία μας θα συνεργαστεί με τις δυνάμεις της Αντάντ ενάντια στους μπολσεβίκους."

Ο διοικητής των βρετανικών στρατευμάτων στην Υπερκαυκασία, στρατηγός Φόρεστερ Γουώκερ, στις 4 Ιανουαρίου 1919, εξήγησε στο Ζορντάνια, τόσο προφορικά όσο και γραπτά, ότι ο εχθρός της Αντάντ στον Καύκασο είναι "ο μπολσεβικισμός, τον οποίο οι μεγάλες δυνάμεις είναι αποφασισμένες να καταστρέφουν, όπου και όποτε εμφανίζεται". Αναφερόμενος σε αυτό, μετά από ένα δεκαπενθήμερο, ο Ζορντάνια δήλωσε στο Βρετανό στρατηγό Μίλνε: "Ο στρατηγός Γουώκερ ... αποδείχτηκε ο πρώτος άνθρωπος που καταλαβαίνει την κατάσταση στη χώρα μας." Ο ίδιος ο στρατηγός Μίλνε συνόψισε τη συμφωνία του με το Ζορντάνια με τον ακόλουθο τρόπο: "Εσείς και 'μείς έχουμε κοινούς εχθρούς - είναι οι Γερμανοί και οι μπολσεβίκοι." Φυσικά ο συνδυασμός όλων αυτών δημιουργούσε τις ιδανικότερες συνθήκες για "την πιο πλήρη ελευθερία δράσης" των μπολσεβίκων.

Στις 18 Φεβρουαρίου, ο στρατηγός Γουώκερ δίνει την ακόλουθη διαταγή, υπ. αριθ. 99/6, στη γεωργιανή κυβέρνηση: "Όλοι οι μπολσεβίκοι που εισέρχονται στη Γεωργία θα πρέπει να φυλακίζονται μόνο στο Μσχετ (τη φυλακή της Τυφλίδας) και να φυλάσσονται από ισχυρή φρουρά". Οι μπολσεβίκοι στους οποίους αναφέρεται ζητούσαν να ξεφύγουν από τον Ντενίκιν. Ήδη όμως, στις 25 Φεβρουαρίου, με τη διαταγή 99/9, ο Γουώκερ γράφει: Μετά τη συζήτηση που είχα με την εξοχότητά του τον κ. Ζορντάνια, έφτασα στο συμπέρασμα ότι θα είναι απαραίτητο στο μέλλον να εμποδιστεί η είσοδος μπολσεβίκων από τον κεντρικό δρόμο." Η φυλάκιση των μπολσεβίκων προσφύγων στο Μσχετ τουλάχιστον προστάτευε τη ζωή τους για ένα διάστημα. Ο Γουώκερ είχε "φτάσει στο συμπέρασμα" ότι ήταν καλύτερο να τους κλείσουν το δρόμο της διαφυγής, ξαναρίχνοντάς τους έτσι στα χέρια των εκτελεστών του Ντενίκιν. Αν ο ʼρθουρ Χέντερσον μπορεί να ξεκλέψει κάποιες στιγμές από την επίμοχθη εργασία του να εκθέτει τις βιαιοπραγίες της σοβιετικής κυβέρνησης και από τις λειτουργίες της αδελφότητάς του, θα ήταν καλό να έχει μια ανταλλαγή απόψεων με το Φόρεστερ Γουώκερ πάνω σ' αυτό το ζήτημα.

Το ζήτημα δεν περιορίστηκε σε συζητήσεις και αλληλογραφία ανάμεσα στις εξοχότητές τους. Ήδη από τις 8 Απριλίου, κατά διαταγή του συνταγματάρχη Τσερετέλι, 42 άτομα, μεταξύ των οποίων κομισάριοι των σοβιέτ της δημοκρατίας του Τερέκ, οι γυναίκες και τα παιδιά τους, κόκκινοι στρατιώτες και άλλοι πρόσφυγες, κρατήθηκαν από τους Γεωργιανούς φρουρούς στο φρούριο του Νταρυάλ και αφού υποβλήθηκαν σε προσβολές, επιθέσεις και χτυπήματα, οδηγήθηκαν πίσω στα εδάφη που έλεγχε ο Ντενίκιν. Ο Ζορντάνια προσπάθησε κατόπιν εορτής να ρίξει την ευθύνη γι' αυτό το αθώο γεγονός στο συνταγματάρχη Τσερετέλι. Όμως ο τελευταίος δεν έκανε τίποτα άλλο από το να εφαρμόσει τη μυστική συμφωνία ανάμεσα στο Ζορντάνια και το Γουώκερ. Είναι γεγονός ότι η διαταγή 99/9 δεν αναφέρει χτυπήματα με τον υποκόπανο και με στειλιάρια στο στήθος και το κεφάλι, αλλά με ποιόν άλλο τρόπο θα μπορούσε κανείς να διώξει ανθρώπους εξαντλημένους και πανικόβλητους, τρελαμένους από την απελπισία, που ζητούν καταφύγιο από σίγουρο θάνατο; Ο συνταγματάρχης Τσερετέλι είχε χωρίς αμφιβολία μάθει το μάθημα που του δίδαξε ο πιο επιφανής συνονόματός του, ότι η "ατολμία και διστακτικότητα της δημοκρατίας" στη μάχη με το μπολσεβικισμό μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή το κράτος και το έθνος.

Έτσι από την αρχή κιόλας ο ορκισμένος πόλεμος ενάντια στον κομουνισμό είχε αποτελέσει το θεμέλιο της Γεωργιανής Δημοκρατίας. Οι κομματικοί ηγέτες και τα μέλη της κυβέρνησης είχαν κάνει την "αμείλικτη κατάπνιξη του μπολσεβικισμού" ακρογωνιαίο λίθο του προγράμματός τους. Σ' αυτό το καθήκον υποτάχθηκαν τα σπουδαιότερα όργανα του κράτους: το Ειδικό Απόσπασμα, η Εθνοφρουρά και η Πολιτοφυλακή. Οι Γερμανοί, και μετά απ' αυτούς οι Βρετανοί αξιωματικοί - οι πραγματικοί κυρίαρχοι της Γεωργίας εκείνη την περίοδο - συμφωνούσαν απόλυτα μ' αυτό το τμήμα του σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος. Κομουνιστικές εφημερίδες υποχρεώθηκαν με τη βία να κλείσουν, συγκεντρώσεις διαλύθηκαν με πυροβολισμούς, επαναστατημένα χωριά στα οποία ηγούνταν μπολσεβίκοι πυρπολήθηκαν. Το Ειδικό Απόσπασμα έκανε μαζικές εκτελέσεις ηγετών. Το Μσχετ είχε γεμίσει με φυλακισμένους κομουνιστές, μπολσεβίκοι πρόσφυγες παραδινόντουσαν στον Ντενίκιν. Στη διάρκεια ενός μήνα, του Οχτώβρη του 1919, πάνω από 30 μπολσεβίκοι τουφεκίστηκαν στη Γεωργία σύμφωνα με δήλωση του τότε υπουργού εσωτερικών. Από κάθε άλλη άποψη, μαθαίνουμε από τα χείλη του ευλαβούς Κάουτσκυ, το Κομουνιστικό Κόμμα στη Γεωργία απολάμβανε "την πιο πλήρη ελευθερία δράσης".

Είναι αλήθεια ότι, τον καιρό της επίσκεψης του Κάουτσκυ στην Τυφλίδα, οι Γεωργιανοί κομουνιστές είχαν νόμιμο τύπο, και απολάμβαναν ένα είδος ελευθερίας δράσης, που βέβαια σε καμιά περίπτωση δε θα μπορούσε να ονομαστεί "η πιο πλήρης". Αλλά εδώ πρέπει να προστεθεί ότι αυτό το προσωρινό καθεστώς εγκαθιδρύθηκε αφού είχαμε νικήσει τον Ντενίκιν και σαν αποτέλεσμα του σοβιετικού τελεσιγράφου που οδήγησε στη σύναψη της συνθήκης ειρήνης ανάμεσα στη Σοβιετική Ρωσία και τη Γεωργία στις 3 Μαΐου 1920. Ολόκληρη την περίοδο μεταξύ του Φλεβάρη 1918 και του Ιούνη 1920, το Κομουνιστικό Κόμμα της Γεωργίας ήταν υποχρεωμένο να δρα στην παρανομία.

Αυτό σημαίνει ότι τα σοβιέτ το 1920 επενέβησαν στα εσωτερικά μίας "δημοκρατίας", και μάλιστα "ουδέτερης"; Αλίμονο, αυτό δε μπορούμε να το αρνηθούμε! Ο στρατηγός Φον Κρες απαίτησε να δοθεί στους Γεωργιανούς ευγενείς η ελευθερία αντεπαναστατικής δράσης. Ο στρατηγός Γουώκερ απαίτησε οι κομουνιστές να φυλακιστούν στο Μσχετ ή να χτυπηθούν με υποκόπανους και να δοθούν πίσω στον Ντενίκιν. Εμείς απ' τη μεριά μας, τσακίσαμε τον Ντενίκιν, πλησιάσαμε τα σύνορα της Γεωργίας και απαιτήσαμε να δοθεί ελευθερία δράσης στους κομουνιστές στο βαθμό που η δράση τους δεν προσανατολιζόταν προς ένοπλη εξέγερση.

Ζούμε σε έναν κάθε άλλο παρά τέλειο κόσμο, κ. Χέντερσον! Η κυβέρνηση της Γεωργίας βρέθηκε υποχρεωμένη να δεχτεί την απαίτησή μας και, σύμφωνα με την επίσημη δήλωσή της, απελευθέρωσε αμέσως από τις φυλακές της πάνω από 900 μπολσεβίκους[49].

Δεν είναι βέβαια ιδιαίτερα εντυπωσιακός αριθμός. Όμως πρέπει κανείς να πάρει υπόψη του το συνολικό αριθμό του πληθυσμού. Αν για λόγους δικαιοσύνης - Ω, ναι κυρία Σνόουντεν, ακόμη και οι δικές μας καρδιές δεν είναι κουφές στη δικαιοσύνη - εφήρμοζε κανείς τη γεωργιανή αναλογία (900 φυλακισμένοι σε συνολικό πληθυσμό 2,5 εκατομμυρίων) στη Σοβιετική Ομοσπονδία, θα σήμαινε ότι έχουμε δικαίωμα να βάλουμε στις φυλακές της Σοβιετικής Ομοσπονδίας γύρω στις 45.000 μενσεβίκους. Πιστεύω ότι στις πιο οξείες και κρίσιμες στιγμές της επανάστασης, που συνοδευόντουσαν πάντα από ένταση των εχθρικών δραστηριοτήτων από μεριάς των μενσεβίκων, ποτέ δε φτάσαμε έστω και το ένα δέκατο αυτού του εντυπωσιακού αριθμού. Και καθώς σε όλο το σοβιετικό έδαφος δε θα μπορούσε κανείς να βρει 45.000 μενσεβίκους, μπορούμε με ασφάλεια να εγγυηθούμε ότι η πρακτική μας ποτέ δε θα ξεπεράσει το βαθμό καταπίεσης που καθιερώθηκε από το Ζορντάνια και τον Τσερετέλι και πήρε την έγκριση των φωστήρων της Δεύτερης Διεθνούς.

Το Μάιο λοιπόν, με μεθόδους εμφυλίου πολέμου, υποχρεώσαμε τη γεωργιανή κυβέρνηση να νομιμοποιήσει το Κομουνιστικό Κόμμα. Αυτοί που είχαν εκτελεστεί δε μπορούσαν βέβαια να αναστηθούν, αλλά οι φυλακισμένοι ελευθερώθηκαν. Αν η δημοκρατία έγινε λίγο πιο δημοκρατική, αυτό έγινε όπως είδαμε μόνο κάτω από τη γροθιά της προλεταριακής δικτατορίας. "Η επαναστατική γροθιά σα δημοκρατικό όπλο" - να ένα περίφημο θέμα για ένα κυριακάτικο κήρυγμα, κ. Χέντερσον.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι η γεωργιανή πολιτική μετά τα μέσα του 1920 έκανε μία καινούρια αρχή, με την έννοια της προσέγγισης με τους μπολσεβίκους; Ούτε στο ελάχιστο. Η μενσεβίκικη κυβέρνηση πέρασε μία περίοδο μεγάλου φόβου την άνοιξη του 1920 και υποχώρησε. Αλλά όταν βεβαιώθηκε, όχι χωρίς έκπληξη, ότι η υψωμένη γροθιά δεν επρόκειτο να πέσει στο κεφάλι της, έφτασε στο συμπέρασμα ότι είχε υπερτιμήσει τον κίνδυνο, και άρχισε να υπαναχωρεί εφ' όλης της ύλης.

Πρώτ' απ' όλα τα κατασταλτικά μέσα ενάντια στους κομουνιστές ανανεώθηκαν. Ο διπλωματικός μας αντιπρόσωπος, με μια σειρά επιστολές που είναι εξαιρετικά κουραστικές και μονότονες στην ανάγνωση, διαμαρτυρήθηκε ενάντια στο κλείσιμο των εφημερίδων, τις συλλήψεις και αρπαγές κομματικής περιουσίας κλπ. Αλλά αυτές οι διαμαρτυρίες δεν είχαν αποτέλεσμα. Η γεωργιανή κυβέρνηση είχε τώρα γίνει εξαιρετικά επίμονη, συνεργαζόταν με τον Βράγγελ, στήριζε τις ελπίδες της στην Πολωνία, και έτσι έφερνε πιο κοντά το τέλος της...

Για να συνοψίσουμε: πού διέφερε η μενσεβίκικη "δημοκρατία" από τη μπολσεβίκικη δικτατορία; Πρώτον, το μενσεβίκικο τρομοκρατικό καθεστώς, ενώ αντέγραφε πολλές από τις μεθόδους των μπολσεβίκων, στόχευε στη διατήρηση του θεσμού της ατομικής ιδιοκτησίας και τη συμμαχία με τον ιμπεριαλισμό. Η σοβιετική δικτατορία ήταν και παραμένει ο οργανωμένος αγώνας για τη σοσιαλιστική ανοικοδόμηση της κοινωνίας σε συμμαχία με το επαναστατικό προλεταριάτο. Δεύτερον, η σοβιετική δικτατορία των μπολσεβίκων αντλεί τη δικαίωσή της από την ιστορική της αποστολή και της συνθήκες της δημιουργίας της, και γι' αυτό δρα ανοιχτά. Ενώ το μενσεβίκικο καθεστώς με την τρομοκρατία και τη δημοκρατία του, είναι ο ανόσιος καρπός του γάμου της σκληρότητας με την υποκρισία.

Σημειώσεις
[47] Δε θα απαριθμήσουμε εδώ όλες τις αγροτικές εξεγέρσεις που έγιναν στη Γεωργία. Μια σύντομη περίληψη του κινήματος δίνεται σ' ένα άρθρο του συντρόφου Μίσα Τσακάγια (Κομουνιστική Διεθνής, Νο 18, σελ. 571) (Λ.Τ.)

[48] Τσεκά: Η "Παν-ρωσική Έκτακτη Επιτροπή", γνωστή σαν Τσεκά από τα αρχικά της, συστάθηκε το 1917 με σκοπό να καταπολεμήσει τις αντεπαναστατικές συνομωσίες. Το 1918, μετά την απόπειρα κατά του Λένιν, εντάθηκαν κατά πολύ οι δραστηριότητές της. Επικεφαλής της ήταν ο Φ. Σ. Τζερζίνσκυ. Εξέλιξή της αποτέλεσαν η Γκε Πε Ου και η Κα Γκε Μπε. (σ.τ.μ.)

[49] Επιστολή του Γεωργιανού Υπουργού Εξωτερικών, 30 Ιουνίου 1920. Νο. 5171. (Λ.Τ.)

Η περίοδος της σύνεσης
Η στρατιωτική ήττα των κεντρικών αυτοκρατοριών και η επανάσταση στη Γερμανία επέφεραν μια τεράστια αλλαγή στην παγκόσμια κατάσταση. Οι πολιτικοί της Τυφλίδας έψαχναν για καινούριο προσανατολισμό. Υιοθέτησαν τις υποκλίσεις μπροστά στους Σύμμαχους σαν την απλούστερη μορφή του. Ήταν όμως ανήσυχοι για το μέλλον. Η συμμαχία υποτέλειας με τους Γερμανούς είχε για ένα διάστημα δώσει ασφαλείς εγγυήσεις για την ακεραιότητα της Γεωργίας, δεδομένου ότι η Γερμανία στραγγάλιζε τη Σοβιετική Ρωσία με τη συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ και ότι η πτώση της τελευταίας φαινόταν αναπόφευκτη. Αλλά μια τέτοια σχέση υποτέλειας με τη Μεγάλη Βρετανία δεν έδινε τέτοιες εγγυήσεις. Η Σοβιετική Ρωσία βρισκόταν σε κατάσταση πολέμου με τη Βρετανία και, ανεξάρτητα από την τελική του έκβαση, η Γεωργία θα μπορούσε εύκολα να δεχτεί το θανάσιμο χτύπημα σε κάποια από τις καμπές του πολέμου. Μια νίκη της Αντάντ σήμαινε νίκη του Ντενίκιν, και κατά συνέπεια την κατάργηση της κυριαρχίας των μενσεβίκων. Εν τω μεταξύ το 1919 η εκστρατεία του Ντενίκιν σημείωνε μεγάλη επιτυχία. Η νίκη της σοβιετικής εξουσίας εμπεριείχε επίσης κινδύνους, αλλά το 1919 οι σοβιετικές δυνάμεις εκδιώχθηκαν από τον Καύκασο. Οι πολιτικοί της Τυφλίδας άρχισαν να γίνονται πιο προσεκτικοί και να προσπαθούν να κρύψουν τις διασυνδέσεις τους με την αντεπανάσταση, αλλά όχι πιο οξυδερκείς ή πιο τίμιοι. Επίσης, η γενικότερη τάση του εργατικού κινήματος στην Ευρώπη δεν μπορούσε παρά να προκαλεί κάποια αηδία στα μενσεβίκικα μυαλά. Το 1919 ήταν μια χρονιά θυελλωδών επαναστατικών εκρήξεων. Οι θρόνοι των Χοενζόλλερν και των Αψβούργων είχαν ανατραπεί, και ο πολύ ισχυρότερος θρόνος της αστικής τάξης τρίκλιζε. Τα κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς άνοιγαν στις ραφές τους. Οι Ρώσοι μενσεβίκοι, χωρίς να σταματάνε να αποκηρύσσουν τους κομουνιστές, άρχισαν να μιλάνε για την "περίοδο της κοινωνικής επανάστασης", εγκατέλειψαν με μια κατάλληλη δικαιολογία το σύνθημα της Συντακτικής Συνέλευσης και καταδίκασαν τους Γεωργιανούς ομοίους τους για την πολιτική τους συμμαχία με τον αγγλο-αμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Αυτά τα ανησυχητικά συμπτώματα απαιτούσαν επίσης μεγαλύτερη σύνεση.

Με εξαίρεση την αρχή του χρόνου, οι Γεωργιανοί μενσεβίκοι το 1919 δε βιάστηκαν να υποστηρίξουν τον Ντενίκιν με δική τους πρωτοβουλία, και άλλωστε δεν χρειαζόταν την υποστήριξή τους τόσο όσο άλλοτε. Ούτε καυχιόντουσαν πια για την υποστήριξη που έδιναν στους λευκοφρουρούς. Αντίθετα, με έντεχνο τρόπο έκαναν να φαίνεται ότι αυτή η υποστήριξη δινόταν κάτω από την αφόρητη πίεση των Βρετανών αξιωματικών. Αυτό βέβαια δεν έδωσε στη συνεργασία τους με την Αντάντ το χαρακτήρα ενός επαγγελματικού συμβιβασμού ανάμεσα σε δύο εχθρικές πλευρές. Διατήρησε απόλυτα το χαρακτήρα της πνευματικής και πολιτικής δουλείας και εξάρτησης. Μετέφραζαν την απελευθερωτική ρητορική και τις μπαγιάτικες κοινοτοπίες του Ουίλσον στη γλώσσα του Γεωργιανού μενσεβικισμού και υποκλινόντουσαν μπροστά στο μεγαλείο της ιδέας της Κοινωνίας των Εθνών. Στην πράξη γίνανε επιφυλακτικότεροι αλλά όχι τιμιότεροι.

Έχουμε μια έντονη υποψία ότι η κα Σνόουντεν φλέγεται από περιέργεια να μάθει πως εμείς, που αρνούμαστε το Θεό και τις Εντολές του, αντιλαμβανόμαστε την 'τιμιότητα'. Υποψιαζόμαστε ακόμη ότι ο κ. Χέντερσον μας θέτει το ίδιο ερώτημα, όχι χωρίς κάποια δόση ειρωνείας - αν βέβαια η ειρωνεία μπορεί να συμβαδίζει με την ευλάβεια.

Παραδεχόμαστε ταπεινά ότι δεν είμαστε εξοικειωμένοι με την Απόλυτη Ηθική, του Πάπα, της εκκλησίας, των πανεπιστημίων, του Βατικανού, της Croix ή του Pelerin. Η κατηγορική προσταγή του Καντ, η μετουσίωση του Χριστού με όλα τα γνωρίσματα που της έδωσαν η τέχνη και ο θρησκευτικός μύθος μας είναι τόσο ξένες όσο και η αιώνια ηθική που ανακάλυψε πάνω στο Σινά αυτό το πρότυπο βιαιότητας και πανουργίας, ο γερο-Μωυσής. Η ηθική είναι λειτουργία της ζωντανής ανθρώπινης κοινωνίας. Δεν έχει τίποτα το απόλυτο, γιατί αλλάζει με την πρόοδο αυτής της κοινωνίας, και χρησιμεύει σαν έκφραση των συμφερόντων των τάξεών της, κυρίως των κυρίαρχων τάξεων. Η επίσημη ηθική είναι ένα χαλινάρι για τη συγκράτηση των καταπιεσμένων. Στην πορεία του αγώνα η εργατική τάξη έχει αναπτύξει τη δική της επαναστατική ηθική, που ξεκίνησε εκθρονίζοντας το Θεό και όλα τα απόλυτα πρότυπα. Αλλά αντιλαμβανόμαστε σαν τιμιότητα τη συνέπεια των λόγων με τις πράξεις μπροστά στην εργατική τάξη, με στόχο την επίτευξη του τελικού σκοπού του κινήματος και του αγώνα μας: την απελευθέρωση της ανθρωπότητας μέσω της κοινωνικής επανάστασης. Για παράδειγμα δε λέμε ότι δεν πρέπει κανείς να εξαπατά ή να είναι πανούργος, ότι πρέπει να αγαπάει τους εχθρούς του κλπ, γιατί τέτοια ανώτερη ηθική είναι προφανώς προσιτή μόνο σε βαθιά θρησκευόμενους πολιτικούς άνδρες όπως ο λόρδος Κέρζον, ο λόρδος Νόρθκλιφ και ο κ. Χέντερσον. Μισούμε και περιφρονούμε τους εχθρούς μας, ανάλογα με το τι αξίζει στον καθένα. Τους νικάμε ή τους εξαπατούμε, ανάλογα με τις συνθήκες, και ακόμη και όταν ερχόμαστε σε κάποια συνεννόηση μαζί τους, δε μας παρασέρνει ένα κύμα μεγαλόψυχης αγάπης που να μας κάνει να τους τα συγχωρούμε όλα. Αλλά πιστεύουμε βαθιά ότι δεν πρέπει κανείς να εξαπατά τις μάζες και ότι δεν πρέπει να τις παραπλανεί σε σχέση με τους σκοπούς και τις μεθόδους της ίδιας τους της πάλης. Η προλεταριακή επανάσταση βασίζεται αποκλειστικά στην ανάπτυξη της προλεταριακής συνείδησης και στην πίστη του προλεταριάτου στη δύναμή του και στο κόμμα που το οδηγεί. Μπορεί κανείς να παίζει διπλό παιχνίδι με τους εχθρούς του προλεταριάτου, αλλά όχι με το ίδιο το προλεταριάτο. Το κόμμα μας έχει κάνει λάθη, μαζί με τις μάζες στην ηγεσία των οποίων βρισκόταν. Πάντοτε παραδεχτήκαμε ανοιχτά αυτά τα λάθη στις μάζες και, μαζί τους, κάναμε τις απαραίτητες διορθώσεις. Αυτό που οι θιασώτες της νομιμότητας αρέσκονται να αποκαλούν δημαγωγία είναι απλά ειλικρίνεια, πολύ απλά και πολύ δυνατά εκφρασμένη. Αυτή, κα Σνόουντεν, είναι η αντίληψή μας για την τιμιότητα.

Το σύνολο της πολιτικής των Γεωργιανών μενσεβίκων ήταν μια σειρά απατεωνίστικα κόλπα και μικροπανουργίες με σκοπό όχι μόνο να ξεγελάσουν τον εχθρό αλλά και να αποκοιμίσουν τις μάζες. Οι μπολσεβίκικες τάσεις επικρατούσαν ανάμεσα στους εργάτες και τους αγρότες, ακόμη και στους μενσεβίκους εργάτες. Καταπνίχτηκαν με τη βία. Την ίδια στιγμή αποπροσανατόλιζαν τις μάζες, παρουσιάζοντάς τους εχθρούς τους σα φίλους. Ο Φον Κρες παρουσιαζόταν σε αυτές σα φίλος τους και ο Γουώκερ σαν προστάτης της δημοκρατίας. Η συνεργασία με τους Ρώσους λευκοφρουρούς γινόταν πότε φανερά για να ευχαριστήσει την Αντάντ και πότε κρυφά για να μην τρομάξουν τις μάζες.

Το 1919 ήταν για τους Γεωργιανούς μενσεβίκους μια χρονιά εξαιρετικής σύνεσης και μυστικότητας, αλλά παρ' όλα αυτά η πολιτική τους δεν ήταν έστω και στο ελάχιστο εντιμότερη.

Η Γεωργία και ο Βράγγελ
Στη διάρκεια του τελευταίου μήνα του 1919 επήλθε μια ριζική αλλαγή στη στρατιωτική κατάσταση της Σοβιετικής Ομοσπονδίας. Ο Γιουντένιτς είχε εκμηδενιστεί, και ο Ντενίκιν είχε αρχικά εκδιωχθεί προς το Νότο και μετά νικηθεί ολοκληρωτικά. Προς το τέλος του χρόνου οι δυνάμεις του Ντενίκιν είχαν διασπαστεί σε πολυάριθμες ομάδες με σπασμένο ηθικό. Οι διαθέσεις της Αντάντ απέναντι στους λευκοφρουρούς έδειχναν να έχουν κρυώσει. Η ακραία πτέρυγα των Αγγλο-Γάλλων θιασωτών της επέμβασης είχε μεταφέρει την προσοχή της στις χώρες των συνόρων. Η Πολωνία επρόκειτο να πάρει την πρώτη θέση στις περιοδικές επιθέσεις ενάντια στη Σοβιετική Ρωσία. Αυτό το νέο σχέδιο επέτρεπε στην αγγλο-γαλλική διπλωματία να πάρει τις αποστάσεις της από τις ιμπεριαλιστικές βλέψεις των Ρώσων λευκοφρουρών και της έδινε τη δυνατότητα να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Γεωργίας.

Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, η σοβιετική κυβέρνηση πρότεινε στη Γεωργία μία συμμαχία ενάντια στον Ντενίκιν. Υπήρχε ένας διπλός λόγος γι' αυτή την πρόταση: Πρώτον να δώσει στη γεωργιανή κυβέρνηση να καταλάβει ότι, στην περίπτωση που άλλαζε το διεθνή της προσανατολισμό, δε θα χρειαζόταν να στηρίζεται στη στρατιωτική υποστήριξη του Φον Κρες και του στρατηγού Γουώκερ, αλλά θα μπορούσε να έχει την υποστήριξη του Μπουντιένυ[50]. Δεύτερον, να επιταχύνει, με τη βοήθεια της Γεωργίας, τη συντριβή των υπολειμμάτων των δυνάμεων του Ντενίκιν, ώστε να τα εμποδίσει να δημιουργήσουν καινούριο μέτωπο.

Η πρόταση απορρίφθηκε κατηγορηματικά από τη γεωργιανή κυβέρνηση. Μετά απ' όσα έχουμε μάθει για τις σχέσεις της Γεωργίας με τους Γερμανούς, τους Τούρκους, τον Ντενίκιν και τους Βρετανούς, δε χρειάζεται να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία στον υπερβάλλοντα ζήλο του Κάουτσκυ, που εξηγεί την άρνηση της Γεωργίας με την αγωνία της να διατηρήσει την ουδετερότητά της. Ιδιαίτερα αφού ο ίδιος ο Ζορντάνια, που εκείνο τον καιρό με τον ιδρώτα του προσώπου του αποσπούσε την αναγνώριση της Γεωργίας από την Αντάντ, απεκάλυπτε ο ίδιος τα κύρια ελατήρια της μενσεβίκικης πολιτικής.

Στις 14 Γενάρη δήλωσε στη Συντακτική Συνέλευση: "Ξέρετε ότι η Σοβιετική Ρωσία μας πρότεινε μια στρατιωτική συμμαχία. Αρνηθήκαμε κατηγορηματικά. Η απάντησή μας πρέπει να σας γίνει γνωστή. Τι θα σήμαινε μια τέτοια συμμαχία; Θα σήμαινε τη διακοπή των σχέσεών μας με την Ευρώπη... Εδώ χωρίζουν οι δρόμοι της Γεωργίας με τη Ρωσία. Ο δρόμος μας οδηγεί στην Ευρώπη. Της Ρωσίας οδηγεί στην Ασία. Ξέρω ότι οι εχθροί μας θα πουν ότι είμαστε στο πλευρό των ιμπεριαλιστών. Πρέπει λοιπόν να το δηλώσω εδώ απερίφραστα: Προτιμάω τους ιμπεριαλιστές της Δύσης από τους φανατικούς της Ανατολής." Αυτά τα λόγια από το στόμα της κεφαλής της κυβέρνησης σίγουρα δε μπορούν να θεωρηθούν διφορούμενα. Σημαίνουν ότι ο Ζορντάνια άδραξε την ευκαιρία όχι απλά να δηλώσει, αλλά να βροντοφωνάξει, ότι στην καινούρια στρατιωτική εκστρατεία των "ιμπεριαλιστών της Δύσης", η Γεωργία θα ήταν ολόψυχα στο πλευρό του Πιλσούντσκι, του Τάκε Ιονέσκου, του Μιλλεράν και των υπολοίπων. Κανείς δε μπορεί να αρνηθεί στο Ζορντάνια το δικαίωμα να "προτιμάει" την επιτιθέμενη ιμπεριαλιστική Ευρώπη από την αμυνόμενη Σοβιετική Ρωσία. Αλλά σ' αυτή την περίπτωση δεν πρέπει επίσης να αρνηθούν σε μας, τους φανατικούς της Ανατολής, το δικαίωμα να τσακίσουμε, όταν αυτό είναι απαραίτητο, τα αντεπαναστατικά κεφάλια των μικροαστών λακέδων του ιμπεριαλισμού. Γιατί εμείς επίσης μπορούμε να "δηλώσουμε απερίφραστα", ότι προτιμάμε έναν εχθρό με σπασμένο κεφάλι από έναν εχθρό που είναι ικανός να μας επιτεθεί και να μας βλάψει.

Τα τελευταία αποδιοργανωμένα υπολείμματα του στρατού του Ντενίκιν είχαν καταφύγει στην Κριμαία. Τι είναι όμως η Κριμαία; Δεν είναι φρούριο αλλά παγίδα. Το 1919 είχαμε και 'μεις ξεφύγει από την παγίδα στην οποία ο Ντενίκιν, από την Ουκρανία, είχε προσπαθήσει να μας κλείσει εκεί. Παρ' όλα αυτά, ο Βράγγελ εγκαταστάθηκε στην Κριμαία και ξεκίνησε εκεί να φτιάχνει καινούριο στρατό και καινούρια κυβέρνηση. Ο μόνος λόγος που του επέτρεψε να το κάνει αυτό ήταν το ότι ο αγγλο-γαλλικός στόλος ήταν ολοκληρωτικά στη διάθεσή του. Αλλά τα πολεμικά πλοία της Αντάντ, από μόνα τους, δεν έλυναν το πρόβλημα. Εφοδίαζαν τον Βράγγελ με ρούχα, όπλα και μια ορισμένη ποσότητα τροφίμων, αλλά αυτό που χρειαζόταν περισσότερο ήταν άντρες. Και φυσικά τους έπαιρνε σε επαρκείς αριθμούς - από τη Γεωργία. Ακόμη και αν δεν υπήρχε άλλο αμάρτημα στο λογαριασμό της Γεωργίας, αυτό θα ήταν αρκετό για να σφραγίσει τη μοίρα της. Η πίεση της Αντάντ δεν αποτελεί δικαιολογία, καθώς η Γεωργία δεν αντιστεκόταν στην πίεση αυτή αλλά αντίθετα έτρεχε η ίδια να τη συναντήσει. Αλλά, από πολιτική άποψη, το ζήτημα είναι ακόμη απλούστερο και πιο καθαρό. Αν η ανεξαρτησία της Γεωργίας έγκειται μόνο στο γεγονός ότι όταν το ζητούσαν οι Τούρκοι, οι Γερμανοί, οι Αγγλοι ή οι Γάλλοι, υποχρεωνόταν να βάλει φωτιά στο σπίτι της Σοβιετικής Ρωσίας, φυσικά δε θα μπορούσε κανείς να περιμένει να συμφιλιωθούμε με μια τέτοια ανεξαρτησία.

Ο Βράγγελ είχε μπει στην Κριμαία με όχι πολύ πάνω από 15 έως 20 χιλιάδες στρατιώτες. Η επιστράτευση του ντόπιου πληθυσμού δεν αποδείχτηκε ιδιαίτερα πετυχημένη, γιατί οι επιστρατευμένοι δεν είχαν ιδιαίτερη όρεξη να πολεμήσουν και πολλοί απ' αυτούς κατέφευγαν στα βουνά και έφτιαχναν "πράσινα" αποσπάσματα (αγροτικά ληστρικά αποσπάσματα). Εξαιτίας της περιορισμένης φύσης του εδάφους και των πόρων του, ο Βράγγελ είχε ανάγκη από μαχητές πρώτης τάξης. Τέτοιοι ήταν οι λευκοφρουροί αξιωματικοί, οι Εθελοντές και οι πλούσιοι Κοζάκοι, όλοι τους ασυμφιλίωτοι εχθροί της σοβιετικής εξουσίας, που είχαν ήδη περάσει από το σχολείο του εμφύλιου πολέμου κάτω από τη διοίκηση του Κολτσάκ, του Γιουντένιτς και του Ντενίκιν. Τα πλοία της Αντάντ τους έφερναν από κάθε κατεύθυνση, αλλά το κύριο άντρο τους αποδείχτηκε ότι ήταν η Γεωργία. Η δεξιά πτέρυγα του ηττημένου στρατού του Ντενίκιν κατέφυγε στον Καύκασο, κυνηγημένη από το ιππικό μας, και αναζήτησε καταφύγιο μέσα στα σύνορα της μενσεβίκικης δημοκρατίας. Αυτό, φυσικά, δεν έγινε χωρίς να τηρηθεί το τελετουργικό του λεγόμενου διεθνούς δικαίου. Σαν "ουδέτερο κράτος", η Γεωργία δέχτηκε τις δυνάμεις των λευκοφρουρών που υποχωρούσαν, και φυσικά τις έκλεισε σε "στρατόπεδα συγκέντρωσης". Αλλά σαν κράτος που ένοιωθε μεγαλύτερη συγγένεια προς τους δυτικούς ιμπεριαλιστές παρά προς τους φανατικούς της Ανατολής, έφτιαξε τα "στρατόπεδα" με τρόπο που οι λευκοφρουροί να μπορούν να φτάσουν στην Κριμαία χωρίς να χρονοτριβήσουν.

Σύμφωνα με μια προκαταρκτική συμφωνία με τους πράκτορες της Αντάντ (τα αποδεικτικά έγραφα βρίσκονται στην κατοχή μας), η κυβέρνηση των μενσεβίκων μάζεψε προσεκτικά τα υγιή μέλη των δυνάμεων του Ντενίκιν που μπορούσαν να πολεμήσουν και τα συγκέντρωσε στο Πότι, στην ακτή της θάλασσας, απ' όπου τα πήραν τα πλοία της Αντάντ. Για να μην πληγεί η "ουδέτερη" υπόληψη του Πόντιου Ζορντάνια, οι πράκτορες της κυβέρνησής του ζητούσαν από τους καπετάνιους των αγγλικών και γαλλικών πλοίων γραπτές δηλώσεις σύμφωνα με τις οποίες θα πήγαιναν τους πρόσφυγες στην Κωνσταντινούπολη. Και έτσι, αν αντί για την Κωνσταντινούπολη κατέληγαν στη Σεβαστούπολη (στην Κριμαία), αυτό οφειλόταν αποκλειστικά στην ανειλικρίνεια των καπετάνιων αυτών των πλοίων.

Τουλάχιστον 10.000 τέτοιοι επιλεγμένοι άντρες του Ντενίκιν μεταφέρθηκαν στο Πότι. Ανάμεσα στα έγγραφα που βρέθηκαν στη Γεωργία υπάρχουν μερικά πολύ διαφωτιστικά πρακτικά της κυβερνητικής επιτροπής για τους στρατιωτικούς πρόσφυγες. Ο κυβερνήτης του στρατοπέδου συγκέντρωσης, στρατηγός Αρτζαβανίτζε, ανέφερε: "Το στρατόπεδο είναι αυτή τη στιγμή κενό, σαν αποτέλεσμα της αναχώρησης από το Πότι των Εθελοντών". Αποφασίστηκε "να γίνει αποδεκτή η αναφορά".

Αρκετούς μήνες μετά, 6.000 Κοζάκοι μεταφέρθηκαν υπό παρόμοιες συνθήκες, από το Γάγγρι στην Κριμαία, μετά από μία αποτυχημένη απόπειρα κατοχής. Ο επικεφαλής της περιφερειακής πολιτοφυλακής στο Γάγγρι, ο μενσεβίκος Οσίτζε, ένας μικροαξιωματούχος που δεν ήταν μυημένος στα μυστικά της κυβέρνησης της Τυφλίδας, ανέφερε με έκπληξη στην κυβέρνησή του: "αφήσαμε το πεδίο ελεύθερο στους πράκτορες του Βράγγελ συλλαμβάνοντας τους μπολσεβίκους". Αυτά τα δύο σημαντικά γεγονότα συνέβησαν τον Ιούνιο και τον Οχτώβρη, αλλά ήδη από την αρχή του χρόνου η απελευθέρωση των έγκλειστων αξιωματικών του Ντενίκιν και η προώθησή τους στο Μπατούμι ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Αυτό αποδεικνύεται από έγγραφα της Τυφλίδας με ημερομηνία "Ιανουάριος, 1920". Οι στρατολόγοι του Βράγγελ δρούσαν τελείως ανοιχτά και υπήρχε μεγάλη συρροή λευκών αξιωματικών στη Γεωργία, που ανυπομονούσαν για δράση. Εδώ εύρισκαν ένα καλά οργανωμένο λευκό πρακτορείο και μεταφερόντουσαν στην Κριμαία με τη μεγαλύτερη ευκολία. Όποτε χρειαζόταν, η κυβέρνηση της Γεωργίας βοηθούσε οικονομικά.

Νά πως περιέγραψε ο σοσιαλεπαναστάτης Τσάικιν, πρόεδρος της Επιτροπής Απελευθέρωσης της Μαύρης Θάλασσας (μιας οργάνωσης που οργάνωσε την εξέγερση των τοπικών αγροτών ενάντια στον Ντενίκιν), την πολιτική της Γεωργίας, σε επίσημο έγγραφο με αποδέκτη τη Γεωργιανή κυβέρνηση:

"Είναι αυταπόδεικτο ότι πράξεις όπως η ελεύθερη αναχώρηση του στρατηγού Ερντέλι από τη Γεωργία, η άφιξη από την Κριμαία στρατηγών του Ντενίκιν με σκοπό τη στρατολογία οι οποίοι δε συνελήφθησαν κατά την άφιξή τους στη Γεωργία, και τέλος η προπαγάνδα και η εκστρατεία στρατολογίας στο Πότι του στρατηγού Νεβαντόφσκυ και άλλων, χωρίς αμφιβολία αποτελούν παραβίαση της ουδετερότητας της Γεωργίας υπέρ του Εθελοντικού Στρατού (των δυνάμεων του Ντενίκιν) και είναι εχθρικές πράξεις προς τις δυνάμεις αυτές που βρισκόντουσαν σε κατάσταση πολέμου με τον Εθελοντικό Στρατό"

Αυτές οι γραμμές γράφτηκαν στις 23 Απριλίου 1920, πριν δηλαδή τη μαζική μεταφορά επιλεγμένων οπαδών του Βράγγελ από το Πότι στην Κριμαία. Στις 9 Σεπτεμβρίου, ο Γεωργιανός στρατηγός Μντιβάνι ανέφερε στον επικεφαλής της γαλλικής αποστολής ότι οι γεωργιανές αρχές όχι μόνο δεν εμπόδιζαν την αναχώρηση των αντρών του Ντενίκιν, αλλά έδιναν "τη μεγαλύτερη δυνατή βοήθεια, περιλαμβανομένης και οικονομικής βοήθειας προς τους πρόσφυγες, της τάξης των 1.000 έως 15.000 ρουβλίων κατά κεφαλήν". Υπήρχαν συνολικά μεταξύ 25.000 και 30.000 Κοζάκοι και γύρω στις 4.000 εθελοντές του Ντενίκιν στη Γεωργία. Ένας σημαντικός αριθμός από αυτούς μεταφέρθηκε στην Κριμαία.

Η υποστήριξη της Γεωργίας στον Βράγγελ δεν περιορίστηκε σε άντρες, αλλά επεκτάθηκε και στην αποστολή του αναγκαίου στρατιωτικού υλικού. Από τις αρχές του 1919 και μέχρι τη στιγμή της ήττας του Βράγγελ, η Γεωργία τον προμήθευε από τα δικά της αποθέματα με κάρβουνο, πετρέλαιο, βενζίνη γι' αεροπλάνα, κηροζίνη και λιπαντικά. Ακόμη και η συνθήκη με τη Σοβιετική Ρωσία το 1920 δε σταμάτησε αυτές τις δραστηριότητες. Απλά συνέχισαν με μεγαλύτερη μυστικότητα μέσω υποτιθέμενων "ιδιωτών". Στις 8 Ιουλίου το Μπατούμι, που πρακτικά βρισκόταν στα χέρια των Βρετανών, παραδόθηκε στη μενσεβίκικη Γεωργία. Αλλά και ύστερα απ' αυτό, το Μπατούμι συνέχισε να είναι στη διάθεση του Βράγγελ.

Η αποστολή μας, μας έστελνε εκείνη την εποχή λεπτομερείς αναφορές για αυτά τα γεγονότα, και οι αναφορές βρίσκονται τώρα μπροστά μας[51]. Τα έγγραφα που βρέθηκαν αργότερα στο Μπατούμι, την Τυφλίδα και την Κριμαία, επιβεβαιώνουν απόλυτα τις αναφορές αυτές, δίνοντας τα ονόματα των σκαφών, τη φύση των φορτίων τους και τα ονόματα των πρακτόρων (για παράδειγμα του γνωστού εύελπι Παραμόνωφ). Τα σημαντικότερα αποσπάσματα από αυτά τα έγγραφα έχουν ήδη δημοσιευτεί, και πρόκειται σύντομα να δημοσιευτούν και άλλα.

Θα μπορούσε κανείς να αποπειραθεί να απαντήσει στα παραπάνω ότι η Γεωργία δε βοήθησε τον Βράγγελ με το στρατό της. Αλλά αυτό ούτως η άλλως δεν ήταν σε θέση να το κάνει καθώς η καθαρά μενσεβίκικη εθνοφρουρά δεν ήταν αρκετά ισχυρή, και με το ζόρι μπορούσε να επιβάλλει την τάξη στο εσωτερικό. Όσο για τον εθνικό στρατό, ποτέ δεν αποτελούσε μία πραγματική δύναμη, καθώς τα κακοοργανωμένα αποσπάσματά του ήταν πολιτικά αναξιόπιστα και δεν ήταν σε κατάσταση να πολεμήσουν. Αυτός είναι ο λόγος που η κυβέρνηση της Γεωργίας δεν έκανε για τον Βράγγελ αυτό που αργότερα αποδείχτηκε ανίκανη να κάνει για να υπερασπιστεί τον ίδιο της τον εαυτό, δηλαδή να ρίξει στη μάχη ένοπλα σώματα. Αλλά είναι φανερό ότι η Γεωργία έκανε για τον Βράγγελ οτιδήποτε της ήταν δυνατό να κάνει. Μπορεί κανείς να πει χωρίς υπερβολή, ότι η Γεωργία δημιούργησε το στρατό του Βράγγελ. Αυτές οι 30.000 επιλεγμένοι αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και μαχόμενοι Κοζάκοι, που μεταφέρθηκαν από τη Γεωργία στην Κριμαία, έκαψαν πίσω τους τα καράβια τους και πούλησαν ακριβά τα τομάρια τους. Χωρίς αυτούς ο Βράγγελ θα είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει την Κριμαία από το καλοκαίρι. Με τη βοήθειά τους, μπόρεσε να συνεχίσει μέχρι το τέλος του χρόνου, και σε κάποιες περιπτώσεις μας κατάφερε πολύ ισχυρά πλήγματα. Η διάλυση του Βράγγελ απαίτησε μεγάλες θυσίες. Πόσες χιλιάδες νέοι εργάτες και αγρότες δεν έπεσαν στην ευρύτερη περιοχή που καταλήγει στον Ισθμό του Περεκόπ;

Αν δεν υπήρχε η Γεωργία, δε θα υπήρχε ο στρατός του Βράγγελ. Χωρίς τον Βράγγελ δε θα είχε χρειαστεί να διασπάσουμε τις δυνάμεις μας και ίσως η Πολωνία να μην είχε νικήσει. Ακόμη όμως και αν είχε νικήσει, η συμφωνία της Ρίγας θα ήταν διαφορετική. Σε κάθε περίπτωση δε θα είχαμε υποχρεωθεί να εγκαταλείψουμε εκατομμύρια Ουκρανών και Λευκορώσων αγροτών στους Πολωνούς γαιοκτήμονες.

Η Κριμαία για τους Γεωργιανούς μενσεβίκους ήταν ο συνδετικός κρίκος με τους ιμπεριαλιστές της Δύσης - ενάντια στους φανατικούς της Ανατολής. Αυτός ο κρίκος μας κόστισε χιλιάδες ζωές. Αυτό ήταν το τίμημα με το οποίο ο Ζορντάνια εξαγόρασε τη de jure αναγνώριση της ανεξαρτησίας της δημοκρατίας του. Θεωρούμε ότι η τιμή παραήταν ακριβή για τέτοιο σκάρτο εμπόρευμα. Κατά τη διάρκεια του 1920, η Σοβιετική Ομοσπονδία, με το πρόσωπό της στα νοτιο-δυτικά, χτυπούσε στα δυτικά με τη δεξιά γροθιά τον κύριο εχθρό της, την αστική Πολωνία, και με την αριστερή στο Νότο, τον Βράγγελ. Με πλήρη συνείδηση των γεγονότων που αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν είχε κάθε δικαίωμα να δώσει και μια κλωτσιά στο μενσεβίκικο κεφάλι της Γεωργίας; Δεν ήταν αυτή μια νόμιμη πράξη επαναστατικής αυτοάμυνας; Το δικαίωμα στην εθνική αυτοδιάθεση είναι ισοδύναμο με το δικαίωμα να βλάπτεις ατιμώρητα τους γείτονές σου; Αν η Σοβιετική Ρωσία απέφυγε να δώσει το 1920 ένα χτύπημα στη μενσεβίκικη Γεωργία, αυτό δεν οφειλόταν σε καμιά περίπτωση σε οποιεσδήποτε αμφιβολίες για το αν είχε το δικαίωμα να δώσει ένα τέτοιο χτύπημα στον κακοήθη, ασυμφιλίωτο και ύπουλο εχθρό, αλλά σε πολιτικές σκοπιμότητες. Δε θέλαμε να διευκολύνουμε το έργο του Μιλλεράν, του Πιλσούντσκι και του Τσώρτσιλ, που προσπαθούσαν να παρασύρουν σε πόλεμο ενάντιά μας τις χώρες των συνόρων μας. Αντίθετα, προσπαθούσαμε να αποδείξουμε σ' αυτές τις τελευταίες ότι, κάτω από ορισμένους όρους θα μπορούσαν να ζήσουν ειρηνικά πλάι στη Σοβιετική Δημοκρατία. Για να κερδίσουμε με το μέρος μας τις μικρές δημοκρατίες, που τις κυβερνούσαν μικροαστοί με χοντρά κρανία, δεχτήκαμε στη διάρκεια αυτών των χρόνων πάνω από μία φορά να κάνουμε τεράστιες παραχωρήσεις και να δείξουμε πολύ μεγάλη επιείκεια. Για να πάρουμε ένα πρόσφατο παράδειγμα, η περιπέτεια της Φιλανδικής αστικής τάξης στην Καρέλια δε μας έδινε κάθε δικαίωμα για μια ένοπλη εισβολή στη Φιλανδία; Ο λόγος που δεν εισβάλαμε, δεν ήταν ότι δεν είχαμε κάθε δικαίωμα να το κάνουμε, αλλά επειδή, από την ίδια τη φύση της πολιτικής μας, καταφεύγουμε στην ένοπλη βία μόνο όταν δε μας απομένει άλλος δρόμος.

Σημειώσεις
[50]: Μπουντιένυ, Σεμέν Μιχαήλοβιτς (1883-1973): Λοχίας του τσαρικού στρατού, μετά την επανάσταση του Φλεβάρη 1917 έγινε μέλος του σοβιέτ του συντάγματός του. Το 1919 προσχώρησε στους μπολσεβίκους. Πολέμησε ενάντια στον Ντενίκιν και τον Βράγγελ επικεφαλής της 1ης στρατιάς ιππικού. Το 1922 διορίστηκε ανώτατος διοικητής του ιππικού του Κόκκινου Στρατού. Υποστηρικτής του Στάλιν από την εποχή του εμφύλιου πολέμου, το 1934 έγινε μέλος της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΣΕ. Συμμετείχε στο στρατοδικείο που οργάνωσε τις εκκαθαρίσεις των στρατηγών. (σ.τ.μ.)

[51]: Σαν παράδειγμα παραθέτουμε από μία από αυτές τις αναφορές, με ημερομηνία 14 Ιουλίου: "Στην αρχή της προηγούμενης βδομάδας τα ακόλουθα σκάφη, γεμάτα πολεμικό υλικό, αναχώρησαν για την Κριμαία: Βοζροσντένιε, Ντόνετς και Κίεβ. Στις 7 έφυγε το Μαργαρίτα με φορτίο πυρομαχικά και οχήματα, το Ζάρκι με σφαίρες και το υποβρύχιο Ούτκα. Σ' αυτά τα οχήματα επέβαιναν πάνω από 2.000 εθελοντές και οι επίσημοι εκπρόσωποι του Εθελοντικού Στρατού, με επικεφαλής το στρατηγό Ντρατσένκο..." (Λ.Τ.)

Η λύση του δράματος
Ενώ εφοδίαζε τον Βράγγελ με άντρες και πολεμικό υλικό το 1920, η Γεωργία ήταν ταυτόχρονα κέντρο συνωμοσιών των διαφόρων Ρώσων, και κυρίως Καυκάσιων, λευκοφρουρών. Λειτουργούσε σα μεσάζων ανάμεσα στον Πετλούρα, την Ουκρανία, το Κουμπάν, το Νταγκεστάν, και τις αντεπαναστατικές ορεινές φυλές. Μετά την ήττα τους, όλοι αυτοί βρήκαν καταφύγιο στη μενσεβίκικη Γεωργία και εγκατέστησαν εκεί τα αρχηγεία τους για να συνεχίσουν τις δραστηριότητές τους. Από τη Γεωργία κατεύθυναν τα αντεπαναστατικά αποσπάσματα στο έδαφος της ρώσικης σοβιετικής δημοκρατίας από τους ακόλουθους δρόμους: 1)Σουχούμι-Κάλε-Μαρούχ και μετά στις πηγές του Κουμπάν και του Λάμπα. 2) Σουχούμι-Κάλε-Γάγγρι-ʼντλερ-Κράσναγια Πολιάνα, ʼισχα, πηγές του Λάμπα και 3) Κουτάις-Ονι-Νάλτσικ.

Δρούσαν με κάποια μυστικότητα, αλλά μόνο όσο χρειαζόταν για να διατηρούν κάποια διπλωματική ευπρέπεια, ενώ όλες τους οι κινήσεις γινόντουσαν εν γνώσει του γεωργιανού Ειδικού Αποσπάσματος. "Η παρουσία μου στη Γεωργία", έγραφε ένας λευκοφρουρός υπολοχαγός στο Ειδικό Απόσπασμα στις 12 Νοεμβρίου 1920, "δε θα δημιουργήσει οποιουδήποτε είδους δυσκολίες με τη σοβιετική αντιπροσωπεία, καθώς η δουλειά μου θα συνεχιστεί με ακόμη μεγαλύτερη μυστικότητα. Αν χρειάζονται εγγυητές για την αξιοπιστία μου, μπορώ να υποδείξω επαρκή αριθμό επιφανών Γεωργιανών." Το έγγραφο αυτό βρέθηκε μεταξύ άλλων στα μενσεβίκικα αρχεία από την επιτροπή που διόρισε η Κομουνιστική Διεθνής. Οι μυστικές οργανώσεις των λευκοφρουρών συνδεόντουσαν στενά με τις αποστολές της Αντάντ, και ειδικότερα με τα τμήματα πληροφοριών τους. Αν ο Χέντερσον έχει την παραμικρή αμφιβολία σ' αυτό το ζήτημα, μπορεί να βρει επαρκείς πληροφορίες στα αρχεία της βρετανικής υπηρεσίας πληροφοριών. Ειλικρινά ελπίζουμε ότι η φήμη που έχει για τον πατριωτισμό του θα κάνει όλες τις πόρτες ν' ανοίξουν μπροστά του σ' αυτό το άγιο των αγίων.

Εκείνη την εποχή, το Μπατούμι ήταν το σημαντικότερο κέντρο για τις δολοπλοκίες και τις συνομωσίες της Αντάντ και των υποτελών της. Τον Ιούλιο του 1920, η Μεγάλη Βρετανία παρέδωσε το Μπατούμι στη μενσεβίκικη Γεωργία, η οποία αμέσως βρέθηκε υποχρεωμένη να βρει το δρόμο προς τις καρδιές του πληθυσμού της Ατζαρίας με τη βοήθεια πυροβολικού. Εγκαταλείποντας το Μπατούμι αφού πρώτα κατέστρεψαν τις ναυτικές οχυρώσεις του, η βρετανική διοίκηση απέδειξε την απόλυτη εμπιστοσύνη της στην καλή θέληση της Γεωργίας προς τον Βράγγελ.

Η πανωλεθρία του στρατού του Βράγγελ άλλαξε ραγδαία την κατάσταση, γιατί οι στρατηγοί και οι διπλωμάτες της Αντάντ γνώριζαν πολύ καλά την πραγματική φύση των σχέσεων ανάμεσα στη Γεωργία, τον Βράγγελ και τη Σοβιετική Δημοκρατία για να έχουν την οποιαδήποτε αμφιβολία σε σχέση με την απελπιστική κατάσταση στην οποία βρισκόντουσαν οι Γεωργιανοί μενσεβίκοι από τη στιγμή που βγήκε απ' τη μέση ο Βράγγελ. Μπορεί επίσης κανείς να το θεωρήσει δεδομένο ότι οι ίδιοι οι Γεωργιανοί δεν παρέμειναν σιωπηλοί αλλά ζητούσαν "εγγυήσεις". Οι κυβερνώντες βρετανικοί κύκλοι έθεσαν το ζήτημα της επανάληψης της κατοχής του Μπατούμι, με το κάλυμμα της "ενοικίασης", του "ελεύθερου λιμανιού", ή κάποιας τέτοιας ετικέτας, απ' τις οποίες οι διπλωμάτες έχουν τόσες, όσα αντικλείδια έχουν και οι διαρρήκτες. Ο τύπος της Γεωργίας ανέφερε την κατοχή με φανερή ικανοποίηση, αντί να δείχνει ανήσυχος. Ήταν αυτονόητο ότι εξεταζόταν η δημιουργία ενός καινούριου μετώπου εναντίον μας, γι' αυτό και δηλώσαμε ότι θα θεωρούσαμε την κατοχή του Μπατούμι από τους Βρετανούς σαν πολεμική ενέργεια.

Εκείνη περίπου την εποχή η μοίρα της ανεξάρτητης Γεωργίας άρχισε να ξυπνά το ενδιαφέρον της αναγνωρισμένης προστάτιδας των αδυνάτων, της Γαλλίας του Μιλλεράν. Κατά την άφιξή του, ο "Ανώτατος Επίτροπος της Υπερκαυκασίας", κ. Αμπέλ Σεβαλιέ, βιάστηκε να στείλει το ακόλουθο μήνυμα μέσω του γεωργιανού τηλεγραφικού πρακτορείου: "Οι Γάλλοι τρέφουν αδελφική στοργή για τη Γεωργία, και χαίρομαι ιδιαίτερα που μπορώ να το δηλώσω ευρέως. Τα συμφέροντα της Γαλλίας ταυτίζονται απολύτως με της Γεωργίας...". Τα συμφέροντα της Γαλλίας που είχαν περικυκλώσει τη Ρωσία με έναν αποκλεισμό πείνας και είχαν αμολήσει μια σειρά τσαρικούς στρατηγούς εναντίον της, "ταυτιζόντουσαν απόλυτα" με αυτά της δημοκρατικής Γεωργίας. Είναι αλήθεια ότι μετά από μερικούς λυρικούς και μάλλον ανόητους λόγους για την ένθερμη αγάπη των Γάλλων προς τους Γεωργιανούς, ο κ. Σεβαλιέ, όπως άρμοζε σε έναν εκπρόσωπο της Τρίτης Δημοκρατίας, εξήγησε ότι "όλα τα κράτη αυτή τη στιγμή έχουν μεγάλη ανάγκη από πρώτες ύλες και βιομηχανικά προϊόντα, και η Γεωργία είναι ένας σημαντικός και φυσικός δρόμος ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση." Μ' άλλα λόγια, η έλξη που ασκούσαν οι Γεωργιανοί προς τους συναισθηματικούς φίλους του κ. Μιλλεράν οφειλόταν όχι τόσο στην αγάπη όσο στη μυρωδιά του πετρελαίου του Μπακού.

Σχεδόν κατά πόδα ακολούθησε τον Σεβαλιέ ο Γάλλος ναύαρχος Ντυμενίλ. Οι δηλώσεις ένθερμης αγάπης αυτού του θαλασσινού προς τους συμπατριώτες του Ζορντάνια δεν υστερούσαν σε τίποτα σε σχέση με αυτές του στεριανού διπλωμάτη. Την ίδια στιγμή ο ναύαρχος δήλωσε ότι καθώς η Γαλλία δεν ενεθάρρυνε την "αρπαγή της ιδιοκτησίας άλλων" (ποιος θα το φανταζόταν;), αυτός, ο Ντυμενίλ, όντας στο έδαφος της ανεξάρτητης Γεωργίας, δε θα επέτρεπε στη σοβιετική κυβέρνηση να αρπάξει τα Ρώσικα πλοία που βρισκόντουσαν τότε στο λιμάνι της "ανεξάρτητης" Γεωργίας και που προοριζόντουσαν για τον Βράγγελ ή τους διαδόχους του. Περίεργα μονοπάτια ακολουθεί πράγματι μερικές φορές η δικαιοσύνη!

Η συνεργασία των εκπροσώπων της γαλλικής δημοκρατίας με τους Γεωργιανούς δημοκράτες πήρε μεγάλες διαστάσεις. Η γαλλική τορπιλάκατος Σακιάρ πυρπόλησε και έκαψε το ρωσικό Ζεϊνάμπ. Η γαλλική υπηρεσία πληροφοριών, σε συνεργασία με τους πράκτορες του γεωργιανού Ειδικού Αποσπάσματος, επιτέθηκαν στο σοβιετικό διπλωματικό αντιπρόσωπο και τον λήστεψαν. Οι γαλλικές τορπιλάκατοι κάλυψαν την απομάκρυνση προς την Κωνσταντινούπολη του ρώσικου ατμόπλοιου Πρίντσιπ, που ήταν σταθμευμένο σε λιμάνι της Γεωργίας. Η οργάνωση εξεγέρσεων στα γειτονικά εδάφη της Σοβιετικής Δημοκρατίας εντάθηκε ακόμη περισσότερο. Η ποσότητα όπλων που μεταφερόντουσαν εκεί από τη Γεωργία αυξήθηκε αισθητά. Ο αποκλεισμός πείνας της Αρμενίας, που εν τω μεταξύ είχε γίνει σοβιετική δημοκρατία συνεχίστηκε, αλλά το Μπατούμι δεν τέθηκε υπό κατοχή. Μπορεί ο Λόϋντ Τζώρτζ να είχε εγκαταλείψει την ιδέα ενός καινούριου μετώπου, ή μπορεί η ένθερμη αγάπη των Γάλλων για τη Γεωργία να απέτρεπε τους Βρετανούς από το να εκφράσουν παρόμοια συναισθήματα. Η δήλωσή μας για το Μπατούμι δεν έμεινε χωρίς αποτέλεσμα. Έχοντας την τελευταία στιγμή πληρώσει τη Γεωργία, για όλες τις υπηρεσίες που είχε παράσχει, με μια de jure αναγνώριση, η Αντάντ αποφάσισε να μη χτίσει τίποτα στο καταδικασμένο θεμέλιο της μενσεβίκικης Γεωργίας.

Μετά τον αδιάκοπο αγώνα που είχαν διεξαγάγει εναντίον μας οι Γεωργιανοί μενσεβίκοι, δεν είχαν καμία αμφιβολία, ακόμη και την άνοιξη του 1920, ότι έχοντας νικήσει τον Ντενίκιν, οι δυνάμεις μας θα επέλαυναν στην Τυφλίδα και το Μπατούμι και θα πέταγαν τη μενσεβίκικη δημοκρατία στη θάλασσα. Εμείς από τη μεριά μας, μη περιμένοντας σπουδαία επαναστατικά αποτελέσματα από τη σοβιετική επανάσταση στη Γεωργία, είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε στο πλάι μας τη μενσεβίκικη "δημοκρατία", υπό τον όρο ότι θα σχημάτιζε ένα ενιαίο μέτωπο ενάντια στη ρώσικη αντεπανάσταση και τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό.

Αλλά αυτό ακριβώς το πνεύμα συνεργασίας, που υπαγορευόταν από πολιτική σκοπιμότητα, το εξέλαβαν στην Τυφλίδα σα σημάδι αδυναμίας μας. Οι φίλοι μας στην Τυφλίδα μας έγραφαν ότι από την αρχή οι ηγέτες των μενσεβίκων αρνούνταν πεισματικά να καταλάβουν τα κίνητρα της φιλειρηνικής συμπεριφοράς μας. Αντιλαμβάνονταν βέβαια πολύ καλά ότι μπορούσαμε να καταλάβουμε τη Γεωργία χωρίς καν να δώσουμε μάχη. Γρήγορα εφηύραν τη φανταστική εξήγηση ότι η Μεγάλη Βρετανία επέμενε στις ειρηνικές μας σχέσεις με τη Γεωργία, σαν προϋπόθεση για οποιεσδήποτε διαπραγματεύσεις μαζί μας. Όπως και να 'χει, η αρχική τους νευρικότητα μετατράπηκε σε θράσος και οι προκλητικές ενέργειες ακολουθούσαν η μία την άλλη με γρήγορο ρυθμό. Κατά την περίοδο της στρατιωτικής μας αποτυχίας στο Πολωνικό μέτωπο και των δυσκολιών μας με τον Βράγγελ, η Γεωργία προσχώρησε ανοιχτά στις γραμμές των εχθρών μας. Αυτή η αξιοθρήνητη μικροαστική δημοκρατία, που δεν είχε κανενός είδους πλατιά πολιτική και επαναστατική προοπτική - τη μια μέρα υποκλινόταν στους Χοενζόλλερν, την άλλη ήταν έτοιμη να πέσει στα τέσσερα μπροστά στον Ουίλσον - υποστήριζε τον Βράγγελ αλλά ήταν έτοιμη να τον εγκαταλείψει όταν τη βόλευε - ερχόταν σε συμφωνία με τη Σοβιετική Ρωσία με την ελπίδα να την εξαπατήσει - αυτή η άνανδρη "μενσεβίκικη δημοκρατία" κατάφερε να μπλεχτεί σε μια απελπιστική κατάσταση και σφράγισε μόνη της τη μοίρα της.

Όπως είπαμε ήδη, δε θεωρούσαμε τη διάλυση με στρατιωτικά μέσα της Γεωργίας πολιτικά επιθυμητή, παρ' ότι μια τέτοια πράξη θα ήταν απόλυτα δικαιολογημένη. Καταλαβαίναμε βέβαια ότι οι μενσεβίκοι πολιτικοί θα ξεσήκωναν γενική κατακραυγή σε όλες τις γλώσσες του δημοκρατικού πολιτισμού αν τους πατούσαμε τον κάλο. Γιατί βέβαια δεν ήταν απλοί εργάτες από το Ροστώφ, το Νοβοτσερκάσκ ή το Εκατερινοντάρ, τους οποίους οι ακόλουθοι του Ντενίκιν βοηθούμενοι από τη φιλική ουδετερότητα και την πρακτική συνεργασία των Γεωργιανών μενσεβίκων δολοφονούσαν κατά εκατοντάδες και χιλιάδες και οι οποίοι έπεφταν αδιαμαρτύρητα και χωρίς να ακουστούν στην Ευρώπη. Δεν ήταν προφανές από την αρχή, ότι οι Γεωργιανοί μενσεβίκοι πολιτικοί, όντας όλοι διανοούμενοι, πρώην φοιτητές διαφόρων ευρωπαϊκών πανεπιστημίων, και φιλόξενοι οικοδεσπότες του Ρενοντέλ, του Βαντερβέλντε και του Κάουτσκυ, δε μπορούσαν παρά να ραγίσουν τις καρδιές όλων των οργάνων της σοσιαλδημοκρατίας, του φιλελευθερισμού και της αντίδρασης; Δεν ήταν τελείως σαφές ότι όλοι οι πολιτικοί που είχαν ατιμαστεί υποστηρίζοντας την ιμπεριαλιστική σφαγή, όλοι οι φθαρμένοι αποστάτες του επίσημου σοσιαλισμού, θα απαντούσαν στα παράπονα των πληγωμένων Γεωργιανών αδελφών τους με οργισμένα γρυλίσματα, με σκοπό να δείξουν πόσο ήταν έτοιμοι να ακούσουν τη φωνή της δικαιοσύνης και να αποδείξουν την αφοσίωσή τους στα ιδανικά της δημοκρατίας, ιδιαίτερα αφού μπορούσαν να το κάνουν χωρίς κανένα κόστος; Τους γνωρίζαμε πολύ καλά για να μην ξέρουμε ότι δε θα άφηναν να περάσει μια τέτοια υπέροχη ευκαιρία για αποφάσεις, μανιφέστα, δηλώσεις, εκκλήσεις, υπομνήματα, άρθρα και ομιλίες με το πιο αξιοθρήνητο τρέμολο στη φωνή τους. Και μονο γι' αυτό το λόγο, από την επιθυμία να μη δώσουμε την ευκαιρία για μία δημοκρατική υστερία, είμαστε διατεθειμένοι να αφήσουμε τους μενσεβίκους αντεπαναστάτες ηγέτες ήσυχους στο γεωργιανό καταφύγιό τους.

Θα το είχαμε κάνει αυτό ακόμη και αν δεν είχαμε άλλους, πιο σοβαρούς λόγους. Θέλαμε να έρθουμε σε συμφωνία. Προτείναμε στους Γεωργιανούς κοινή δράση ενάντια στον Ντενίκιν αλλά αρνήθηκαν αυτή την πρόταση. Κάναμε μαζί τους μια συμφωνία, που παρενέβαινε στην ανεξαρτησία τους πολύ λιγότερο από το καθεστώς προτεκτοράτου της Αντάντ. Επιμείναμε στην τήρηση της συμφωνίας αυτής, και καταγγείλαμε την εχθρική στάση των Γεωργιανών μενσεβίκων με μια μακριά σειρά διαμαρτυρίες και μηνύματα. Μέσω της πίεσης των γεωργιανών εργαζόμενων μαζών προσπαθήσαμε να εξασφαλίσουμε στη Γεωργία ένα γείτονα που θα μπορούσε να είναι ένας χρήσιμος για μας ενδιάμεσος ανάμεσα στη Σοβιετική Ομοσπονδία και την καπιταλιστική Δύση. Αυτός ήταν ο πολιτικός μας προσανατολισμός σε σχέση με τη Γεωργία. Αλλά ο δρόμος που είχαν πάρει οι μενσεβίκοι ήταν χωρίς επιστροφή. Μελετώντας σήμερα τα έγγραφα που τεκμηριώνουν τις σχέσεις μας με τη μενσεβίκικη κυβέρνηση, πολλές φορές απόρησα με την υπομονή που είχαμε δείξει. Την ίδια στιγμή δε μπορούσα παρά να θαυμάσω τη γιγαντιαία αστική μηχανή παραποιήσεων και ψεύδους, με την οποία η αναπόφευκτη σοβιετική επανάσταση στη Γεωργία εμφανίστηκε σαν απρόκλητη στρατιωτική επίθεση, σαν έφοδος του σοβιετικού λύκου στην αθώα Κοκκινοσκουφίτσα του μενσεβικισμού. Ποιητές του χρηματιστηρίου, λογοτέχνες της διπλωματίας, μυθοπλάστες του μεγάλου τύπου - λακέδες εσείς του αφεντικού!

* * *
Με τη διεισδυτικότητα που τον διακρίνει, ο Κάουτσκυ εξέθεσε το διαβολικό μηχανισμό της μπολσεβίκικης επανάστασης στη Γεωργία, κάπως έτσι: Η εξέγερση δεν ξεκίνησε από την Τυφλίδα, όπως θα είχε γίνει αν ήταν έργο των εργαζόμενων μαζών. Έγινε στα σύνορα του κράτους, κοντά στις σοβιετικές δυνάμεις. Αναπτύχθηκε από την περιφέρεια προς το κέντρο. Δεν ήταν αυτό αναμφισβήτητη απόδειξη ότι το μενσεβίκικο καθεστώς έπεσε θύμα στρατιωτικής βίας από το εξωτερικό; Τέτοιοι συλλογισμοί θα τιμούσαν ένα νεαρό ειρηνοδίκη, αλλά δε βοηθούν στην κατανόηση των ιστορικών γεγονότων.

Η σοβιετική επανάσταση στην αρχή επεκτάθηκε από τα κέντρα της Πετρούπολης και της Μόσχας σ' ολόκληρη την πρώην Τσαρική Αυτοκρατορία. Εκείνη την εποχή η επανάσταση δεν είχε στρατό. Οι σκαπανείς της ήταν τα αποσπάσματα των βιαστικά οπλισμένων εργατών που, χωρίς καμία αντίσταση, μπήκαν στις πιο καθυστερημένες επαρχίες και, με τη συμπάθεια και την υποστήριξη των εργαζόμενων μαζών, έχτισαν τη σοβιετική εξουσία. Στα μέρη όπου οι αστοί και οι γαιοκτήμονες είχαν καταλάβει το κέντρο, όπως στο Ντον ή το Κουμπάν, η επανάσταση προχώρησε από την περιφέρεια προς το κέντρο, συχνά με τη συνεργασία αγκιτατόρων και μαχητών από τις πρωτεύουσες.

Όμως η αντεπανάσταση, με βοήθεια από το εξωτερικό, πέτυχε να ξαναπάρει τις πιο καθυστερημένες περιοχές των συνόρων, και οχυρώθηκε εκεί, όπως έγινε στο Ντον και το Κουμπάν, τον Καύκασο, τις περιοχές του Βόλγα, τη Σιβηρία, τη Λευκή Θάλασσα, ακόμη και την Ουκρανία. Ο επαναστατικός και ο αντεπαναστατικός στρατός χτιζόντουσαν ταυτόχρονα. Το ζήτημα των ορίων της σοβιετικής επανάστασης άρχισε να κρίνεται με μάχες και στρατιωτικές επιχειρήσεις. Οι στρατοί δεν εισήχθησαν από το "εξωτερικό", αλλά δημιουργήθηκαν από αυτές τις τάξεις που διεξήγαγαν έναν αγώνα ζωής και θανάτου σε όλο το μήκος και το πλάτος της πρώην Τσαρικής Αυτοκρατορίας. Ο επαναστατικός αγώνας, δηλαδή, άρχισε να παίρνει τη μορφή τακτικών στρατιωτικών εκστρατειών. Είναι αλήθεια ότι η αντεπανάσταση σε μεγάλο βαθμό υποστηριζόταν από στρατιωτικές δυνάμεις από το εξωτερικό. Αλλά αυτό το γεγονός κάνει ακόμη πιο πειστικά τα συμπεράσματά μας. Χωρίς την Πετρούπολη, τη Μόσχα, το Ιβάνοβο-Βοσνετσένσκ, το λεκανοπέδιο του Ντόνετς και τα Ουράλια, δε θα υπήρχε επανάσταση. Η περιοχή του Ντον ποτέ δε θα είχε εγκαθιδρύσει από μόνη της τη σοβιετική εξουσία. Ούτε θα το είχαν κάνει οι αγροτικές περιοχές της επαρχίας της Μόσχας. Αλλά καθώς τα χωριά της Μόσχας, οι κοζάκικοι καταυλισμοί του Κουμπάν και οι στέπες του Βόλγα είχαν ανέκαθεν αποτελέσει ένα κράτος και ένα οικονομικό σύνολο, τραβήχτηκαν μαζί με τις πόλεις στη δίνη της επανάστασης και επικράτησε πάνω τους η επαναστατική ηγεσία των πόλεων και του βιομηχανικού προλεταριάτου. Η εξάπλωση και η νίκη της επανάστασης δεν εξασφαλίστηκε με δημοψηφίσματα σε κάθε ξεχωριστό μέρος της χώρας, αλλά με την αδιαμφισβήτητη ηγεμονία της προλεταριακής πρωτοπορίας σε ολόκληρη τη χώρα. Μερικές από τις μεθοριακές επαρχίες της Δύσης κατάφεραν, με τη βοήθεια ένοπλων δυνάμεων από το εξωτερικό, όχι μόνο να ξεφύγουν προσωρινά από τη δίνη της επανάστασης, αλλά και να διατηρήσουν για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα ένα αστικό καθεστώς. Οι "δημοκρατίες" της Φιλανδίας, της Εσθονίας, της Λετονίας, της Λιθουανίας, ακόμη και της Πολωνίας, χρωστάνε την ύπαρξή τους στο γεγονός ότι, την κρίσιμη στιγμή της δημιουργίας τους, ξένες στρατιωτικές δυνάμεις βοήθησαν την αστική τάξη και κατέστειλαν το προλεταριάτο. Ακριβώς σ' αυτές τις χώρες που συνορεύουν με την καπιταλιστική Δύση, η αλληλεπίδραση και η συνεργασία των επαναστατικών δυνάμεων εμποδίστηκε από τη σφαγή, τη φυλάκιση και την απέλαση των καλύτερων προλεταριακών στοιχείων από τις στρατιωτικές δυνάμεις που είχαν μεταφερθεί από το εξωτερικό. Με αυτό μόνο τον τρόπο μπόρεσε να εγκαθιδρυθεί σ' αυτές τις χώρες μια προσωρινή ισορροπία της δημοκρατίας σε αστική βάση. Παρεμπιπτόντως, υπάρχει κανένας λόγος που τα ενάρετα μέλη της Δεύτερης Διεθνούς δεν έχουν προβάλλει το ακόλουθο πρόγραμμα: ʼμεση αποχώρηση από τη Φιλανδία, την Εσθονία, τη Λετονία κλπ, των αστικών στρατευμάτων που δημιουργήθηκαν με βοήθεια δυνάμεων από το εξωτερικό, απελευθέρωση όλων των συλληφθέντων και επιστροφή όλων των εξόριστων (αφού δεν είναι δυνατόν να αναστηθούν αυτοί που σκοτώθηκαν) και δημοψήφισμα;

Η θέση της Υπερκαυκασίας ήταν διαφορετική, κατά το ότι την χώριζε από το επαναστατικό κέντρο η κοζάκικη Βανδέα. Χωρίς τη Σοβιετική Ρωσία η μικροαστική υπερκαυκασιανή δημοκρατία θα είχε συντριβεί αμέσως από τον Ντενίκιν. Χωρίς τους λευκοφρουρούς στο Ντον και το Κουμπάν, θα είχε αμέσως αφομοιωθεί στη σοβιετική επανάσταση. Ζούσε και θρεφόταν από τον εμφύλιο πόλεμο που μαινόταν στη Ρωσία και από την ξένη στρατιωτική βοήθεια στην ίδια την Υπερκαυκασία. Μόλις ο εμφύλιος έληξε με νίκη της Σοβιετικής Δημοκρατίας, η ανατροπή του μικροαστικού καθεστώτος στην Υπερκαυκασία έγινε αναπόφευκτη.

Ήδη από το Φλεβάρη του 1918, ο Ζορντάνια παραπονιόταν ότι το μπολσεβίκικο πνεύμα είχε καταλάβει τόσο τον αγροτικό πληθυσμό, όσο και αυτόν των πόλεων, ακόμη και τους μενσεβίκους εργάτες. Υπήρχαν συνεχείς αγροτικές εξεγέρσεις στη Γεωργία. Ενώ στη Σοβιετική Ρωσία οι νόμιμες μενσεβίκικες εφημερίδες δεν είχαν ενοχληθεί μέχρι την εξέγερση των Τσεχοσλοβάκων, των σοσιαλεπαναστατών και των μενσεβίκων το Μάη του 1918, στη Γεωργία το Κομουνιστικό Κόμμα είχε ήδη οδηγηθεί στην παρανομία από τις αρχές του Φλεβάρη. Παρά το γεγονός ότι η Σοβιετική Ρωσία ήταν τελείως αποκομμένη, και ότι η συνεχής παρουσία ξένων στρατευμάτων τρομοκρατούσε τους εργάτες της Υπερκαυκασίας, υπήρξαν πολύ περισσότερες κόκκινες εξεγέρσεις στη Γεωργία παρά λευκές εξεγέρσεις σε σοβιετικό έδαφος. Η καταπίεση που ασκούσε η Γεωργιανή κυβέρνηση ήταν πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που ασκούσε η κυβέρνηση της Σοβιετικής Ρωσίας.

Η νίκη μας επί του Ντενίκιν, που ήταν ταυτόχρονα νίκη επί της πανίσχυρης Αντάντ, έκανε τεράστια εντύπωση στις μάζες της Υπερκαυκασίας. Όταν τα σοβιετικά στρατεύματα πλησίαζαν τα σύνορα του Αζερμπαϊτζάν και της Γεωργίας, οι εργαζόμενες μάζες αυτών των δημοκρατιών, που η καρδιά τους δεν είχε πάψει να είναι με τις ρώσικες εργαζόμενες μάζες, αρπάχτηκαν από το κύμα της επανάστασης. Οι διαθέσεις τους μπορούν να συγκριθούν με αυτές των μαζών της ανατολικής Πρωσίας και σε μεγάλο βαθμό ολόκληρης της Γερμανίας, την εποχή που προελαύναμε προς τη Βαρσοβία και η αριστερή πτέρυγα του Κόκκινου Στρατού πλησίαζε τα γερμανικά σύνορα. Στη Γερμανία όμως ήταν μόνο μια παροδική φάση, ενώ η εξαφάνιση των στρατιών του Ντενίκιν μπροστά στα μάτια της Αντάντ ήταν αποφασιστική, και έδωσε στις μάζες του Αζερμπαϊτζάν, της Αρμενίας και της Γεωργίας τη βεβαιότητα ότι η σοβιετική κυβέρνηση στα βόρειά τους είχε πια εγκαθιδρυθεί σταθερά.

Στο Αζερμπαϊτζάν η σοβιετική επανάσταση επήλθε σχεδόν αυτόματα με την προσέγγιση στα σύνορά του των στρατιών μας. Το κυβερνών κόμμα "Μουσαβάτ" των αστών και τον γαιοκτημόνων, δεν είχε τις παραδόσεις και την επιρροή των Γεωργιανών μενσεβίκων. Το Μπακού, που παίζει πολύ μεγαλύτερο ρόλο στο Αζερμπαϊτζάν απ' ότι η Τυφλίδα στη Γεωργία, ήταν από παλιά προπύργιο του μπολσεβικισμού. Οι "μουσαβατιστές" έτρεξαν να ξεφύγουν και παρέδωσαν την εξουσία στα χέρια των μπολσεβίκων χωρίς να δώσουν μάχη. Ο ρόλος που έπαιξαν οι Αρμένιοι "ντασνάκοι" (το αντίστοιχο κόμμα της Αρμενίας) δεν ήταν πιο αξιοπρεπής. Στη Γεωργία τα γεγονότα εξελίχθηκαν με μεγαλύτερη τάξη. Οι καταπιεσμένες μπολσεβίκικες τάσεις άρχισαν να εκδηλώνονται. Το Κομουνιστικό Κόμμα, σαν οργάνωση, μεγάλωσε γρήγορα και ακόμη πιο γρήγορα κέρδισε τη συμπάθεια των εργαζόμενων μαζών. Η εφημερίδα των Γεωργιανών σοσιαλιστών-φεντεραλιστών Σακαστβέλο, στις 7 Δεκεμβρίου 1920, περιείχε την ακόλουθη δήλωση:

"Σήμερα η δύναμη των κομουνιστών στη Γεωργία είναι κάτι τελείως διαφορετικό απ' ότι ήταν πριν μερικούς μόλις μήνες. Τότε δεν υπήρχαν μπολσεβίκοι κοντά στη Γεωργία, και περιτριγυριζόμαστε από ανεξάρτητες εθνικιστικές δημοκρατίες. Η οικονομική μας θέση ήταν πολύ καλύτερη από σήμερα. Σήμερα αντίθετα, η κατάσταση είναι τελείως διαφορετική, και η αλλαγή είναι ολοκληρωτικά προς όφελος των μπολσεβίκων. Στη Γεωργία, οι μπολσεβίκοι έχουν τώρα κομματικές οργανώσεις και σε μερικούς εργατικούς κύκλους, για παράδειγμα στο σωματείο τυπογράφων, έχουν την πλειοψηφία. Γενικά, η δραστηριότητα των μπολσεβίκων παίρνει μεγάλες διαστάσεις. Στο εσωτερικό βλέπουμε την άνοδο της δύναμης των μπολσεβίκων και στο εξωτερικό την απόλυτη κυριαρχία τους. Αυτή είναι σήμερα η κατάσταση στη Γεωργία."

Τέτοια παράπονα μίας εχθρικής προς εμάς εφημερίδας έχουν μεγάλη σημασία γιατί διαψεύδουν κατηγορηματικά τον Κάουτσκυ, ο οποίος διαβεβαίωσε όχι μόνο για την "απόλυτη ελευθερία" των κομουνιστών, αλλά και για την απόλυτη αδυναμία τους, και βασιζόμενος σε αυτά, παρουσίασε τη σοβιετική επανάσταση στη Γεωργία σαν αποτέλεσμα εξωτερικής βίας. Την ίδια στιγμή, η δήλωση της εθνικιστικής εφημερίδας: "Στο εσωτερικό: η άνοδος της δύναμης των μπολσεβίκων, στο εξωτερικό: η απόλυτη κυριαρχία τους", αποτελεί μια καθαρή έκφραση της επερχόμενης σοβιετικής επανάστασης. Η απελπιστική τους θέση οδήγησε τους Γεωργιανούς μενσεβίκους στο δρόμο της ανοιχτής αντίδρασης. Η απότομη και προκλητική άρνηση της κυβέρνησης του Ζορντάνια να συνάψει μέτωπο ενάντια στον Ντενίκιν είχε ήδη κλονίσει τη θέση των μενσεβίκων στις μάζες. Οι συνεχείς παραβιάσεις της συμφωνίας με τη Σοβιετική Ρωσία, στις οποίες φυσικά δίναμε τη μεγαλύτερη δημοσιότητα, είχαν το ίδιο αποτέλεσμα. Καταλαβαίνοντας ότι μετά τη νίκη της σοβιετικής εξουσίας στα υπόλοιπα νοτιο-ανατολικά τμήματα της πρώην Τσαρικής Αυτοκρατορίας η συνέχιση της ανεξάρτητης ύπαρξης της Γεωργίας γινόταν αδύνατη, οι μενσεβίκοι έκαναν απεγνωσμένες προσπάθειες να βοηθήσουν τον Βράγγελ, και να εξασφαλίσουν τη στρατιωτική συνεργασία της Αντάντ. Μάταια! Γιατί η εκστρατεία της Κριμαίας έκρινε όχι μόνο την τύχη του Βράγγελ, αλλά και την τύχη της μενσεβίκικης Γεωργίας.

Ο στρατός μας στον Καύκασο δέχθηκε κάποιες ενισχύσεις το φθινόπωρο του 1920, την εποχή της επιδρομής του Βράγγελ προς το Κουμπάν, και των επίμονων φημών για κατοχή του Μπατούμι. Η συγκέντρωση των δυνάμεών μας είχε καθαρά αμυντικό χαρακτήρα. Η διάλυση του Βράγγελ και η ανακωχή με την Πολωνία οδήγησαν σε αναγέννηση το φιλοσοβιετικό αίσθημα στη Γεωργία. Η παρουσία κόκκινων συνταγμάτων στα σύνορα δεν ήταν παρά μια εγγύηση ενάντια σε ξένη επέμβαση στην περίπτωση σοβιετικής επανάστασης. Οι κόκκινες δυνάμεις δεν ήταν απαραίτητες για την ανατροπή των Γεωργιανών μενσεβίκων αλλά για την αποτροπή μιας εφόδου από τους Βρετανούς, τους Γάλλους ή τον Βράγγελ από την Κωνσταντινούπολη ενάντια στη σοβιετική επανάσταση. Οι ίδιοι οι μενσεβίκοι με τις πραιτωριανές τους εθνοφρουρές και τον εθνικό στρατό που υπήρχε μόνο στη φαντασία τους, αντέταξαν μόνο μια μικρή αντίσταση. Έχοντας ξεκινήσει στα μέσα του Φεβρουαρίου, η σοβιετική επανάσταση μέχρι τα μέσα του Μάρτη είχε ολοκληρωθεί σε ολόκληρη τη χώρα.

Δεν έχουμε την παραμικρή πρόθεση να κρύψουμε ή να ελαχιστοποιήσουμε το ρόλο του σοβιετικού στρατού στη νίκη των σοβιέτ στον Καύκασο. Το Φλεβάρη του 1921, πρόσφερε μεγάλες υπηρεσίες στην επανάσταση, παρ' όλο που δεν ήταν τόσο μεγάλες όσο αυτές που είχαν δεχτεί οι μενσεβίκοι στη διάρκεια των τριών ετών από τα τουρκικά, γερμανικά και βρετανικά στρατεύματα, για να μην αναφέρουμε τις Ρώσικες λευκές φρουρές. Το γεγονός ότι η επαναστατική επιτροπή, που διεύθυνε την εξέγερση, ξεκίνησε τις δραστηριότητές της όχι από την Τυφλίδα, το κέντρο της μενσεβίκικης εθνοφρουράς, αλλά από τα σύνορα, με τον Κόκκινο Στρατό στα νώτα της, αποδεικνύει απλά ότι η επαναστατική επιτροπή είχε πολιτική λογική, πράγμα που βέβαια δεν μπορεί να ειπωθεί για τον Κάουτσκυ που, έστω και κατόπιν εορτής, προσπαθεί να υπαγορεύσει στη γεωργιανή επανάσταση μια τελείως διαφορετική στρατηγική. Με όλο τον αρμόζοντα σεβασμό, αρνούμαστε να δεχτούμε αυτά τα μαθήματα. Θέλουμε να διδαχτούμε και να διδάξουμε πώς να νικάμε τους εχθρούς μας, ενώ οι απόστολοι της Δεύτερης Διεθνούς διδάσκουν την τέχνη του να νικιέσαι.


ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ


ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου