Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΡΟΤΣΚΙ: Ο ΠΑΣΙΦΙΣΜΟΣ ΩΣ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ


Ο ΠΑΣΙΦΙΣΜΟΣ ΩΣ Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΤΟΥ ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΥ

Λέων Τρότσκ
ι

Ένα σχετικά άγνωστο κείμενο του ΛΕΩΝ ΤΡΟΤΣΚΙ δημοσιεύει σήμερα το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ στη σελίδα ΤΟ ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟ ΤΟΥ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ. Έχει σχέση με τον Πατσιφισμό τον πόλεμο και την πατσιφιστική Ειρήνη.

Ποτέ δεν υπήρχαν τόσοι ειρηνιστές στον κόσμο όπως τώρα, που σε όλες τις χώρες οι άνθρωποι αλληλοσκοτώνονται. Κάθε ιστορική εποχή δεν έχει μόνο τη δική της τεχνική και πολιτική φόρμα, αλλά επίσης και μια υποκρισία χαρακτηριστική γι’ αυτήν. Κάποτε οι λαοί κατέστρεψαν ο ένας τον άλλο στο όνομα της Χριστιανικής διδασκαλίας της αγάπης για τον άνθρωπο. Τώρα μόνο οπισθοδρομικές κυβερνήσεις επικαλούνται το Χριστό. Τα προοδευτικά έθνη αλληλοσφάζονται στο όνομα του ειρηνισμού. Ο Γουίλσον σέρνει την Αμερική στον πόλεμο στο όνομα της Κοινωνίας των Εθνών και της μόνιμης ειρήνης. Ο Κερένσκυ και ο Τσερετέλλι καλούν σε επίθεση για χάρη μιας σύντομης ειρήνευσης.
Η εποχή μας υπολείπεται της αγανακτισμένης σάτιρας ενός Juvenal. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και τα πιο δυνητικά σατυρικά όπλα κινδυνεύουν να αποδειχθούν αδύναμα και απατηλά σε σύγκριση με την θριαμβευτική αχρειότητα και την δουλοπρεπή βλακεία: στοιχεία που έμειναν ανεπηρέαστα απ’ τον πόλεμο.
Ο ειρηνισμός έχει την ίδια ιστορική καταγωγή με τη δημοκρατία. Η αστική τάξη έκανε το μεγάλο εγχείρημα να ορίσει τις ανθρώπινες σχέσεις βάσει της λογικής, να αντικαταστήσει την τυφλή και ηλίθια παράδοση με τους θεσμούς της κριτικής σκέψης. Οι συντεχνίες με τους περιορισμούς που έβαζαν στην παραγωγή, οι πολιτικοί θεσμοί με τα προνόμια τους, η μοναρχική απολυταρχία – όλα αυτά ήταν παραδοσιακά υπολείμματα του μεσαίωνα. Η αστική δημοκρατία απαίτησε νομική ισότητα για τον ελεύθερο ανταγωνισμό και τον κοινοβουλευτισμό σαν το μέσο διακυβέρνησης των δημόσιων υποθέσεων. Επεδίωξε επίσης να ρυθμίσει τις διεθνείς σχέσεις με τον ίδιο τρόπο. Αλλά εδώ, στάθηκε ενάντια στον πόλεμο σαν μια μέθοδο επίλυσης των διαφορών που αρνείται πλήρως την λογική. Έτσι άρχισε να συμβουλεύει τους ανθρώπους στην ποίηση, τη φιλοσοφία, την ηθική και τις εμπορικές μεθόδους, ότι είναι πολύ πιο χρήσιμο γι’ αυτούς να επιδιώξουν την μόνιμη ειρήνη. Αυτά είναι τα λογικά επιχειρήματα υπέρ της ειρήνης.
Η εγγενής αποτυχία του ειρηνισμού, ωστόσο, ήταν το θεμελιώδες κακό που χαρακτηρίζει την αστική δημοκρατία. Η κριτική του ακουμπάει μόνο την επιφάνεια των κοινωνικών φαινομένων, δεν έχει το κουράγιο να εισέλθει στα βαθύτερα οικονομικά δεδομένα. Ο καπιταλιστικός ρεαλισμός, ωστόσο, χειρίζεται την ιδέα της μόνιμης ειρήνης βασισμένης στην αρμονία της λογικής, ίσως πιο άσπλαχνα απ’ ότι την ιδέα της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης. Ο καπιταλισμός, ο οποίος ανέπτυξε την τεχνική σε μια ορθολογιστική βάση, απέτυχε να ρυθμίσει ορθολογικά και τις συνθήκες. Ανέπτυξε όπλα για αλληλοεξόντωση που δεν θα μπορούσε να λάβει χώρα στα όνειρα των «βαρβάρων» του μεσαίωνα.
Η ραγδαία όξυνση της διεθνούς κατάστασης και η συνεχώς αυξανόμενη στρατιωτικοποίηση, αφαίρεσαν το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του ειρηνισμού. Αλλά την ίδια στιγμή, αυτές οι ίδιες δυνάμεις έδιναν στον ειρηνισμό μια νέα ζωντάνια μπροστά στα μάτια μας, μια ζωντάνια τόσο διαφορετική απ’ την παλιά όσο το κατακόκκινο ηλιοβασίλεμα απ’ την ροδόχρωμη αυγή.
Τα δέκα χρόνια που προηγήθηκαν του πολέμου αποτελούσαν μια περίοδο που έχει αποκαλεστεί «ένοπλη ειρήνη». Όλη η περίοδος ήταν στην πραγματικότητα τίποτα άλλο από έναν αδιάλειπτο πόλεμο, ένα πόλεμο που εκτυλίσσονταν στις αποικίες.
Αυτός ο πόλεμος διεξάγονταν σε περιοχές υποανάπτυκτων και αδύναμων λαών: οδήγησε στην κατάκτηση της Αφρικής, της Πολυνησίας και της Ασίας, και άνοιξε το δρόμο για τον σημερινό πόλεμο. Αλλά, καθώς δεν είχε γίνει Ευρωπαϊκός πόλεμος απ’ το 1871, αν και έγιναν αρκετές μικρές αλλά οξείες συγκρούσεις, η κοινή γνώμη ανάμεσα στους μικροαστούς συστηματικά ενθαρρύνθηκε να θεωρεί ένα διαρκώς αναπτυσσόμενο στρατό σαν τον εγγυητή της ειρήνης που σταδιακά θα είχε ως αποτέλεσμα μια νέα οργάνωση του διεθνούς δικαίου. Όσον αφορά στις καπιταλιστικές κυβερνήσεις και το μεγάλο κεφάλαιο, φυσικά δεν είδαν τίποτα αρνητικό σ’ αυτήν την «ειρηνιστική» ερμηνεία του μιλιταρισμού. Εντωμεταξύ προετοιμάζονταν οι παγκόσμιες συγκρούσεις και η παγκόσμια καταστροφή.
Θεωρητικά και πολιτικά, ο ειρηνισμός έχει την ίδια βάση με τη διδασκαλία της κοινωνικής αρμονίας μεταξύ των διαφορετικών ταξικών συμφερόντων.
Η αντιπαράθεση μεταξύ των καπιταλιστικών εθνικών κρατών έχει την ίδια οικονομική βάση με την ταξική πάλη. Αν είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε τη δυνατότητα της σταδιακής μετρίασης της ταξικής πάλης πρέπει να δεχθούμε τη σταδιακή μετρίαση και τη ρύθμιση των εθνικών συγκρούσεων.
Ο φύλακας της δημοκρατικής ιδεολογίας, με όλες τις παραδώσεις και τις αυταπάτες της, ήταν η μικροαστική τάξη. Κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του δεκάτου ενάτου αιώνα, εσωτερικά είχε μεταμορφωθεί, αλλά δεν έχει εξαφανιστεί απ’ τη σκηνή. Την ίδια στιγμή που η ανάπτυξη της καπιταλιστικής τεχνικής συνεχώς υποβάθμιζε τον οικονομικό ρόλο της μικροαστικής τάξης, το διεθνές εμπόριο και η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία του έδιναν, χάρη στην αριθμητική της δύναμη, το ρόλο ενός πολιτικού παράγοντα. Όταν ο μικρός καπιταλιστής δεν είχε τσακιστεί μέχρι εξαφάνισης απ’ το μεγάλο κεφάλαιο, είχε καθυποταχτεί πλήρως απ’ το πιστωτικό σύστημα. Απλά έμενε στους αντιπροσώπους του μεγάλου κεφαλαίου να καθυποτάξουν τη μικροαστική τάξη και στο πολιτικό πεδίο, με το να πάρουν όλες τις θεωρίες και τις προκαταλήψεις δίνοντάς τους μόνο φιλολογική αξία. Αυτή είναι η εξήγηση των φαινομένων που παρατηρήθηκαν τα τελευταία δέκα χρόνια πριν τον πόλεμο, όταν ο αντιδραστικός ιμπεριαλισμός έφτανε σε τέτοιο τρομακτικό μέγεθος. Την ίδια στιγμή η απατηλή άνθιση της αστικής δημοκρατίας, με όλο το ρεφορμισμό και τον ειρηνισμό της, έλαβε χώρα. Το μεγάλο κεφάλαιο υπέταξε τη μικροαστική τάξη στους ιμπεριαλιστικούς σκοπούς του μέσω των δικών της προκαταλήψεων.
Η Γαλλία ήταν ένα κλασικό παράδειγμα αυτής της διπλής διαδικασίας. Η Γαλλία είναι η χώρα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που βασίζεται στη μεγάλη αριθμητικά –και γενικά συντηρητική- μικροαστική τάξη. Χάρη στα ξένα δάνεια, στις αποικίες και στη συμμαχία με τη Ρωσία και την Αγγλία, το ανώτερο στρώμα του πληθυσμού σύρθηκε στα συμφέροντα και τις συγκρούσεις του παγκόσμιου καπιταλισμού. Εντωμεταξύ η Γαλλική μικροαστική τάξη παρέμεινε επαρχιώτικη μέχρι το κόκαλο. Ο Γάλλος μικροαστός έχει ένα ενστικτώδη φόβο απέναντι στη γεωγραφία και σε όλη του τη ζωή βίωσε τη μεγαλύτερη φρίκη του πολέμου κυρίως επειδή συνήθως έχει ένα μοναχογιό στον οποίο θα αφήσει τη δουλειά και τα έπιπλά του. Αυτός ο μικροαστός στέλνει έναν αστό ριζοσπάστη να τον εκπροσωπήσει στο κοινοβούλιο, γιατί αυτός ο κύριος του υπόσχεται ότι θα διατηρήσει την ειρήνη γι’ αυτόν, μέσω της Κοινωνίας των Εθνών απ’ τη μια μεριά και των Ρώσων Κοζάκων που θα κόψουν το κεφάλι του Κάϊζερ γι’ αυτόν, απ’ την άλλη. Ο ριζοσπάστης αντιπρόσωπος φτάνει στο Παρίσι απ’ τον κύκλο των επαρχιωτών δικηγόρων, όχι μόνο γεμάτος θέληση για ειρήνη, αλλά επίσης με ασαφείς ιδέες όσον αφορά στη θέση του Περσικού Κόλπου και χωρίς καμιά ξεκάθαρη άποψη γιατί και για ποιόν ο Σιδηρόδρομος της Βαγδάτης είναι απαραίτητος. Αυτοί οι «ριζοσπάστες ειρηνιστές» αντιπρόσωποι παρέχουν μια Ριζοσπαστική υπουργεία, που αμέσως βρίσκεται δεσμευμένη απ’ όλα τα οικονομικά συμφέροντα της Γαλλικής αστικής τάξης στη Ρωσία, την Αφρική και την Ασία. Το Υπουργείο και το Κοινοβούλιο ποτέ δεν έπαψαν να υπερτονίζουν την ειρηνιστική φρασεολογία, αλλά την ίδια στιγμή αυτόματα εφάρμοζαν μια εξωτερική πολιτική που τελικά έσυρε τη Γαλλία στον πόλεμο.
Ο Αγγλικός και Αμερικάνικος ειρηνισμός, παρά την ποικιλία των κοινωνικών συνθηκών και της ιδεολογίας (παρά επίσης οποιασδήποτε ιδεολογίας, όπως στην Αμερική) πραγματοποιούν ακριβώς την ίδια εργασία: παρέχουν μια διέξοδο στο φόβο των μικροαστών απέναντι σε συνταρακτικά γεγονότα, τα οποία τελικά μπορούν μόνο να τους στερήσουν τα υπολείμματα της ανεξαρτησίας τους: αποκοιμίζονται εθελοτυφλώντας με άχρηστες προτάσεις περί αφοπλισμού, διεθνούς δικαίου, και διαιτητικών δικαστηρίων. Στη συνέχεια, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, δίνουν ψυχή και σώμα στον καπιταλιστικό ιμπεριαλισμό ο οποίος έχει ήδη κινητοποιήσει κάθε απαραίτητο μέσο για το σκοπό του: πχ τεχνική γνώση, τέχνη, θρησκεία, αστικό ειρηνισμό και πατριωτικό «Σοσιαλισμό».
«Ήμασταν ενάντια στον πόλεμο, οι αντιπρόσωποί μας, οι υπουργοί μας, ήταν όλοι ενάντια στον πόλεμο», κλαψουρίζει ο Γάλλος μικροαστός: «Οπότε, συνεπάγεται ότι ο πόλεμος επιβλήθηκε σε μας, και για να πραγματοποιήσουμε τα ειρηνιστικά μας ιδεώδη πρέπει να επιδιώξουμε ένα νικηφόρο τέλος του πολέμου». Και ο αντιπρόσωπος του Γαλλικού ειρηνισμού Baron d’ Estournel de Constant συμπυκνώνει αυτή την ειρηνιστική ιδεολογία με τον όρκο ”jusqu’au bout!” – πόλεμος μέχρι το τέλος!
Το στοιχείο που πάνω απ’ όλα ήταν απαραίτητο για το Αγγλικό Χρηματιστήριο για την επιτυχή διεξαγωγή του πολέμου, ήταν ένας ειρηνιστής όπως ο φιλελεύθερος Asquith και ο ριζοσπάστης δημαγωγός Lloyd George. “Αν αυτοί οι άνθρωποι διευθύνουν τον πόλεμο”, είπε ο Αγγλικός λαός, «τότε πρέπει να έχουμε το δίκιο με το μέρος μας».
Και έτσι ο ειρηνισμός παίζει το ρόλο που του αναλογεί στο μηχανισμό του πολέμου, όπως τα δηλητηριώδη αέρια και τα συνεχώς διογκούμενα πολεμικά δάνεια.
Στις ΗΠΑ ο ειρηνισμός της μικροαστικής τάξης αποκάλυψε τον πραγματικό του ρόλο , ως ο υπηρέτης του ιμπεριαλισμού, με ένα συγκαλυμμένο τρόπο. Εκεί, όπως παντού, ήταν οι τράπεζες και τα τραστ που καθόριζαν την πολιτική. Ακόμα και πριν τον πόλεμο, λόγω της εκπληκτικής ανάπτυξης της βιομηχανίας και του εξωτερικού εμπορίου, οι ΗΠΑ κινούνταν σταθερά προς την κατεύθυνση των παγκόσμιων συμφερόντων και του ιμπεριαλισμού. Αλλά ο Ευρωπαϊκός πόλεμος οδήγησε σ’ αυτήν την ιμπεριαλιστική ανάπτυξη με ένα πυρετώδη ρυθμό. Ακριβώς τη στιγμή που πολλοί ευσεβείς άνθρωποι (ακόμα και ο Κάουτσκυ) έλπιζαν ότι η φρίκη της σφαγής θα γέμιζε την Αμερικάνικη αστική τάξη με απέχθεια για το μιλιταρισμό, η πραγματική επίδραση των γεγονότων στην Ευρώπη προχωρούσε, όχι σε ψυχολογικό αλλά σε υλιστικό επίπεδο, και οδηγούσε στα τελείως αντίθετα αποτελέσματα. Οι εξαγωγές των ΗΠΑ που το 1913 είχαν σύνολο 2466 εκατομμύρια δολάρια, έφτασαν το 1916 το τρελό ύψος των 5481 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Φυσικά η μερίδα του λέοντος στο εξωτερικό εμπόριο ανήκε στην πολεμική βιομηχανία. Έπειτα εμφανίστηκε η ξαφνική απειλή διακοπής του εξαγωγικού εμπορίου στις χώρες της Αντάντ, όταν ο χωρίς περιορισμούς πόλεμος με υποβρύχια άρχισε. Το 1915 η Ανταντ εισήγαγε Αμερικάνικα προϊόντα 35 δις. δολαρίων ενώ η Γερμανία και η Αυστροουγγαρία εισήγαγαν προϊόντα 15 εκατομμυρίων δολαρίων. Έτσι όχι μόνο παρουσιάστηκε μια δραστική μείωση των γιγαντιαίων κερδών, αλλά ολόκληρη η Αμερικάνικη βιομηχανία, η οποία βασιζόταν στην πολεμική βιομηχανία, απειλούνταν πια με μια σφοδρή κρίση. Σ' αυτά τα μεγέθη πρέπει να κοιτάμε για την εξήγηση του καθορισμού των «συμπαθειών» στην Αμερική. Και έτσι οι καπιταλιστές έκαναν έκκληση στο Κράτος: «Είστε εσείς που ξεκινήσατε αυτή την ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας κάτω απ' τη σημαία του ειρηνισμού, εσείς έχετε το καθήκον να μας βρείτε καινούργιες αγορές». Εάν το Κράτος δεν ήταν σε θέση να εγγυηθεί την «ελευθερία των θαλασσών» (με άλλα λόγια την ελευθερία να απομυζείς κεφάλαιο απ' το ανθρώπινο αίμα) τότε πρέπει να ανοίξει μια νέα αγορά για τις απειλούμενες πολεμικές βιομηχανίες -- στην ίδια την Αμερική. Και έτσι οι ανάγκες του Ευρωπαϊκού σφαγείου παρήγαγαν μια ξαφνική, καταστροφική στρατιωτικοποίηση των ΗΠΑ.
Αυτό το εμπόριο έπρεπε να υπερσκελίσει την αντίθεση της μεγάλης μάζας του λαού. Το να υποτάξει κανείς αυτήν την αφηρημένη δυσαρέσκεια και να την μετατρέψει σε πατριωτική συνεργασία, ήταν ο πιο σημαντικός στόχος της εγχώριας πολιτικής των ΗΠΑ. Και ήταν μια περίεργη ειρωνεία της μοίρας που ο επίσημος ειρηνισμός του Γουίλσον, όπως και ο «αντιπολιτευτικός» ειρηνισμός του Μπράιαν, παρείχαν τα πιο ισχυρά όπλα για την επιτέλεση αυτού του σκοπού, δηλ. την καθυπόταξη των μαζών με μιλιταριστικές μεθόδους.
Ο Μπράιαν βιάστηκε να δώσει μια δυνατή έκφραση στη φυσική δυσαρέσκεια των αγροτών και όλων των μικροαστών ενάντια στον ιμπεριαλισμό, το μιλιταρισμό και την αυξανόμενη φορολογία. Την ίδια στιγμή που έστελνε ολόκληρα φορτία παρακλήσεων και αντιπροσωπειών στους ειρηνιστές συναδέλφους του που κατείχαν τις ψηλότερες θέσεις στην κυβέρνηση, ο Μπράιαν κατέβαλλε κάθε προσπάθεια να ξεκόψει από κάθε επαναστατική κατάληξη αυτού του κινήματος.
«Εάν φτάσουμε στον πόλεμο», όπως για παράδειγμα ο Μπράιαν ανέφερε σε τηλεγράφημα του σε μια αντιπολεμική συγκέντρωση στο Σικάγο, «τότε, φυσικά, θα πρέπει να υποστηρίξουμε την κυβέρνηση, αλλά μέχρι να έρθει αυτή η στιγμή, το πιο ιερό μας καθήκον είναι να κάνουμε οτιδήποτε για να σώσουμε το λαό απ' τη φρίκη του πολέμου». Σ' αυτές τις λίγες λέξεις έχουμε ολόκληρο το πρόγραμμα του ειρηνισμού της μικροαστικής τάξης. «Οτιδήποτε είναι στις δυνατότητες μας» σημαίνει να δώσεις μια διέξοδο στην αντίδραση των μαζών στη μορφή των ανώδυνων μανιφέστων, στα οποία δίνεται η διαβεβαίωση στην κυβέρνηση ότι εάν η κατάσταση φτάσει στον πόλεμο, κανένα εμπόδιο δεν θα υψωθεί απ' την ειρηνιστική αντιπολίτευση.
Αυτό ακριβώς, ήταν ό,τι απαραίτητο απ' τον Επίσημο ειρηνισμό που εκπροσωπήθηκε απ' τον Γουίλσον, ο οποίος είχε δώσει αρκετές αποδείξεις στους καπιταλιστές που έκαναν τον πόλεμο, για την "ετοιμότητά του να πολεμήσει". Και ακόμα ο ίδιος ο Μπράιαν βρήκε αρκετό να κάνει αυτή τη δήλωση, μετά την οποία ήταν έτοιμος να παραμερίσει την θορυβώδη αντίδραση στον πόλεμο, απλά για ένα σκοπό- αυτόν της κήρυξης πολέμου. Όπως ο κύριος Γουίλσον έτσι και ο κύριος Μπράιαν βιάστηκε να τοποθετηθεί στην άλλη πλευρά της κυβέρνησης. Και όχι μόνο η μικροαστική τάξη, αλλά επίσης η μεγάλη μάζα του λαού, είπαν στον ευαυτό τους: «Εάν η κυβέρνηση μας, επικεφαλής της οποίας είναι ένας ειρηνιστής παγκοσμίου φήμης όπως ο Γουίλσον, μπορεί να κυρήξει πόλεμο, και ο ίδιος ο Μπράιαν μπορεί να υποστηρίξει την κυβέρνηση στο ζήτημα του πολέμου, τότε σίγουρα αυτός θα είναι ένας σωστός και απαραίτητος πόλεμος». Αυτό εξηγεί γιατί αυτός ο ευσεβής και Κουακερικός τύπος του ειρηνισμού που κρίθηκε ικανοποιητικός απ' τους δημαγωγούς που διηύθυναν την κυβέρνηση, εκτιμήθηκε και απ' το Χρηματιστήριο και τους εκπροσώπους της πολεμικής βιομηχανίας.
Ο δικός μας Μενσεβίκικος, σοσιαλεπαναστατικός ειρηνισμός, παρά τις διαφορές στις εξωτερικές συνθήκες, έπαιξε με τον δικό του τρόπο τον ίδιο ακριβώς ρόλο. Το διάταγμα για τον πόλεμο που ψηφίστηκε απ' την πλειοψηφία του Πανρωσικού Συνεδρίου των Συμβουλίων των Εργατών και των Στρατιωτών, στηρίζεται όχι μόνο στις κοινές προκαταλήψεις που αφορούν στον πόλεμο, αλλά επίσης και στα χαρακτηριστικά ενός ιμπεριαλιστικού πολέμου. Το συνέδριο διακήρυξε ότι ο «πρώτος και ο πιο σημαντικός στόχος της επαναστατικής δημοκρατίας» ήταν ένα γρήγορο τέλος του πολέμου. Αλλά όλες αυτές οι υποθέσεις κατευθύνονται προς ένα και μοναδικό σκοπό: όσο οι διεθνείς προσπάθειες της δημοκρατίας αποτυγχάνουν να τερματίσουν τον πόλεμο, τόσο η Ρώσικη επαναστατική δημοκρατία πρέπει να απαιτεί με όλη της τη δύναμη ότι ο κόκκινος στρατός πρέπει να προετοιμαστεί να πολεμήσει, αμυντικά ή επιθετικά.
Οι αναθεωρήσεις των παλαιών διεθνών συνθηκών κάνει το Ρώσικο Κονγκρέσο να εξαρτάται από την εθελούσια κατανόηση της διπλωματίας της Ανταντ, και δεν είναι στη φύση αυτών των διπλωματών να διαλύσουν τον ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα του πολέμου, ακόμα και αν μπορούσαν. Οι «διεθνείς προσπάθειες της δημοκρατίας» αφήνουν το κονγκρέσο και τους ηγέτες του εξαρτημένους από την θέληση των Σοσιαλδημοκρατών πατριωτών, που είναι δεσμευμένοι στις ιμπεριαλιστικές κυβερνήσεις. Και αυτή η ίδια η πλειοψηφία του κονγκρέσου έχοντας πρώτα απ' όλα οδηγηθεί σε αδιέξοδο με το εμπόριο του «ταχύτερος δυνατός τερματισμός του πολέμου», έχει τώρα προσγειωθεί σε ένα καθορισμένο συμπέρασμα: την επίθεση. Ένας «ειρηνισμός» που συσπειρώνει την μικροαστική τάξη και μας οδηγεί στην υποστήριξη της επίθεσης φυσικά θα τύχει θερμής υποδοχής, όχι μόνο απ' τους Ρώσους αλλά και απ' την ιμπεριαλιστική Ανταντ.
Ο Μιλιούκοφ, για παράδειγμα, λέει : «Στο όνομα της αφοσίωσης μας στους συμμάχους και στις παλιές (ιμπεριαλιστικές) συμφωνίες, η επίθεση πρέπει αναπόφευκτα να αρχίσει».
Ο Κερένσκυ και ο Τσερετέλλι, λένε: «Αν και οι παλιές συμφωνίες δεν έχουν ακόμα αναθεωρηθεί, η επίθεση είναι αναπόφευκτη».
Τα επιχειρήματα ποικίλλουν αλλά η πολιτική παραμένει η ίδια. Και δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, απ' τη στιγμή που ο Κερένσκυ και ο Τσερετέλλι είναι αδιάρρηκτα δεμένοι στην κυβέρνηση με το κόμμα του Μιλιούκοφ.
Ο Σοσιαλδημοκρατικός, πατριωτικός ειρηνισμός του Νταν, όπως ο Κουακερικός ειρηνισμός του Μπράιαν, είναι, όταν ερχόμαστε στα πραγματικά γεγονότα, ισάξιοι στην υπηρεσία του ιμπεριαλισμού.
Γι’ αυτό το λόγο ο πιο σημαντικός στόχος της Ρώσικης διπλωματίας δεν συνίσταται στην προτροπή προς τη διπλωματία της Ανταντ να αναθεωρήσει το ένα ή το άλλο, ή να ακυρώσει κάτι άλλο, αλλά στο να τους πείσει ότι η Ρώσικη επανάσταση είναι απόλυτα αξιόπιστη και μπορεί με ασφάλεια να τύχει εμπιστοσύνης.
Ο Ρώσος πρέσβης, Μπατσμάτιεφ, στην ομιλία του στο Κονγκρέσο των ΗΠΑ τη 10η Ιουνίου χαρακτήρισε επίσης τη δραστηριότητα της Προσωρινής Κυβέρνησης απ’ αυτή την οπτική σκοπιά:
«Όλα αυτά τα γεγονότα», είπε, «μας δείχνουν ότι η εξουσία και η σημαντικότητα της Προσωρινής Κυβέρνησης μεγαλώνουν κάθε μέρα, και όσο μεγαλώνουν τόσο ικανότερη θα γίνεται η κυβέρνηση στο να αποβάλλει τα διαλυτικά στοιχεία, είτε αυτά προέρχονται απ’ την αντίδραση είτε απ’ την αγκιτάτσια της άκρας αριστεράς. Η Προσωρινή Κυβέρνηση έχει μόλις αποφασίσει να χρησιμοποιήσει όλα τα απαραίτητα μέσα για να επιτύχει αυτό το σκοπό, ακόμα και αν πρέπει να καταφύγει στη βία, αν και δε σταμάτησε να αναζητεί μια ειρηνική λύση στα προβλήματά της».
Κανένας δεν χρειάζεται να αμφισβητήσει ούτε για μια στιγμή ότι η «εθνική υπερηφάνεια» των Σοσιαλδημοκρατών πατριωτών μας παρέμεινε ανενόχλητη όταν ο πρεσβευτής της «επαναστατικής δημοκρατίας» με πάθος απεδείκνυε στην Αμερικάνικη πλουτοκρατία ότι η Ρώσικη κυβέρνηση ήταν έτοιμη να χύσει το αίμα του Ρώσικου προλεταριάτου στο όνομα του νόμου και της τάξης, των οποίων το πιο σημαντικό στοιχείο ήταν η αφοσιωμένη υποστήριξη του καπιταλισμού της Ανταντ.
Και ακριβώς τη στιγμή που ο κύριος Μπατσμάτιεφ στεκόταν με το καπέλο στο χέρι, συστηνόμενος με ταπεινοφροσύνη στις ύαινες του Αμερικάνικου Χρηματιστηρίου, οι κύριοι Τσερετέλλι και Κερένσκυ τραβούσαν την «επαναστατική δημοκρατία» απ’ τα αυτιά, με το να τους διαβεβαιώνουν ότι ήταν δυνατό να πολεμήσουν την «αναρχία της αριστεράς» χωρίς χρήση βίας, και απειλούσαν με αφοπλισμό τους εργάτες της Πετρούπολης και το σύνταγμα που τους υποστήριζε. Τώρα μπορούμε να δούμε ότι αυτές οι απειλές έγιναν ακριβώς την κατάλληλη στιγμή: ήταν η καλύτερη δυνατή εγγύηση για το Ρώσικο δάνειο απ’ την Αμερική.
«Βλέπετε, τώρα», ο κύριος Μπατσμάτιεφ θα μπορούσε να είχε πει στον κύριο Γουίλσον, «ο επαναστατικός ειρηνισμός μας δε διαφέρει ούτε όσο το πάχος μιας τρίχας απ’ τον ειρηνισμό του Χρηματιστηρίου σας. Και αν μπορούν να πιστέψουν τον κ. Μπράιαν, γιατί δεν μπορούν να πιστέψουν τον κύριο Τσερετέλλι;».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου