Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

Λέον Τρότσκι: Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ


Λέον Τρότσκι: Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ


Αυτό το Φυλλάδιο εκθέτει, συνοπτικά, με τα ίδια τα λόγια του Μαρξ, τις βάσεις της οικονομικής-του θεωρίας. Κανείς μέχρι τώρα δεν στάθηκε ικανός να διατυπώσει τη θεωρία της αξίας της εργασίας καλύτερα από τον ίδιο τον Μαρξ[1].

Μερικά από τα επιχειρήματα του Μαρξ, ειδικά στο πρώτο, το πιο δύσκολο κεφάλαιο, μπορεί να φαίνονται στον αμύητο αναγνώστη πολύ ασυνάρτητα, σχολαστικά ή «μεταφυσικά». Στην πραγματικότητα, αυτή η εντύπωση προβάλλει σαν συνέπεια ότι δεν έχει συνηθίσει να προσεγγίζει επιστημονικά τα πολύ συνηθισμένα φαινόμενα. Το εμπόρευμα έχει γίνει ένα μέρος τόσο κοινό, τόσο οικείο, τόσο συνηθισμένο της καθημερινής-μας ζωής, που δεν μπαίνουμε πια στον κόπο να σκεφτούμε γιατί οι άνθρωποι απαρνούνται σημαντικά αντικείμενα, αναγκαία για τη διατήρηση της ζωής, ανταλλάσσοντάς-τα με μικροσκοπικούς δίσκους από χρυσάφι ή ασήμι που δεν έχουν καμιά χρήση σ’ αυτόν τον κόσμο. Αλλά το ζήτημα δεν περιορίζεται στα εμπορεύματα. Όλες οι κατηγορίες της οικονομίας της αγοράς φαίνονται να είναι αποδεχτές χωρίς ανάλυση, σαν προφανείς, σαν να είταν η φυσική βάση των ανθρώπινων σχέσεων. Ωστόσο, τη στιγμή που η πραγματικότητα του οικονομικού προτσές είναι η ανθρώπινη εργασία, οι πρώτες ύλες, τα εργαλεία, οι μηχανές, ο καταμερισμός της εργασίας, η αναγκαιότητα της διανομής των έτοιμων προϊόντων ανάμεσα σε κείνους που συμμετέχουν στο προτσές εργασίας και άλλα, οι κατηγορίες όπως το «εμπόρευμα», το «χρήμα», τα «μεροκάματα», το «κεφάλαιο», το «κέρδος», οι «φόροι», και άλλες, δεν είναι στα μυαλά των ανθρώπων παρά η μισο-μυστικιστική αντανάκλαση των ποικίλων όψεων ενός οικονομικού προτσές που δεν το καταλαβαίνουν και δεν βρίσκεται κάτω από τον έλεγχό-τους. Για να αποκρυπτογραφηθούν, είναι απαραίτητη μια πλήρης επιστημονική ανάλυση.

Στις Ενωμένες Πολιτείες, όπου ο άνθρωπος που κατέχει ένα εκατομμύριο υπολογίζεται σαν να «αξίζει» ένα εκατομμύριο, οι έννοιες της αγοράς είταν θαμμένες πιο βαθιά από οπουδήποτε αλλού. Μέχρι τελευταία, οι αμερικάνοι αφιέρωναν πολύ λίγη σκέψη στη φύση των οικονομικών σχέσεων. Στη χώρα του πιο ισχυρού οικονομικού συστήματος, η οικονομική θεωρία εξακολουθούσε να είναι εξαιρετικά φτωχή. Μόνο η τωρινή βαθιά κρίση της αμερικανικής οικονομίας έσυρε βίαια την κοινή γνώμη μπροστά στα θεμελιώδη προβλήματα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Όπως και νά ’χει, όποιος δεν έχει ξεπεράσει τη συνήθεια να δέχεται χωρίς κριτική τις ολοέτοιμες ιδεολογικές αντανακλάσεις της οικονομικής εξέλιξης, όποιος δεν έχει σκεφθεί, ακολουθώντας τον Μαρξ, πάνω στην ουσιαστική φύση του εμπορεύματος σαν το βασικό κύτταρο του καπιταλιστικού οργανισμού, αυτός θα μείνει για πάντα ανίκανος να καταλάβει επιστημονικά τις πιο σπουδαίες εκδηλώσεις της εποχής-μας.

Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΜΑΡΞ

Έχοντας εγκαθιδρύσει την επιστήμη σαν τη γνώση της αντικειμενικής κανονικότητας της Φύσης, ο άνθρωπος προσπάθησε με επιμονή και πείσμα να αποκλείσει τον εαυτό-του από την επιστήμη, κρατώντας για τον εαυτό-του ειδικά προνόμια με τη μορφή της λεγόμενης επικοινωνίας με τις υπερφυσικές δυνάμεις (θρησκεία), ή με ηθικούς και αιώνιους κανόνες (ιδεαλισμός). Ο Μαρξ τον απογύμνωσε οριστικά από τα άθλια αυτά προνόμια, θεωρώντας τον άνθρωπο σαν ένα φυσικό κρίκο στο εξελικτικό προτσές της υλικής Φύσης, την ανθρώπινη κοινωνία σαν την οργάνωση της παραγωγής και της διανομής, τον καπιταλισμό σαν ένα στάδιο στην ανάπτυξη της ανθρώπινης κοινωνίας.

Ο στόχος του Μαρξ δεν είταν να ανακαλύψει τους «αιώνιους νόμους» της οικονομίας. Αρνιόταν την ύπαρξη τέτοιων νόμων. Η ιστορία της ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας είναι η ιστορία της διαδοχής ποικίλων οικονομικών συστημάτων, που το καθένα τους λειτουργεί σύμφωνα με τους δικούς του νόμους. Η μετάβαση από το ένα σύστημα στο άλλο καθορίζονταν πάντα από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, δηλαδή, την τεχνική και την οργάνωση της εργασίας. Μέχρι ένα ορισμένο βαθμό, οι κοινωνικές αλλαγές έχουν ποσοτικό χαραχτήρα και δεν μεταβάλλουν τα θεμέλια της κοινωνίας, δηλαδή, την κυρίαρχη μορφή της ιδιοκτησίας. Αλλά φτάνει ένα σημείο όπου οι ώριμες παραγωγικές δυνάμεις δεν μπορούν πια να παραμείνουν για πολύ μέσα στις παλιές μορφές ιδιοκτησίας, και τότε ακολουθεί μια ριζική αλλαγή της κοινωνικής τάξης, που συνοδεύεται από κλονισμούς. Η πρωτόγονη κοινότητα ή ξεπεράστηκε ή συμπληρώθηκε από τη δουλεία. Τη δουλεία την διαδέχτηκε η δουλοπαροικία με τα φεουδαρχικά εποικοδομήματά-της. Η εμπορική ανάπτυξη των πόλεων έφερε την Ευρώπη του 16ου αιώνα στην καπιταλιστική τάξη πραγμάτων, που από τότε πέρασε μέσα από διάφορα στάδια. Στο Κεφάλαιό-του, ο Μαρξ δεν μελετάει την οικονομία γενικά, αλλά την καπιταλιστική οικονομία που έχει τους ιδιαίτερούς-της νόμους. Παρεκβατικά μόνο αναφέρεται σε άλλα οικονομικά συστήματα για να φωτίσει τα χαρακτηριστικά του καπιταλισμού.

Η αυτάρκης οικονομία της πρωτόγονης αγροτικής οικογένειας δεν έχει ανάγκη από μια «πολιτική οικονομία», γιατί κυριαρχείται, από τη μια, από τις δυνάμεις της Φύσης και, από την άλλη, από τις δυνάμεις της παράδοσης. Η κλειστή φυσική οικονομία των Ελλήνων και των Ρωμαίων, βασισμένη στην εργασία του σκλάβου, διευθυνόταν από τη θέληση του δουλοκτήτη, του οποίου τα «σχέδια» καθορίζονταν, με τη σειρά-τους, άμεσα από τους νόμους της Φύσης και τη συνήθεια. Το ίδιο μπορεί να πει κανείς και για το μεσαιωνικό φέουδο με τους αγρότες δουλοπάροικους-του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι οικονομικές σχέσεις είταν καθαρές και διαυγείς στην πρωτόγονη ωμότητά-τους. Αλλά η περίπτωση της σύγχρονης κοινωνίας διαφέρει σ’ όλα τα σημεία. Κατάστρεψε τις παλιές κλειστές σχέσεις και τους πατροπαράδοτους τρόπους εργασίας. Οι καινούργιες οικονομικές σχέσεις ένωσαν τις πόλεις και τα χωριά, τις επαρχίες και τα έθνη. Ο καταμερισμός της εργασίας αγκάλιασε όλο τον πλανήτη. Έχοντας καταστρέψει την παράδοση και τη συνήθεια, αυτοί οι δεσμοί δεν διαμορφώθηκαν στη βάση ενός καθορισμένου σχεδίου, αλλά μάλλον ξέχωρα από την ανθρώπινη πρόβλεψη. Η αλληλεξάρτηση των ανθρώπων, των ομάδων, των τάξεων, των εθνών, που απορρέει από τον καταμερισμό της εργασίας, δεν διευθύνεται από κανέναν. Οι άνθρωποι, χωρίς να γνωρίζονται, εργάζονται ο ένας για τον άλλο, χωρίς να ενδιαφέρονται ο ένας για τις ανάγκες του άλλου, με την ελπίδα κι ακόμα τη βεβαιότητα ότι οι σχέσεις-τους θα ρυθμιστούν κάπως από μόνες-τους. Σε μεγάλο βαθμό αυτό γίνεται, ή μάλλον, συνήθως γινόταν.

Είναι τελείως αδύνατο να αναζητηθούν οι αιτίες της κανονικότητας της καπιταλιστικής κοινωνίας στην υποκειμενική συνείδηση –στις προθέσεις ή στα σχέδια– των μελών-της. Οι αντικειμενικές κανονικότητες του καπιταλισμού διατυπώθηκαν πριν η επιστήμη αρχίσει να τις παίρνει στα σοβαρά. Ακόμα και σήμερα, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων δεν ξέρει τίποτε για τους νόμους που διέπουν την καπιταλιστική οικονομία. Όλη η δύναμη της μεθόδου του Μαρξ έγκειται στο γεγονός ότι πλησιάζει τα οικονομικά φαινόμενα, όχι από την υποκειμενική σκοπιά ορισμένων ανθρώπων, αλλά από την αντικειμενική άποψη που θεωρεί την ανάπτυξη της κοινωνίας σαν όλο, με τον ίδιο τρόπο που ένας επιστήμονας των φυσικών επιστημών εξετάζει μια κυψέλη ή μια μυρμηγκοφωλιά.

Για την οικονομική επιστήμη, το αποφασιστικό σημείο είναι το τι κάνουν οι άνθρωποι και πώς ενεργούν, και όχι αυτό που σκέπτονται οι ίδιοι για τις πράξεις τους. Στη θέση της κοινωνίας δεν βρίσκονται η θρησκεία και η ηθική, αλλά η Φύση και η εργασία. Η μέθοδος του Μαρξ είναι υλιστική γιατί προχωρεί από την ύπαρξη στη συνείδηση και όχι αντίστροφα. Η μέθοδος του Μαρξ είναι διαλεκτική, γιατί βλέπει τη Φύση και την κοινωνία στην εξέλιξη τους και την ίδια την εξέλιξη σαν την ακατάπαυστη πάλη αντίθετων δυνάμεων.

Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΕΠΙΣΤΗΜΗ

Ο Μαρξ είχε τους πρόδρομούς-του. Η κλασική πολιτική οικονομία –Άνταμ Σμιθ, Ντέιβιντ Ρικάρντο– έφτασε στην πλήρη της άνθηση πριν ο καπιταλισμός γεράσει, πριν αρχίσει να φοβάται το αύριο. Ο Μαρξ απόδοσε στους δυο μεγάλους κλασικούς, σαν φόρο τιμής, μια βαθιά ευγνωμοσύνη. Όμως, το βασικό σφάλμα της κλασικής οικονομίας είταν στο ότι έβλεπε τον καπιταλισμό σαν το κανονικό τρόπο ύπαρξης της ανθρωπότητας για πάντα, αντί να τον θεωρεί απλά σαν ένα ιστορικό στάδιο στην ανάπτυξη της κοινωνίας. Ο Μαρξ άρχισε μια κριτική αυτής της πολιτικής οικονομίας, αποκάλυψε τα λάθη-της και ταυτόχρονα τις αντιφάσεις του ίδιου του καπιταλισμού, και απόδειξε την αναπόφευχτη κατάρρευσή-του.

Η επιστήμη δεν μπορεί να φτάσει στο στόχο-της μέσα στο ερμητικά κλειστό σπουδαστήριο του σοφού, αλλά μέσα σε μια κοινωνία με σάρκα και οστά. Όλα τα συμφέροντα και όλα τα πάθη που κομματιάζουν την κοινωνία εξασκούν την επίδρασή-τους στην εξέλιξη της επιστήμης –ειδικά πάνω στην πολιτική οικονομία, την επιστήμη του πλούτου και της φτώχειας. Η πάλη των εργατών ενάντια στους καπιταλιστές ανάγκασε τους θεωρητικούς της μπουρζουαζίας να γυρίσουν την πλάτη στην επιστημονική ανάλυση του συστήματος εκμετάλλευσης και να απασχοληθούν με μια γυμνή περιγραφή των οικονομικών γεγονότων, μια μελέτη του οικονομικού παρελθόντος και, το χειρότερο απ’ όλα, με μια πλήρη παραποίηση των πραγμάτων, με σκοπό να δικαιώσουν το καπιταλιστικό σύστημα. Η οικονομική θεωρία που διδάσκεται σήμερα στα επίσημα ιδρύματα, και κηρύσσεται από τον αστικό Τύπο, δεν έχει έλλειψη από πραγματικά σημαντικά στοιχεία, είναι, ωστόσο, απόλυτα ανίκανη να συλλάβει το οικονομικό προτσές σαν όλο και να ανακαλύψει τους νόμους και τις προοπτικές-του, ούτε έχει καμιά όρεξη να το κάνει. Η επίσημη πολιτική οικονομία έχει πεθάνει.

Ο ΝΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Στη σύγχρονη κοινωνία ο κύριος δεσμός ανάμεσα στους ανθρώπους είναι η ανταλλαγή. Κάθε προϊόν εργασίας που μπαίνει στο προτσές της ανταλλαγής γίνεται εμπόρευμα. Ο Μαρξ άρχισε την έρευνά-του με το εμπόρευμα και συνήγαγε από το θεμελιώδες αυτό κύτταρο της καπιταλιστικής κοινωνίας τις κοινωνικές αυτές σχέσεις που σχηματίστηκαν αντικειμενικά στη βάση της ανταλλαγής, ανεξάρτητα από τη θέληση των ανθρώπων. Μόνο ακολουθώντας αυτή την πορεία είναι δυνατό να λυθεί το θεμελιακό πρόβλημα–πώς στην καπιταλιστική κοινωνία, όπου ο κάθε άνθρωπος σκέφτεται για τον εαυτό-του και κανείς δεν σκέφτεται για όλους, δημιουργούνται οι σχετικές αναλογίες ανάμεσα στους διάφορους κλάδους της οικονομίας, τους απαραίτητους για τη ζωή;

Ο εργάτης πουλάει την εργατική-του δύναμη, ο αγρότης φέρνει τα προϊόντα-του στην αγορά, ο χρηματοδανιστής ή ο τραπεζίτης δίνει δάνεια, ο καταστηματάρχης προσφέρει μια ποικιλία από εμπορεύματα, ο βιομήχανος φτιάχνει εργοστάσια, ο κερδοσκόπος αγοράζει και πουλάει μετοχές και ομολογίες –καθένας έχοντας τις δικές-του εκτιμήσεις, τα δικά-του ιδιωτικά σχέδια, τα δικά-του συμφέροντα γύρω από τα μεροκάματα ή το κέρδος. Ωστόσο, μέσα απ’ αυτό το χάος των ατομικών προσπαθειών και πράξεων, ξεπηδάει ένα ορισμένο οικονομικό όλο, που, βέβαια, δεν είναι αρμονικό, αλλά αντιφατικό, αλλά που δίνει στην κοινωνία τη δυνατότητα όχι μόνο να υπάρχει αλλά και να αναπτύσσεται. Στο κάτω κάτω, αυτό σημαίνει ότι το χάος δεν είναι καθόλου χάος, ότι μ’ έναν ορισμένο τρόπο ρυθμίζεται αυτόματα, αν και όχι συνειδητά. Το να καταλάβουμε το μηχανισμό μέσα από τον οποίο οι διάφορες όψεις της οικονομίας οδηγούνται σε μια κατάσταση σχετικής ισορροπίας, σημαίνει να ανακαλύψουμε τους αντικειμενικούς νόμους του καπιταλισμού.

Είναι φανερό ότι οι νόμοι που διέπουν τους διάφορους τομείς της καπιταλιστικής οικονομίας –μεροκάματα, τιμές, γαιοπρόσοδος, κέρδος, τόκοι, πίστη, χρηματιστήριο– είναι πολυάριθμοι και πολύπλοκοι. Αλλά στο τέλος του λογαριασμού, δεν οδηγούν παρά στο νόμο που ο Μαρξ ανακάλυψε και ερεύνησε μέχρι το τέλος, δηλαδή το νόμο της αξίας της εργασίας, που είναι πραγματικά ο βασικός ρυθμιστής της καπιταλιστικής οικονομίας. Η ουσία αυτού του νόμου είναι απλή. Η κοινωνία έχει στη διάθεσή-της ένα ορισμένο απόθεμα ζωντανής εργατικής δύναμης. Επενεργώντας στη Φύση, η δύναμη αυτή παράγει τα απαραίτητα προϊόντα για την ικανοποίηση των ανθρώπινων αναγκών. Σαν συνέπεια του καταμερισμού της εργασίας ανάμεσα σε ανεξάρτητους παραγωγούς, τα προϊόντα παίρνουν τη μορφή εμπορευμάτων. Τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται το ένα με το άλλο στη βάση μιας δοσμένης αναλογίας, πρώτα άμεσα, και τελικά με ενδιάμεσο το χρυσάφι ή το χρήμα. Η βασική ιδιότητα των εμπορευμάτων, που σε μια ορισμένη σχέση τα κάνει ίσα μεταξύ-τους, είναι η ανθρώπινη εργασία που ξοδεύεται πάνω σ’ αυτά –η αφηρημένη εργασία, η εργασία γενικά– η βάση και το μέτρο της αξίας. Ο καταμερισμός της εργασίας ανάμεσα σε εκατομμύρια σκόρπιους παραγωγούς δεν οδηγεί στην αποσύνθεση της κοινωνίας, γιατί τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται σύμφωνα με τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που ξοδεύτηκε πάνω σ’ αυτά. Με το να δέχεται ή να απορρίπτει τα εμπορεύματα, η αγορά, σαν η αρένα των ανταλλαγών, αποφασίζει αν περικλείουν ή όχι μέσα-τους κοινωνικά αναγκαία εργασία, και, έτσι, καθορίζει την αναλογία των διαφόρων ειδών εμπορευμάτων των αναγκαίων στην κοινωνία, και, κατά συνέπεια, και την κατανομή της εργατικής δύναμης σύμφωνα με τα διάφορα επαγγέλματα.

Τα πραγματικά προτσές της αγοράς είναι άπειρα πιο πολύπλοκα απ’ όσο εκτέθηκαν εδώ σε μερικές γραμμές. Έτσι, κυμαινόμενες γύρω από την αξία εργασίας, οι τιμές ανεβαίνουν πάνω ή πέφτουν κάτω από την αξία-τους. Οι αιτίες αυτών των αποκλίσεων ερμηνεύονται πλήρως στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου του Μαρξ που περιγράφει «το προτσές της καπιταλιστικής παραγωγής θεωρούμενο ως όλο». Ωστόσο, όσο μεγάλες κι αν είναι οι διαφορές ανάμεσα στις τιμές και τις αξίες των εμπορευμάτων, στις μεμονωμένες περιπτώσεις, το άθροισμα όλων των τιμών είναι ίσο με το άθροισμα όλων των αξιών, γιατί σε τελευταία ανάλυση, μόνο οι αξίες που δημιουργήθηκαν από ανθρώπινη εργασία είναι στη διάθεση της κοινωνίας, και οι τιμές δεν μπορούν να ξεπεράσουν αυτό το όριο, κι εδώ περιλαβαίνονται και οι μονοπωλιακές τιμές των τραστ. Εκεί που η εργασία δεν έχει δημιουργήσει καινούργια αξία, ακόμα κι ο Ροκφέλερ δεν μπορεί να βγάλει τίποτα.

ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ
Αλλά αν τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται το ένα με το άλλο σύμφωνα με την ποσότητα εργασίας που τοποθετείται σ’ αυτά, πώς προκύπτει η ανισότητα απ’ αυτήν την ισότητα; Ο Μαρξ έλυσε αυτό το αίνιγμα αποκαλύπτοντας την ιδιαίτερη φύση ενός από τα εμπορεύματα, που βρίσκεται στη βάση όλων των άλλων εμπορευμάτων: της εργατικής δύναμης. Ο ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής, ο καπιταλιστής, αγοράζει την εργατική δύναμη. Όπως όλα τα άλλα εμπορεύματα, το ίδιο και η εργατική δύναμη εκτιμάται σύμφωνα με την ποσότητα εργασίας που περιέχει, δηλαδή των μέσων συντήρησης που είναι αναγκαία για την επιβίωση και την αναπαραγωγή του εργάτη. Αλλά η κατανάλωση αυτού του εμπορεύματος –της εργατικής δύναμης– συνίσταται σε εργασία, δηλαδή στη δημιουργία νέων αξιών. Η ποσότητα αυτών των αξιών είναι μεγαλύτερη απ’ αυτήν που παίρνει και που ξοδεύει ο εργάτης για τη συντήρηση του. Ο καπιταλιστής αγοράζει την εργατική δύναμη με σκοπό να την εκμεταλλευτεί. Αυτή η εκμετάλλευση είναι η πηγή της ανισότητας.


Το μέρος του προϊόντος που χρησιμεύει για να καλύψει τις ανάγκες του εργάτη, ο Μαρξ το ονομάζει αναγκαίο-προϊόν. Το μέρος που ο εργάτης παράγει επιπλέον, είναι το ύπερ-προϊόν. Οι σκλάβοι έπρεπε να παράγουν υπερ-προϊόν, αλλιώτικα ο ιδιοκτήτης τους δεν θα κρατούσε κανέναν σκλάβο. Οι δουλοπάροικοι έπρεπε να παράγουν υπερ-προϊόν, αλλιώτικα δεν θα χρησίμευαν σε τίποτε στους ευγενείς. Υπερ-προϊόν, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη έκταση, παράγεται και από το μισθωτό εργάτη, αλλιώτικα, ο καπιταλιστής δεν θα είχε ανάγκη να αγοράσει την εργατική-του δύναμη. Η πάλη των τάξεων είναι η πάλη για το υπερ-προϊόν. Αυτός που κατέχει το υπερ-προϊόν είναι ο κύριος της κατάστασης –κατέχει τον πλούτο, το κράτος, τα κλειδιά της εκκλησίας, των δικαστηρίων, των επιστημών και των τεχνών.

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΟΠΩΛΙΑ

Οι σχέσεις ανάμεσα στους καπιταλιστές, που εκμεταλλεύονται τους εργάτες, καθορίζονται από τον ανταγωνισμό, που για καιρό είναι το βασικό κίνητρο της καπιταλιστικής προόδου. Οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν, σε σχέση με τις πιο μικρές, τεχνικά, χρηματικά, οργανωτικά, οικονομικά, και, τέλος, αλλά όχι και το πιο μικρό, πολιτικά πλεονεκτήματα. Το κεφάλαιο, το πιο μεγάλο, το ικανό να εκμεταλλευτεί ένα μεγαλύτερο αριθμό εργατών, βγαίνει αναπόφευκτα νικητής από την αναμέτρηση. Τέτοια είναι η αμετάβλητη βάση του προτσές συγκέντρωσης και συγκεντροποίησης του κεφαλαίου.


Ενώ παροτρύνει την προοδευτική ανάπτυξη της τεχνικής, ο ανταγωνισμός καταστρέφει βαθμιαία, όχι μόνο τα ενδιάμεσα στρώματα, αλλά και τον ίδιο τον εαυτό-του. Πάνω στα πτώματα και τα μισοπτώματα των μικρών και μεσαίων καπιταλιστών υψώνεται ένας αριθμός που ολοένα μικραίνει από επικυρίαρχους καπιταλιστές, όλο και πιο δυνατούς. Έτσι, από τον τίμιο, το δημοκρατικό, τον προοδευτικό ανταγωνισμό γεννιέται αμετάκλητα το επιζήμιο, το αντιδραστικό, το παρασιτικό μονοπώλιο. Η κυριαρχία-του άρχισε να στεριώνεται στη δεκαετία του 1880, του περασμένου αιώνα, για να πάρει την οριστική του μορφή στις αρχές αυτού του αιώνα. Τώρα η νίκη των μονοπωλίων έχει πια ανοιχτά αναγνωριστεί από τους πιο επίσημους εκπρόσωπους της αστικής κοινωνίας[2]. Όμως, όταν στην πορεία των προβλέψεων του ο Μαρξ συνήγαγε πρώτος το μονοπώλιο σαν μια εγγενή τάση του καπιταλισμού, ο αστικός κόσμος έβλεπε τον ανταγωνισμό σαν έναν αιώνιο νόμο της Φύσης.

Η κατάργηση του ανταγωνισμού από το μονοπώλιο σημαδεύει την αρχή της αποσύνθεσης της καπιταλιστική κοινωνίας. Ο ανταγωνισμός είταν το δημιουργικό κίνητρο του καπιταλισμού και η ιστορική δικαίωση του καπιταλιστή. Με τον ίδιο τρόπο, η κατάργηση του ανταγωνισμού σημαδεύει τη μεταμόρφωση των μετόχων σε κοινωνικά παράσιτα. Ο ανταγωνισμός έχει ανάγκη από ορισμένες ελευθερίες, μια φιλελεύθερη ατμόσφαιρα, ένα καθεστώς δημοκρατίας, ένα καθεστώς εμπορικού κοσμοπολιτισμού. Το μονοπώλιο έχει ανάγκη από μια κυβέρνηση όσο το δυνατό πιο αυταρχική, τελωνειακούς φραγμούς, τις «δικές-του» πηγές πρώτων υλών και αγορών (αποικίες). Η τελευταία λέξη στην αποσύνθεση του μονοπωλιακού κεφαλαίου είναι ο φασισμός.

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ ΚΑΙ ΟΞΥΝΣΗ ΤΩΝ ΤΑΞΙΚΩΝ ΑΝΤΙΦΑΣΕΩΝ
Οι καπιταλιστές και οι θιασώτες-τους προσπαθούν με κάθε τρόπο να κρύψουν την πραγματική έκταση της συγκέντρωσης του πλούτου τόσο από τα μάτια του λαού όσο και από τα μάτια του φοροεισπράκτορα. Περιφρονώντας αυτό που είναι ολοφάνερο, ο αστικός Τύπος προσπαθεί ακόμα να διατηρήσει την ψευδαίσθηση του «δημοκρατικού» καταμερισμού των επενδύσεων κεφαλαίου. Οι Τάιμς της Νέας Υόρκης ανασκευάζοντας τους μαρξιστές, σημειώνουν ότι υπάρχουν από 3 μέχρι 5 εκατομμύρια μεμονωμένοι εργοδότες. Είναι αλήθεια ότι οι μετοχικές εταιρίες αντιπροσωπεύουν μεγαλύτερη συγκέντρωση κεφαλαίου από αυτήν των 3 μέχρι 5 εκατομμυρίων μεμονωμένων εργοδοτών, αλλά στις Ενωμένες Πολιτείες υπάρχουν «μισό εκατομμύριο εταιρίες». Αυτό το ανόητο παιχνίδι με στρογγυλεμένους αριθμούς και μέσους όρους χρησιμεύει όχι για να αποκαλύψει αλλά για να καλύψει την αληθινή φύση των πραγμάτων.

Από την αρχή του πολέμου μέχρι το 1923, ο αριθμός των εγκαταστάσεων και των εργοστασίων στις Ενωμένες Πολιτείες έπεσε από τα 100 στα 98,7, ενώ η μάζα της βιομηχανικής παραγωγής ανέβηκε από τα 100 στα 156,3. Στη διάρκεια των χρόνων της εντυπωσιακής ευημερίας (1923-1929), όπου φαινόταν ότι όλοι θα γίνονταν πλούσιοι, ο αριθμός των επιχειρήσεων έπεσε από τα 100 στα 93,8, ενώ η παραγωγή ανέβηκε από τα 100 στα 113. Η συγκέντρωση, ωστόσο, των επιχειρήσεων, που δένονται με τα βαριά υλικά σώματά-τους, αφήνει πολύ μακριά πίσω-της τη συγκέντρωση των ψυχών-τους, δηλαδή των ιδιοκτητών-τους. Το 1929, οι Ενωμένες Πολιτείες είχαν πραγματικά περισσότερες από 300.000 εταιρίες, όπως σωστά παρατηρούν οι Τάιμς της Νέας Υόρκης. Μόνο που είναι αναγκαίο να προσθέσουμε ότι οι 200 απ’ αυτές, δηλαδή το 0,07%, έλεγχε άμεσα το 49,2% των αξιών όλων των εταιριών. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η σχέση αυτή είχε ήδη ανεβεί στα 56%, και τα χρόνια της κυβέρνησης Ρούσβελτ, ανέβηκε αναμφίβολα πιο ψηλά. Στις 200 αυτές πρώτες μετοχικές εταιρίες, η πραγματική κυριαρχία είναι στα χέρια μιας μικρής μειοψηφίας[3].

Το ίδιο προτσές μπορεί να παρατηρηθεί στο ασφαλιστικό και τραπεζιτικό σύστημα. Πέντε από τις μεγαλύτερες ασφαλιστικές εταιρίες των Ενωμένων Πολιτειών έχουν απορροφήσει όχι μόνο τις άλλες εταιρίες, αλλά και πολλές τράπεζες. Ο συνολικός αριθμός των τραπεζών περιορίζεται, κυρίως με τη μορφή της λεγόμενης «συγχώνευσης», που στην πραγματικότητα είναι απορρόφηση. Η έκταση του κύκλου εργασιών αυξάνει ταχύτατα. Πάνω από τις τράπεζες ορθώνεται η ολιγαρχία των υπερτραπεζών. Το τραπεζικό κεφάλαιο συγχωνεύεται με το βιομηχανικό κεφάλαιο σ’ ένα χρηματιστικό υπερκεφάλαιο. Αν υποθέσουμε ότι η συγκέντρωση των βιομηχανιών και των τραπεζών θα προχωρήσει με τον ίδιο ρυθμό που προχώρησε στο πρώτο τέταρτο του αιώνα –στην πραγματικότητα ο ρυθμός συγκέντρωσης μεγαλώνει– στη διάρκεια του επόμενου τέταρτου τα μονοπώλια θα έχουν συγκεντρώσει κάτω από τον έλεγχό-τους ολόκληρη την οικονομία της χώρας χωρίς να αφήσουν έξω ούτε τον οβολό της χήρας.

Καταφεύγουμε εδώ στις στατιστικές των Ενωμένων Πολιτειών, μόνο και μόνο γιατί είναι πιο ακριβείς και πιο χτυπητές. Ουσιαστικά, το προτσές της συγκέντρωσης είναι διεθνές στο χαραχτήρα-του. Μέσα από τα διάφορα στάδια του καπιταλισμού, μέσα από τις φάσεις των συγκυριακών κύκλων, μέσα απ’ όλα τα πολιτικά καθεστώτα, μέσα από τις ειρηνικές περίοδες όπως και μέσα από τις περίοδες των ένοπλων συγκρούσεων, το προτσές της συγκέντρωσης όλων των μεγάλων περιουσιών σ’ ένα όλο και μικρότερο αριθμό από χέρια συνεχίστηκε και θα συνεχιστεί ασταμάτητα. Στα χρόνια του μεγάλου πολέμου, τη στιγμή που τα έθνη αιμορραγούσαν θανάσιμα, τη στιγμή που τα ίδια τα πολιτικά σώματα της μπουρζουαζίας συντρίβονταν κάτω από το βάρος των εθνικών χρεών, τη στιγμή που τα δημοσιονομικά συστήματα βουλιάζανε στην άβυσσο, παρασύροντας πίσω-τους τις μεσαίες τάξεις, τα μονοπώλια πραγματοποιούσαν κέρδη χωρίς προηγούμενο από το βόρβορο και το αίμα. Οι πιο ισχυρές εταιρίες των Ενωμένων Πολιτειών αύξησαν το ενεργητικό-τους στη διάρκεια του πολέμου, 2, 3, 4 ή και περισσότερες φορές και φούσκωναν κατά 300, 400, 900% και ακόμα πιο πολύ τα μερίσματά-τους.

Το 1840, οχτώ χρόνια πριν την έκδοση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου των Μαρξ και Έγκελς, ο διάσημος γάλλος συγγραφέας Αλέξις ντε Τοκβίλ έγραφε στο βιβλίο-του, Η Δημοκρατία στην Αμερική: «Τα μεγάλα πλούτη τείνουν να εξαφανιστούν, ο αριθμός των μικρών περιουσιών τείνει να αυξηθεί». Αυτή η σκέψη έχει επαναληφθεί αμέτρητες φορές, πρώτα σε σχέση με τις Ενωμένες Πολιτείες, μετά σε σχέση με τις νέες δημοκρατίες, όπως η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία. Βέβαια, οι απόψεις του Τοκβίλ είταν λαθεμένες, ακόμα και για την εποχή-του. Όμως, η πραγματική συγκέντρωση του πλούτου δεν άρχισε παρά μετά τον αμερικάνικο Εμφύλιο Πόλεμο, που στις παραμονές-του πέθανε ο Τοκβίλ. Στις αρχές του αιώνα-μας, τα 2% του πληθυσμού των Ενωμένων Πολιτειών κατείχαν ήδη πάνω από το μισό πλούτο της χώρας. Το 1929 τα ίδια 2% κατείχαν τα 3/5 του εθνικού πλούτου. Την ίδια στιγμή, 36 χιλιάδες πλούσιες οικογένειες είχαν ένα εισόδημα που ισοδυναμούσε με το εισόδημα 11 εκατομμυρίων μεσαίων και φτωχών οικογενειών. Στη διάρκεια της κρίσης του 1929-1933, οι μονοπωλιακές επιχειρήσεις δεν είχαν ανάγκη να κάνουν έκκληση στη δημόσια φιλανθρωπία. Αντίθετα, ανυψώθηκαν περισσότερο από ποτέ, πάνω από τη γενική παρακμή της εθνικής οικονομίας. Στη διάρκεια της σαθρής βιομηχανικής αναγέννησης που ακολούθησε το αφράτο κέικ του Νιου Ντιλ, τα μονοπώλια ξάφρισαν πάλι τη μεγαλύτερη μερίδα της κρέμας. Ο αριθμός των ανέργων έπεσε από τα 20 εκατομμύρια στα 10 εκατομμύρια. Την ίδια στιγμή, η αριστοκρατία της καπιταλιστικής κοινωνίας –όχι πάνω από 6 χιλιάδες άτομα– συσσώρευαν φανταστικά μερίσματα. Αυτό απόδειξε με πίνακες ο Γενικός Εισαγγελέας, Ρόμπερτ Τζάκσον, στη διάρκεια της θητείας-του σαν Υφυπουργός Δικαιοσύνης των Ενωμένων Πολιτειών Ενάντια στα Τραστ.

Αλλά η αφηρημένη έννοια του «μονοπωλιακού κεφαλαίου» αποχτά για μας σάρκα και οστά. Αυτό σημαίνει ότι μια δράκα οικογενειών[4], που είναι δεμένες με δεσμούς συγγένειας και κοινά συμφέροντα σε μια αποκλειστική καπιταλιστική ολιγαρχία, διαθέτει τον οικονομικό και πολιτικό πλούτο ενός μεγάλου έθνους. Πρέπει κανείς να παραδεχτεί πως ο μαρξιστικός νόμος της συγκέντρωσης δούλεψε θαυμάσια!

ΕΧΕΙ ΞΕΠΕΡΑΣΤΕΙ Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΞ;
Τα ζητήματα του ανταγωνισμού, της συγκέντρωσης του πλούτου και του μονοπωλίου, οδηγούν φυσικά στο ερώτημα αν στις μέρες-μας η οικονομική θεωρία του Μαρξ δεν έχει παρά ιστορικό μόνο ενδιαφέρον –όπως, λόγου χάρη, η θεωρία του Άνταμ Σμιθ– ή αν εξακολουθεί να έχει πραγματική σημασία. Το κριτήριο για να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα είναι απλό: αν η θεωρία εκτιμά σωστά την πορεία ανάπτυξης και προβλέπει το μέλλον καλύτερα από τις άλλες θεωρίες, τότε παραμένει η πιο προχωρημένη θεωρία της εποχής-μας, κι ας έχει ηλικία πολλών δεκάδων χρόνων.

Ο διάσημος γερμανός οικονομολόγος Βέρνερ Ζόμπαρτ, που ουσιαστικά είταν μαρξιστής στην αρχή της καριέρας-του, αλλά αργότερα αναθεώρησε όλο και περισσότερο τις επαναστατικές πλευρές της μαρξιστικής διδασκαλίας, αντιτάσσοντας στο Κεφάλαιο του Μαρξ την Κεφαλαιοκρατία-του, που είναι ίσως η πιο γνωστή απολογητική της αστικής οικονομίας τον τελευταίο καιρό. Ο Ζόμπαρτ γράφει: «Ο Καρλ Μαρξ προφήτευσε: πρώτο, την αυξανόμενη αθλιότητα των μισθωτών εργατών. Δεύτερο, τη γενική “συγκέντρωση” με την εξαφάνιση της τάξης των βιοτεχνών και των αγροτών. Τρίτο, την καταστροφική κατάρρευση του καπιταλισμού. Τίποτε τέτοιο δεν συνέβηκε».

Ενάντια στις λαθεμένες αυτές προβλέψεις, ο Ζόμπαρτ αντιθέτει τις δικές-του «αυστηρά επιστημονικές προβλέψεις». «Ο καπιταλισμός θα συνεχίσει, σύμφωνα με τον Ζόμπαρτ, να μεταμορφώνεται εσωτερικά προς την ίδια κατεύθυνση προς την οποία είχε ήδη αρχίσει να μεταμορφώνεται από την εποχή που βρισκόταν στο απόγειό-του: καθώς θα γερνάει, θα γίνεται όλο και πιο ήρεμος, πιο σοβαρός, πιο λογικός». Ας προσπαθήσουμε να επαληθεύσουμε, έστω και σε γενικές γραμμές, ποιος από τους δυο έχει δίκιο: ο Μαρξ, με την πρόβλεψή-του της καταστροφής, ή ο Ζόμπαρτ, που στο όνομα όλης της αστικής οικονομίας υπόσχεται ότι τα πράγματα θα διευθετηθούν «ήρεμα, σοβαρά, λογικά». Ο αναγνώστης θα συμφωνήσει πως το ερώτημα είναι αξιοσημείωτο.

Α. –Η «Θεωρία της Αυξανόμενης Αθλιότητας»
«Συσσώρευση του πλούτου στον έναν πόλο, έγραφε ο Μαρξ 60 χρόνια πριν από τον Ζόμπαρτ, σημαίνει, λοιπόν, ταυτόχρονα, συσσώρευση της αθλιότητας, του εφιαλτικού μόχθου, της σκλαβιάς, της άγνοιας, της κτηνωδίας, του πνευματικού εκφυλισμού, στον άλλο, στον αντίθετο πόλο, δηλαδή στη μεριά της τάξης που παράγει τα προϊόντα-της με τη μορφή κεφαλαίου». Αυτή η θέση του Μαρξ, γνωστή σαν «Η Θεωρία της Εξαθλίωσης», έγινε ο στόχος διαρκών επιθέσεων απόμερους των δημοκρατών και σοσιαλδημοκρατών μεταρρυθμιστών, ειδικά την περίοδο 1896-1914, τη στιγμή που ο καπιταλισμός αναπτυσσόταν γοργά και έκανε ορισμένες παραχωρήσεις στους εργάτες, κυρίως στα ανώτερα στρώματά-τους. Μετά τον Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η μπουρζουαζία, τρομαγμένη από τα ίδια-της τα εγκλήματα και από την Οχτωβριανή Επανάσταση, έπαιρνε το δρόμο της διαφήμισης των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, που την αξία-τους αναιρούσε ταυτόχρονα ο πληθωρισμός και η ανεργία, η θεωρία της προοδευτικής μεταμόρφωσης της καπιταλιστικής κοινωνίας βρήκε στα μάτια των μεταρρυθμιστών και των αστών καθηγητών την πλήρη-της δικαίωση. «Η αγοραστική δύναμη της μισθωτής εργασίας, μας βεβαίωνε ο Ζόμπαρτ το 1928, έχει αυξηθεί σε άμεση αναλογία με την επέκταση της καπιταλιστικής παραγωγής».

Στην πραγματικότητα, η οικονομική αντίφαση ανάμεσα στο προλεταριάτο και την μπουρζουαζία χειροτέρεψε στη διάρκεια της πιο ευνοϊκής περιόδου της καπιταλιστικής ανάπτυξης, ενώ η άνοδος του βιοτικού επιπέδου μερικών εργατικών στρωμάτων, που σε μερικές περιπτώσεις είταν μάλλον εκτεταμένη, έκρυβε την μείωση της προλεταριακής μερίδας στο εθνικό εισόδημα. Έτσι, πριν ακριβώς πέσει κατακόρυφα, η βιομηχανική παραγωγή των Ενωμένων Πολιτειών, λόγου χάρη, ανέβηκε κατά 50% ανάμεσα στα 1920 και στα 1930, ενώ το ποσό που πληρωνόταν σε μεροκάματα ανέβηκε κατά 30% μόνο, πράγμα που σημαίνει μια τρομαχτική μείωση της μερίδας της εργασίας στο εθνικό εισόδημα. Το 1930 άρχισε μια φοβερή αύξηση της ανεργίας, και το 1933 μια λίγο-πολύ συστηματική βοήθεια στους ανέργους, που παίρνανε με τη μορφή της αρωγής το μισό μόλις εκείνου που έχαναν με τη μορφή του μεροκάματου. Η ψευδαίσθηση της αδιάκοπης «προόδου» όλων των τάξεων, εξαφανίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνη. Η σχετική πτώση του βιοτικού επιπέδου των μαζών, ξεπεράστηκε από μια απόλυτη πτώση. Οι εργάτες άρχισαν να κάνουν οικονομίες πρώτα στις πενιχρή ψυχαγωγία-τους, μετά στα ρούχα-τους και, τέλος, στην διατροφή-τους. Τα είδη και τα προϊόντα μέσης ποιότητας αντικαταστάθηκαν από ψεύτικα και τα ψεύτικα από είδη πρόστυχης ποιότητας. Τα συνδικάτα άρχισαν να μοιάζουν με τον άνθρωπο που αρπάζεται απελπισμένα από το στήριγμα την ώρα που κατεβαίνει από μια ταχύτατη κυλιόμενη σκάλα.

Με το 6% του παγκόσμιου πληθυσμού, οι Ενωμένες Πολιτείες κατέχουν το 40% του παγκόσμιου πλούτου. Κι όμως το 1/3 του έθνους, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος ο Ρούσβελτ, υποσιτίζεται, ντύνεται ανεπαρκώς και ζει κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Τι να πει τότε κανείς για τις λιγότερο προνομιούχες χώρες; Η ιστορία του καπιταλιστικού κόσμου μετά τον τελευταίο πόλεμο έχει αδιάψευστα επιβεβαιώσει τη λεγόμενη «Θεωρία της Εξαθλίωσης».

Το φασιστικό καθεστώς, που απλά φτάνει στο έσχατο όριο της παρακμής και της αντίδρασης, που είναι εγγενή σε κάθε ιμπεριαλιστικό καπιταλισμό, έγινε απαραίτητο όταν ο εκφυλισμός του καπιταλισμού εξάλειψε τη δυνατότητα διατήρησης των ψευδαισθήσεων για μια άνοδο του βιοτικού επιπέδου του προλεταριάτου. Η φασιστική διχτατορία σημαίνει την ανοιχτή αναγνώριση της τάσης προς την εξαθλίωση, που οι πιο πλούσιες ιμπεριαλιστικές δημοκρατίες προσπαθούν ακόμα να καλύψουν. Ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ καταδιώκουν το μαρξισμό με τέτοιο μίσος ακριβώς γιατί τα καθεστώτα τους είναι η πιο φοβερή επιβεβαίωση των μαρξιστικών προβλέψεων. Ο πολιτισμένος κόσμος αγανάχτησε, ή προσποιήθηκε ότι αγανάχτησε, όταν ο Γκέριγκ, με τον τόνο του δήμιου και του παλιάτσου που τον χαρακτηρίζει, δήλωσε πως τα όπλα είναι πιο σημαντικά από το βούτυρο, ή όταν ο Καλιόστρο-Καζανόβα-Μουσολίνι συμβούλεψε τους ιταλούς εργάτες να μάθουν να σφίγγουν τη ζώνη-τους πάνω από τα μαύρα-τους πουκάμισα. Αλλά ουσιαστικά τα ίδια δεν συμβαίνουν και στις ιμπεριαλιστικές δημοκρατίες; Παντού το βούτυρο χρησιμοποιείται για να γρασάρονται τα όπλα. Οι εργάτες της Γαλλίας, της Αγγλίας και των Ενωμένων Πολιτειών μαθαίνουν να σφίγγουν τη ζώνη χωρίς να φορούν μαύρα πουκάμισα.

Β. –Ο Εφεδρικός Στρατός και η Καινούργια Υπο-τάξη των Ανέργων
Ο εφεδρικός βιομηχανικός στρατός αποτελεί το απαραίτητο συστατικό στοιχείο του κοινωνικού μηχανισμού του καπιταλισμού, όπως οι εφεδρικές μηχανές και οι πρώτες ύλες στις αποθήκες των εργοστασίων ή τα τελειωμένα προϊόντα στις αποθήκες των καταστημάτων. Ούτε η γενική επέκταση της παραγωγής, ούτε η προσαρμογή του κεφαλαίου στις περιοδικές πλημμυρίδες και αμπώτιδες του βιομηχανικού κύκλου θα είταν δυνατές χωρίς ένα απόθεμα εργατικής δύναμης. Από τη γενική τάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης –αύξηση του σταθερού κεφαλαίου (μηχανές και πρώτες ύλες) σε βάρος του μεταβλητού κεφαλαίου (εργατική δύναμη)– ο Μαρξ έβγαλε το συμπέρασμα: «Όσο πιο μεγάλος είναι ο κοινωνικός πλούτος ...τόσο πιο μεγάλος είναι ο εφεδρικός βιομηχανικός στρατός ...τόσο πιο μεγάλη είναι η μάζα του παγιωμένου υπερπληθυσμού ...τόσο πιο μεγάλη είναι η επίσημη εξαθλίωση. Αυτός είναι ο απόλυτος γενικός νόμος της καπιταλιστικής συσσώρευσης».

Αυτή η θέση –άρρηκτα δεμένη με τη «Θεωρία της Εξαθλίωσης», που για χρόνια πολεμήθηκε σαν «υπερβολική», «παρατραβηγμένη» και «δημαγωγική»– έχει τώρα γίνει η τέλεια θεωρητική εικόνα των πραγμάτων όπως πραγματικά είναι. Ο τωρινός στρατός των ανέργων δεν μπορεί πια να θεωρηθεί σαν «εφεδρικός στρατός», γιατί η κύρια μάζα-του δεν έχει πια καμιά ελπίδα να απασχοληθεί ξανά. Αντίθετα, πρόκειται όλο και να φουσκώνει από ένα συνεχές κύμα πρόσθετων ανέργων. Ο αποσυντιθέμενος καπιταλισμός έχει γεννήσει μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων που ποτέ δεν έχουν δουλέψει, ούτε έχουν ελπίδα να δουλέψουν. Αυτή η καινούργια υπο-τάξη ανάμεσα στο προλεταριάτο και το μισο-προλεταριάτο είναι αναγκασμένη να ζει σε βάρος της κοινωνίας. Έχει υπολογιστεί ότι σε 9 χρόνια (1930-1938) η ανεργία στοίχισε στην οικονομία των Ενωμένων Πολιτειών πιο πολλά από 43 εκατομμύρια χρόνια εργασίας. Αν πάρουμε υπόψη ότι το 1929, τη στιγμή της μεγαλύτερης ευημερίας, υπήρχαν 2 εκατομμύρια άνεργοι στις Ενωμένες Πολιτείες και ότι στη διάρκεια των 9 αυτών χρόνων ο αριθμός των ενδυνάμει εργατών ανέβηκε στα 5 εκατομμύρια, το σύνολο των χαμένων χρόνων εργασίας πρέπει να είναι ασύγκριτα μεγαλύτερο. Ένα κοινωνικό καθεστώς που το κατατρώει μια τέτια πληγή είναι θανάσιμα άρρωστο. Η σωστή διάγνωση αυτής της αρρώστιας έγινε εδώ και 80 χρόνια, όταν το κακό το ίδιο δεν είταν παρά ένα σπέρμα.

Γ. –Η Κατάπτωση των Μεσαίων Τάξεων
Οι αριθμοί που αποδείχνουν τη συγκέντρωση του κεφαλαίου, δείχνουν ταυτόχρονα ότι το ειδικό βάρος των μεσαίων τάξεων στην παραγωγή και το μερίδιό-τους στο εθνικό εισόδημα μειώνονται διαρκώς, τη στιγμή που οι μικρές ιδιοκτησίες ή καταβροχθίζονται ή υποβιβάζονται και καταπατείται η ανεξαρτησία-τους σε σημείο που να γίνουν απλά σύμβολα ανυπόφορου μόχθου και απελπιστικής ανέχειας. Είναι αλήθεια ότι, την ίδια στιγμή, η ανάπτυξη του καπιταλισμού έχει σημαντικά προωθήσει μια αύξηση στο στρατό των τεχνικών, των διαχειριστών, των υπαλλήλων, των στρατιωτικών, των δικηγόρων, των γιατρών –με μια λέξη αυτών που λέμε «νέα μεσαία τάξη». Αλλά αυτό το στρώμα, που η ανάπτυξή-του δεν είταν κανένα μυστήριο ακόμα και για τον Μαρξ, έχει ελάχιστα κοινά με την παλιά μεσαία τάξη, που από την ιδιοχτησία των δικών-της μέσων παραγωγής είχε μια απτή εγγύηση οικονομικής ανεξαρτησίας. Η «νέα μεσαία τάξη», είναι πιο άμεσα εξαρτημένη από τους καπιταλιστές απ’ ότι οι εργάτες. Στην πραγματικότητα, η μεσαία τάξη είναι σε μεγάλο βαθμό ο επιστάτης-τους στην αγγαρεία. Επιπλέον, ανάμεσά-τους έχει σημειωθεί μια σημαντική υπερπαραγωγή, με τις συνέπειες της κοινωνικής κατάπτωσης που φέρνει μαζί-της.

«Αξιόπιστες στατιστικές πληροφορίες, δηλώνει ένα άτομο τόσο μακριά από τον μαρξισμό όσο ο πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης των Ενωμένων Πολιτειών, Χόμερ Κάμιγκς, που ήδη έχουμε αναφέρει, δείχνουν ότι ένας μεγάλος αριθμός βιομηχανικών μονάδων έχει εντελώς εξαφανιστεί και ότι αυτό που συνέβη είταν μια προοδευτική εξαφάνιση του μικρού επιχειρηματία σαν παράγοντα από την αμερικάνικη ζωή». Αλλά, αντιλέγει ο Ζόμπαρτ, «η γενική συγκέντρωση, με την εξαφάνιση της τάξης των βιοτεχνών και των αγροτών» δεν έχει ακόμα συντελεστεί. Όπως κάθε θεωρητικός, ο Μαρξ άρχισε με την απομόνωση των θεμελιακών τάσεων στην καθαρή-τους μορφή, αλλιώς θα του είταν εντελώς αδύνατο να καταλάβει τη μοίρα της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο Μαρξ ο ίδιος, όμως, είταν πέρα για πέρα ικανός να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα της ζωής στο φως μιας συγκεκριμένης ανάλυσης, σαν ένα προϊόν της αλληλουχίας των διάφορων ιστορικών παραγόντων. Βέβαια οι νόμοι του Νεύτωνα δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι η ταχύτητα πτώσης των σωμάτων ποικίλει κάτω από διαφορετικές συνθήκες, ή από το γεγονός ότι οι τροχιές των πλανητών υπόκεινται σε διαταραχές.

Για να καταλάβουμε τη λεγόμενη «ανθεκτικότητα» των μεσαίων τάξεων, είναι καλό να έχουμε στο μυαλό-μας ότι οι δυο τάσεις, η καταστροφή των μεσαίων τάξεων και η μεταμόρφωση αυτών των καταστρεμμένων σε προλετάριους, δεν αναπτύσσονται με τον ίδιο ρυθμό και στην ίδια έκταση. Από την αυξανόμενη κυριαρχία της μηχανής πάνω στην εργατική δύναμη βγαίνει ότι όσο το προτσές της καταστροφής των μεσαίων τάξεων προχωρεί, τόσο ξεπερνάει το προτσές της προλεταροποίησής-τους. Πραγματικά, κάτω από μια ορισμένη συγκυρία, το τελευταίο πρέπει να σταματήσει εντελώς, ή ακόμα και να αναστραφεί.

Όπως η δράση των νόμων της φυσιολογίας δίνει διαφορετικά αποτελέσματα σ’ έναν οργανισμό που μεγαλώνει και σ’ έναν οργανισμό που πεθαίνει, έτσι και οι οικονομικοί νόμοι της μαρξιστικής οικονομίας λειτουργούν διαφορετικά στην ανάπτυξη και διαφορετικά στην αποσύνθεση του καπιταλισμού. Αυτή η διαφορά φαίνεται με ιδιαίτερη καθαρότητα στις αμοιβαίες σχέσεις της πόλης και της υπαίθρου. Ο αγροτικός πληθυσμός των Ενωμένων Πολιτειών, που, συγκριτικά, αυξάνει με πιο αργό ρυθμό απ’ ότι το σύνολο του πληθυσμού, συνέχιζε να αυξάνει σε απόλυτους αριθμούς μέχρι το 1910, όπου έφτασε στα 32 εκατομμύρια. Τα επόμενα 20 χρόνια, παρά την γρήγορη αύξηση του συνολικού πληθυσμού της χώρας, έπεσε στα 30,4 εκατομμύρια, δηλαδή κατά 1,6 εκατομμύριο. Αλλά το 1935 ανέβηκε ξανά στα 32,8 εκατομμύρια, δηλαδή αυξήθηκε κατά 2,4 εκατομμύρια σε σύγκριση με το 1930. Το γύρισμα αυτό του τροχού, που εκπλήσσει στην πρώτη ματιά, δεν ανασκευάζει στο ελάχιστο ούτε την τάση του πληθυσμού των πόλεων να αυξάνει σε βάρος του αγροτικού πληθυσμού, ούτε την τάση των μεσαίων τάξεων να κονιορτοποιούνται, ενώ ταυτόχρονα δείχνει πιο καθαρά την αποσύνθεση του καπιταλιστικού συστήματος σαν όλο. Η αύξηση του αγροτικού πληθυσμού στην περίοδο της οξείας κρίσης του 1930-1935, εξηγείται απλά από το γεγονός ότι σχεδόν 2 εκατομμύρια κάτοικοι της πόλης, ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, 2 εκατομμύρια πεινασμένοι άνεργοι, μετακινήθηκαν προς την ύπαιθρο –για να εκμεταλλευτούν τη γη που είχαν εγκαταλείψει οι αγρότες ή πήγαν στις φάρμες των συγγενών-τους, με σκοπό να χρησιμοποιήσουν την εργατική-τους δύναμη, που είχε απορριφτεί από την κοινωνία, σε μια παραγωγική φυσική οικονομία, και για να κάνουν μια μισοπεθαμένη ζωή αντί να πεθάνουν από την πείνα.

Έτσι, δεν πρόκειται για τη σταθερότητα των μικρών αγροτών, των βιοτεχνών και των καταστηματαρχών, αλλά μάλλον για την έσχατη απελπιστικότητα της κατάστασής-τους. Μακριά από το να αποτελεί μια εγγύηση για το μέλλον, η μεσαία τάξη είναι ένα δυστυχισμένο και τραγικό απομεινάρι του παρελθόντος. Ανίκανος να απαλλαγεί πλήρως απ’ αυτήν, ο καπιταλισμός τα έχει καταφέρει να την περιορίσει στην τελευταία βαθμίδα κατάπτωσης και δοκιμασίας. Ο αγρότης έχει πια στερηθεί από το δικαίωμα όχι μόνο της γαιοπροσόδου από το κομμάτι της γής-του και από το κέρδος του επενδυμένου κεφαλαίου-του, αλλά ακόμα και από ένα μεγάλο μέρος του μισθού-του. Με τον ίδιο τρόπο, τα διάφορα ανθρωπάκια στις πόλεις βρίσκονται, οικονομικά, μεταξύ ζωής και θανάτου. Η μεσαία τάξη δεν προλεταριοποιείται μόνο και μόνο γιατί εξαθλιώνεται. Και δω είναι το ίδιο δύσκολο να βρει κανείς ένα επιχείρημα ενάντια στον Μαρξ όσο και υπέρ του καπιταλισμού.

Δ. –Οι Βιομηχανικές Κρίσεις

Το τέλος του περασμένου και η αρχή τούτου δω του αιώνα σφραγίστηκαν από μια τέτια πρόοδο του καπιταλισμού που οι κυκλικές κρίσεις φαίνονταν να μην είναι παρά «τυχαίες» ενοχλήσεις. Στα χρόνια της παγκόσμιας καπιταλιστικής αισιοδοξίας, οι επικριτές του Μαρξ μας διαβεβαίωναν ότι η εθνική και διεθνής ανάπτυξη των τραστ, των συνδικάτων και των καρτέλ εισάγανε ένα σχεδιασμένο έλεγχο στην αγορά και προμηνύανε την τελική νίκη πάνω στις κρίσεις. Σύμφωνα με τον Ζόμπαρτ, οι κρίσεις έχουν ήδη «καταργηθεί» πριν από τον πόλεμο από τον ίδιο τον μηχανισμό του καπιταλισμού, με τρόπο που «το πρόβλημα των κρίσεων μας αφήνει σήμερα ουσιαστικά αδιάφορους». Τώρα, δέκα μόλις χρόνια αργότερα, αυτά τα λόγια ηχούν σαν καθαρή κοροϊδία, τη στιγμή που οι προβλέψεις του Μαρξ, σήμερα μόνο παίρνουν όλη την έκταση της τραγικής-τους αλήθειας.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ο καπιταλιστικός Τύπος, που προσπαθεί να μισοαρνηθεί την ίδια την ύπαρξη των μονοπωλίων, την ίδια στιγμή που καταφεύγει στα ίδια αυτά μονοπώλια προσπαθώντας να μισοαρνηθεί την καπιταλιστική αναρχία. Αν 60 οικογένειες ελέγχουν την οικονομική ζωή των Ενωμένων Πολιτειών, παρατηρούν ειρωνικά οι Τάιμς της Νέας Υόρκης, «αυτό θα έδειχνε ότι ο αμερικανικός καπιταλισμός όχι μόνο δεν είναι “αναρχικός” και “χωρίς σχέδίο” ...αλλά και είναι άριστα οργανωμένος». Το επιχείρημα αυτό δεν λέει τίποτα. Ο καπιταλισμός στάθηκε ανίκανος να αναπτύξει μέχρι το τέλος έστω και μια από τις τάσεις-του. Όπως η συγκέντρωση του πλούτου δεν καταργεί τη μεσαία τάξη, με τον ίδιο τρόπο και το μονοπώλιο δεν καταργεί τον ανταγωνισμό: απλά τον συντρίβει και τον ακρωτηριάζει. Με τον ίδιο τρόπο, το «σχέδιο» καθεμιάς απ’ αυτές τις 60 οικογένειες, όπως και οι διάφορες παραλλαγές αυτών των σχεδίων, δεν ενδιαφέρονται καθόλου για το συντονισμό των διαφόρων κλάδων της οικονομίας, αλλά για να αυξήσουν τα κέρδη της δικιάς-τους μονοπωλιακής κλίκας σε βάρος των άλλων κλικών και σε βάρος ολόκληρου του έθνους. Η διασταύρωση αυτών των σχεδίων, δεν κάνει στο τέλος του λογαριασμού, παρά να βαθαίνει την αναρχία στην εθνική οικονομία.


Η κρίση του 1929 ξέσπασε στις Ενωμένες Πολιτείες ένα χρόνο μετά τη διακήρυξη του Ζόμπαρτ για την πλήρη αδιαφορία της «επιστήμης»-του σ’ ότι αφορά το ίδιο το πρόβλημα των κρίσεων. Από την κορυφή μιας χωρίς προηγούμενο ευημερίας, η οικονομία των Ενωμένων Πολιτειών καταποντίσθηκε στην άβυσσο μιας τερατώδους κατάπτωσης. Κανείς στην εποχή του Μαρξ δεν θα μπορούσε να συλλάβει σπασμούς μιας τέτοιας έκτασης! Το εθνικό εισόδημα των Ενωμένων Πολιτειών είχε φτάσει, για πρώτη φορά, το 1920, τα 69 δισεκατομμύρια δολάρια, για να πέσει τον επόμενο χρόνο στα 50 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή κατά 27%. Σαν αποτέλεσμα της ευημερίας των λίγων επόμενων χρόνων, το εθνικό εισόδημα ανέβηκε ξανά, το 1929, στο ανώτερό-του σημείο, στα 81 δισεκατομμύρια δολάρια, για να ξαναπέσει το 1932 στα 40 δισεκατομμύρια δολάρια, δηλαδή περισσότερο από το μισό! Στη διάρκεια των 9 χρόνων (1930-1938) έχουν κατά προσέγγιση χαθεί 43 εκατομμύρια χρόνια εργασίας και 133 δισεκατομμύρια δολάρια εθνικού εισοδήματος, αν πάρουμε σαν μέτρο την εργασία και το εισόδημα του 1929, όταν υπήρχαν «μόνο» 2 εκατομμύρια άνεργοι. Αν όλα αυτά δεν λέγονται αναρχία, τότε τι μπορεί να σημαίνει αυτή η λέξη;

Ε. –Η «Θεωρία της Κατάρρευσης»

Το πνεύμα και η καρδιά των διανοούμενων της μεσαίας τάξης και των συνδικαλιστών γραφειοκρατών μαγεύτηκαν σχεδόν ολότελα από τα επιτεύγματα του καπιταλισμού στην περίοδο από το θάνατο του Μαρξ μέχρι το ξέσπασμα του Παγκοσμίου Πολέμου. Η ιδέα της βαθμιαίας προόδου («εξέλιξη») φαινόταν να έχει εξασφαλιστεί για πάντα, ενώ την ιδέα της επανάστασης την έβλεπαν σαν ένα απλό κατάλοιπο βαρβαρότητας. Οι προβλέψεις του Μαρξ είχαν πολεμηθεί με τις ποιοτικά αντίθετες προβλέψεις για μια πιο ισορροπημένη διανομή του εθνικού εισοδήματος, για μια άμβλυνση των ταξικών αντιφάσεων και για μια βαθμιαία μεταρρύθμιση της καπιταλιστικής κοινωνίας. Ο Ζαν Ζορές, ο πιο προικισμένος σοσιαλδημοκράτης εκείνης της κλασικής εποχής, έλπιζε να γεμίσει βαθμιαία την πολιτική δημοκρατία μ’ ένα κοινωνικό περιεχόμενο. Σ’ αυτό βρισκόταν η ουσία του ρεφορμισμού. Αυτή είταν η διαζευκτική πρόβλεψη. Τι απόμεινε απ’ αυτήν;

Η ζωή του μονοπωλιακού καπιταλισμού της εποχής-μας είναι μια αλυσίδα από κρίσεις. Κάθε κρίση είναι και μια καταστροφή. Η ανάγκη να σωθούν από τις μερικές αυτές καταστροφές διαμέσου των τελωνειακών δασμών, του πληθωρισμού, μιας αύξησης των κρατικών δαπανών και χρεών, δημιουργεί τους όρους για επιπρόσθετες, βαθύτερες και πιο εκτεταμένες κρίσεις. Ο αγώνας για τις αγορές, για τις πρώτες ύλες, για τις αποικίες κάνει αναπόφευκτες τις στρατιωτικές καταστροφές. Όπως και νά ’χει, αυτές προετοιμάζουν τις επαναστατικές καταστροφές. Πραγματικά, δεν είναι εύκολο να συμφωνήσει κανείς με τον Ζόμπαρτ όταν ισχυρίζεται ότι ο καπιταλισμός γερνώντας γίνεται όλο και πιο «ήρεμος, σοβαρός, λογικός». Θα είταν πιο σωστό να πούμε ότι χάνει και τα τελευταία ίχνη της λογικής-του. Πάντως, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η «Θεωρία της Κατάρρευσης» έχει θριαμβεύσει ενάντια στη θεωρία της ειρηνικής ανάπτυξης.


Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ
Όσο δαπανηρός κι αν θα είταν για την κοινωνία ο έλεγχος της αγοράς, η ανθρωπότητα, μέχρι ένα ορισμένο στάδιο, κατά προσέγγιση μέχρι τον Παγκόσμιο Πόλεμο, αυξανόταν, αναπτυσσόταν και πλούτιζε μέσα από μερικές ή γενικές κρίσεις. Η ατομική ιδιοχτησία των μέσων παραγωγής συνέχιζε, στη διάρκεια αυτής της εποχής, να είναι, συγκριτικά, ένας παράγοντας προόδου. Αλλά τώρα, ο τυφλός έλεγχος από το νόμο της αξίας αρνείται πια να προσφέρει υπηρεσίες. Η ανθρώπινη πρόοδος έχει αποκλειστεί σ’ ένα αδιέξοδο. Παρά τους τελευταίους θριάμβους της τεχνικής σκέψης, οι υλικές παραγωγικές δυνάμεις δεν αναπτύσσονται πια. Το σύμπτωμα το πιο φανερό της παρακμής είναι το παγκόσμιο λίμνασμα της βιομηχανίας κατασκευών, σαν συνέπεια του σταματήματος των νέων επενδύσεων στους κύριους κλάδους της οικονομίας. Οι καπιταλιστές απλά δεν μπορούν πια να πιστέψουν στο μέλλον του ίδιου-τους του συστήματος. Οι κατασκευές που χρηματοδοτούνται από την κυβέρνηση σημαίνουν μια αύξηση στη φορολογία και μια συρρίκνωση του «αδέσμευτου» εθνικού εισοδήματος, ιδιαίτερα επειδή το πιο μεγάλο μέρος των νέων κυβερνητικών κατασκευών είναι σχεδιασμένο άμεσα για πολεμικούς σκοπούς.

Ο μαρασμός πήρε ένα ειδικό χαραχτήρα εκφυλισμού στον αρχαιότερο τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας, στον τομέα που είναι πιο άμεσα δεμένος με τις βασικές ζωτικές ανάγκες του ανθρώπου, τη γεωργία. Δυσαρεστημένος από τα εμπόδια που η ατομική ιδιοχτησία, στην πιο αντιδραστική-της μορφή, τη μορφή της μικρής γαιοκτησίας, βάζει μπροστά στην ανάπτυξη της γεωργίας, οι καπιταλιστικές κυβερνήσεις οι ίδιες αναγκάζονται συχνά να περιορίσουν τεχνητά την παραγωγή με τη βοήθεια διοικητικών μέτρων που θα τρόμαζαν τους βιοτέχνες στις συντεχνίες στην εποχή της παρακμής-τους. Θα μείνει στην ιστορία το γεγονός ότι η κυβέρνηση της πιο ισχυρής καπιταλιστικής χώρας προσφέρει πριμ στους αγρότες για να περιορίσουν τις καλλιέργειες-τους, δηλαδή για να ελαττώσουν τεχνητά το εθνικό εισόδημα που ήδη βρίσκεται σε πτώση. Τα αποτελέσματα είναι φανερά: παρά τις μεγαλειώδεις παραγωγικές δυνατότητες, που εξασφαλίζουν η εμπειρία και η επιστήμη, η αγροτική οικονομία δεν βγαίνει από μια κρίση αποσύνθεσης, ενώ ο αριθμός των πεινασμένων, το μεγαλύτερο τμήμα της ανθρωπότητας, συνεχίζει να αυξάνει πιο γρήγορα από τον πληθυσμό της γης. Οι συντηρητικοί θεωρούν σαν λογική την πολιτική να υπερασπίσουν μια κοινωνική τάξη πραγμάτων που έχει κατρακυλήσει σε τέτοιο βαθμό καταστροφικής παραφροσύνης, και καταδικάζουν τη σοσιαλιστική πάλη ενάντια σ’ αυτή την παραφροσύνη, σαν καταστροφική ουτοπία.


Ο ΦΑΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΝΙΟΥ ΝΤΙΛ»
Δύο μέθοδες για τη σωτηρία του ιστορικά καταδικασμένου καπιταλισμού συναγωνίζονται σήμερα στην παγκόσμια αρένα. Ο Φασισμός και το «Νιου Ντιλ». Ο Φασισμός βασίζει το πρόγραμμά-του στη συντριβή των εργατικών οργανώσεων, στην καταστροφή των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και στην πλήρη εκμηδένιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων, με σκοπό να αποφύγει την αναζωπύρωση της ταξικής πάλης του προλεταριάτου. Το φασιστικό κράτος νομιμοποιεί επίσημα την κατάπτωση των εργατών και την εξαθλίωση της μεσαίας τάξης, στο όνομα της σωτηρίας του «έθνους» και της «φυλής». Φανταχτερά ονόματα κάτω από τα οποία φαίνεται ένας καπιταλισμός που παρακμάζει.

Η πολιτική του «Νιου Ντιλ», που προσπαθεί να σώσει την ιμπεριαλιστική δημοκρατία με φιλοδωρήματα στην εργατική και την αγροτική αριστοκρατία, είναι σ’ όλη-της την έκταση προσιτή μονάχα στα πολύ πλούσια έθνη, και μ’ αυτήν την έννοια είναι η κατ’ εξοχήν αμερικανική πολιτική. Η αμερικανική κυβέρνηση προσπάθησε να ρίξει ένα μέρος των εξόδων αυτής της πολιτικής στους ώμους των μονοπωλίων, παροτρύνοντάς-τα να υψώσουν τα μεροκάματα και να μειώσουν το χρόνο εργασίας, με σκοπό να ανεβάσουν την αγοραστική δύναμη του πληθυσμού και να επεκτείνουν την παραγωγή. Ο Λεόν Μπλουμ προσπάθησε να μεταφράσει αυτό το κήρυγμα στα γαλλικά του δημοτικού σχολείου. Μάταια! Ο γάλλος καπιταλιστής, όπως και ο αμερικανός, δεν παράγει με σκοπό την παραγωγή, αλλά με σκοπό το κέρδος. Είναι πάντα έτοιμος να περιορίσει την παραγωγή ακόμα και να καταστρέψει τα έτοιμα προϊόντα αν μεγαλώνει, μ’ αυτόν τον τρόπο, η μερίδα-του στο εθνικό εισόδημα.

Το πρόγραμμα του «Νιου Ντιλ» είναι ακόμα πιο ασυνεπές από το γεγονός ότι ενώ κάνει κηρύγματα στους μεγιστάνες του κεφαλαίου για τα πλεονεκτήματα της αφθονίας έναντι της σπανιότητας, η κυβέρνηση μοιράζει πριμ για την μείωση της παραγωγής. Μπορεί να υπάρξει πιο μεγάλη σύγχυση; Η κυβέρνηση αντιτάσσει στους επικριτές-της την εξής πρόκληση; μπορείτε να κάνετε τίποτε καλύτερο; Όλα αυτά σημαίνουν ότι στη βάση του καπιταλισμού η κατάσταση είναι απελπιστική.


Από το 1933, δηλαδή στα 6 τελευταία χρόνια, στην Αμερική, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, οι Πολιτείες και οι δήμοι μοίρασαν στους ανέργους περίπου 15 δισεκατομμύρια δολάρια –ένα ποσό τελείως ανεπαρκές, που δεν αντιπροσωπεύει παρά ένα μικρό τμήμα των χαμένων μισθών, αλλά, ταυτόχρονα, αν λάβουμε υπόψη-μας τη μείωση του εθνικού εισοδήματος, αποτελεί ένα κολοσσιαίο ποσό. Το 1938, που, συγκριτικά, είταν ένας χρόνος οικονομικής αναζωογόνησης, το εθνικό χρέος των Ενωμένων Πολιτειών αυξήθηκε κατά 2 δισεκατομμύρια δολάρια, ξεπερνώντας τα 38 δισεκατομμύρια δολάρια, ή 12 δισεκατομμύρια δολάρια περισσότερα από το υψηλότερο σημείο που είχε φτάσει στο τέλος του παγκοσμίου πολέμου. Στις αρχές του 1939 ξεπέρασε τα 40 δισεκατομμύρια δολάρια. Και μετά; Το αυξανόμενο εθνικό χρέος είναι, φυσικά, ένα βάρος για το μέλλον. Αλλά το ίδιο το Νιου Ντιλ δεν είταν δυνατό παρά στη βάση του αμύθητου πλούτου που συσσωρεύτηκε από τις προηγούμενες γενιές. Μόνο ένα πολύ πλούσιο έθνος μπορούσε να ακολουθήσει μια τόσο σπάταλη πολιτική. Αλλά ακόμα κι ένα τέτοιο έθνος δεν μπορεί να συνεχίσει να ζει επ’ αόριστο σε βάρος των περασμένων γενιών. Η πολιτική του «Νιου Ντιλ», με τα απατηλά επιτεύγματά-της και την πολύ πραγματική αύξηση του εθνικού χρέους, οδηγείται αναπόφευκτα στο να τελειώσει μέσα σε μια άγρια καπιταλιστική αντίδραση και σε μια καταστροφική έκρηξη του ιμπεριαλισμού. Μ’ άλλα λόγια, κατευθύνεται στο ίδιο κανάλι που κατευθύνεται και η πολιτική του φασισμού.

ΑΝΩΜΑΛΙΑ Ή Ο ΚΑΝΟΝΑΣ;

Ο Υπουργός Εσωτερικών των Ενωμένων Πολιτειών, ο Χάρολντ Άικς, θεωρεί σαν «μια από τις πιο περίεργες ανωμαλίες ολόκληρης της ιστορίας» το γεγονός ότι η Αμερική, ενώ είναι δημοκρατική στη μορφή, στην ουσία είναι αυταρχική: «Η Αμερική, η χώρα της κυριαρχίας της πλειοψηφίας, αλλά ελεγχόμενη τουλάχιστο μέχρι το 1933(!) από τα μονοπώλια που, με τη σειρά-τους, ελέγχονται από έναν ασήμαντο αριθμό των μετόχων-τους». Η διάγνωση είναι σωστή, αν εξαιρέσουμε την έμμεση διαβεβαίωση ότι με την άνοδο του Ρούσβελτ η κυριαρχία των μονοπωλίων ή σταμάτησε ή αδυνάτισε. Ωστόσο, αυτό που ο Άικς ονομάζει «μια από τις πιο περίεργες ανωμαλίες ολόκληρης της ιστορίας», είναι, στην πραγματικότητα, ο αναμφισβήτητος κανόνας του καπιταλισμού. Η κυριαρχία του δυνατού πάνω στον αδύνατο, των λίγων πάνω στους πολλούς, του εκμεταλλευτή πάνω στους εργάτες είναι ένας βασικός νόμος της αστικής δημοκρατίας. Αυτό που διακρίνει τις Ενωμένες Πολιτείες από άλλες χώρες, είναι απλά η μεγαλύτερη έκταση και η μεγαλύτερη στυγερότητα των αντιφάσεων του καπιταλισμού-της. Η απουσία ενός φεουδαλικού παρελθόντος, οι πλούσιες φυσικές πηγές, ένας ενεργητικός και επιχειρηματικός λαός, με δυο λόγια, όλες οι προϋποθέσεις που υπόσχονταν μια αδιάκοπη ανάπτυξη της δημοκρατίας, έχουν σήμερα οδηγήσει σε μια φανταστική συγκέντρωση πλούτου.

Ενώ υπόσχεται αυτή τη φορά να διεξαγάγει την πάλη ενάντια στα μονοπώλια μέχρι τον τελικό θρίαμβο, ο Άικς απερίσκεπτα γυρίζει στους Τόμας Τζέφερσον, Άντριου Τζάκσον, Αβραάμ Λίνκολν, Θίοντορ Ρούσβελτ και Γούντροου Ουίλσον σαν τους προκατόχους του Φράγκλιν Ρούσβελτ. «Πραχτικά όλα τα μεγάλα ιστορικά-μας πρόσωπα, έλεγε στις 30 Δεκέμβρη 1937, φημίζονται για την επίμονη και θαρραλέα πάλη-τους για να αποτρέψουν και να ελέγξουν την υπερσυγκέντρωση του πλούτου και της εξουσίας σε λίγα χέρια». Αλλά από τα ίδια-του τα λόγια βγαίνει ότι ο καρπός αυτής της «επίμονης και θαρραλέας πάλης» είναι η πλήρης κυριαρχία της πλουτοκρατίας πάνω στη δημοκρατία.

Για κάποιο ανεξήγητο λόγο, ο Άικς πιστεύει ότι αυτή τη φορά η νίκη είναι εξασφαλισμένη, φτάνει ο λαός να καταλάβει ότι η πάλη «δεν είναι ανάμεσα στο “Νιου Ντιλ” και το μέσο φωτισμένο επιχειρηματία, αλλά ανάμεσα στο “Νιου Ντιλ” και τους Βουρβόνους των 60 οικογενειών που κρατούν τους άλλους επιχειρηματίες των Ενωμένων Πολιτειών κάτω από την τρομοκρατία της κυριαρχίας-τους». Ο έγκυρος αυτός κυβερνητικός εκπρόσωπος δεν εξηγεί πώς ακριβώς οι «Βουρβόνοι» κατάφεραν να υποδουλώσουν όλους τους φωτισμένους επιχειρηματίες, παρόλη τη δημοκρατία και τις προσπάθειες «των μεγάλων ιστορικών προσώπων». Οι Ροκφέλερ, οι Μόργκαν, οι Μέλον, οι Βάντερμπιλτ, οι Γκουγκενχάιμ, οι Φορντ και Σία δεν εισβάλανε στις Ενωμένες Πολιτείες απ’ έξω, όπως ο Κορτέζ εισέβαλε στο Μεξικό: βγήκαν οργανικά από το «λαό», ή για να είμαστε πιο ακριβείς από την τάξη των «φωτισμένων βιομηχάνων και επιχειρηματιών» και έγιναν, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Μαρξ, το φυσικό απόγειο του καπιταλισμού. Αν μια νέα και δυνατή δημοκρατία στάθηκε, στην πλήρη-της άνθηση, ανίκανη να σταματήσει τη συγκέντρωση του πλούτου, τότε που το προτσές μόλις άρχιζε, είναι δυνατό να πιστέψουμε, έστω και για μια στιγμή, ότι μια δημοκρατία σε παρακμή είναι ικανή να αδυνατίσει τους ταξικούς ανταγωνισμούς που φθάσανε στο τελευταίο-τους όριο; Όπως και νά ’χει, η εμπειρία του «Νιου Ντιλ» δεν δίνει κανένα στοιχείο που να δικαιώνει μια τέτια αισιοδοξία. Αποκρούοντας τις επιθέσεις των μεγάλων επιχειρήσεων ενάντια στην κυβέρνηση, ο Ρόμπερτ Τζάκσον, ένα υψηλά ιστάμενο πρόσωπο στα κυβερνητικά συμβούλια, απόδειξε με αριθμούς ότι επί προεδρίας Ρούσβελτ τα κέρδη των μεγιστάνων του κεφαλαίου φθάσανε σε τέτοια ύψη που κι αυτοί οι ίδιοι είχαν πάψει να ονειρεύονται στη διάρκεια της τελευταίας περιόδου της προεδρίας του Χούβερ. Απ’ αυτό, βγαίνει ότι, όπως και νά ’χει, η πάλη του Ρούσβελτ ενάντια στα μονοπώλια δεν στέφθηκε με μεγαλύτερη επιτυχία απ’ ότι η πάλη των προκατόχων-του.

ΝΑ ΦΕΡΟΥΜΕ ΠΙΣΩ ΤΟ ΧΤΕΣ
Δεν μπορεί κανείς παρά να συμφωνήσει με τον καθηγητή Λούις Ντάγκλας, πρώην διευθυντή του προϋπολογισμού στην κυβέρνηση Ρούσβελτ, όταν κατηγορεί την κυβέρνηση ότι «επιτίθεται στο μονοπώλιο σ’ έναν τομέα, ενώ από την άλλη προστατεύει το μονοπώλιο σε πολλούς άλλους τομείς». Ωστόσο, από τη φύση των πραγμάτων δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς. Σύμφωνα με τον Μαρξ, η κυβέρνηση είναι η εκτελεστική επιτροπή της κυρίαρχης τάξης. Σήμερα, τα μονοπώλια είναι η πιο ισχυρή μερίδα της κυρίαρχης τάξης. Καμιά κυβέρνηση δεν είναι σε θέση να παλέψει ενάντια στα μονοπώλια γενικά, δηλαδή ενάντια στην τάξη που με τη θέλησή-της κυβερνάει. Ενώ επιτίθεται σε μια όψη του μονοπωλίου, είναι υποχρεωμένη να αναζητήσει συμμάχους σε άλλες όψεις του μονοπωλίου. Ενωμένη με τις τράπεζες και την ελαφριά βιομηχανία, ευκαιριακά μπορεί να δόσει ορισμένα χτυπήματα στα τραστ της βαριάς βιομηχανίας, που, παρεμπιπτόντως, δεν παύουν, απ’ αυτο, να πραγματοποιούν απίστευτα κέρδη.

Ο Λούις Ντάγκλας δεν αντιπαραθέτει την επιστήμη στον επίσημο τσαρλατανισμό, αλλά, απλά, ένα άλλο είδος τσαρλατανισμού. Βλέπει την πηγή των μονοπωλίων, όχι στον καπιταλισμό, αλλά στον προστατευτισμό και, κατά συνέπεια, ανακαλύπτει τη σωτηρία της κοινωνίας όχι στην καταστροφή της ατομικής ιδιοχτησίας των μέσων παραγωγής, αλλά στη μείωση των τελωνειακών δασμών. «Αν δεν αποκατασταθεί η ελευθερία της αγοράς, προβλέπει, είναι αμφίβολο αν θα μπορέσει να επιζήσει η ελευθερία όλων των θεσμών –των επιχειρήσεων, του λόγου, της εκπαίδευσης, της θρησκείας». Με άλλα λόγια, χωρίς την αποκατάσταση της ελευθερίας του διεθνούς εμπορίου, η δημοκρατία, όπου και στο βαθμό που έχει επιζήσει, πρέπει να παραχωρήσει τη θέση-της σε μια επαναστατική ή φασιστική διχτατορία. Αλλά η ελευθερία του διεθνούς εμπορίου είναι αδιανόητη χωρίς την ελευθερία του εσωτερικού εμπορίου, δηλαδή χωρίς τον ανταγωνισμό. Και η ελευθερία του ανταγωνισμού είναι αδιανόητη κάτω από το ζυγό των μονοπωλίων. Δυστυχώς, ο κ. Ντάγκλας, όπως ο κ. Άικς, όπως ο κ. Τζάκσον, όπως ο κ. Κάμιγκς και όπως ο ίδιος ο κ. Ρούσβελτ, δεν μπήκε στον κόπο να μας μυήσει στη δική-του συνταγή ενάντια στον μονοπωλιακό καπιταλισμό και, κατά συνέπεια, ενάντια σε μια επανάσταση ή σ’ ένα ολοκληρωτικό καθεστώς.

Η ελευθερία του εμπορίου, όπως και η ελευθερία του ανταγωνισμού, όπως και η ευημερία της μεσαίας τάξης, ανήκουν οριστικά στο παρελθόν. Να φέρουμε πίσω το χθες, είναι τώρα η μόνη συνταγή των δημοκρατών μεταρρυθμιστών του καπιταλισμού: να ξαναφέρουμε μεγαλύτερη «ελευθερία» στους μικρούς και μεσαίους βιομηχάνους και επιχειρηματίες, να αλλάξουμε το νομισματικό και το πιστωτικό σύστημα προς όφελός-τους, να ελευθερώσουμε την αγορά από την ασυδοσία των τραστ, να εξαφανίσουμε από τα χρηματιστήρια τους επαγγελματίες κερδοσκόπους, να αποκαταστήσουμε την ελευθερία του διεθνούς εμπορίου και ούτω καθεξής επ’ άπειρον. Οι μεταρρυθμιστές ονειρεύονται ακόμα να περιορίσουν τη χρήση της μηχανής και να προγράψουν την τεχνική που διαταράσσει την κοινωνική ισορροπία και προκαλεί τόσες σκοτούρες.

ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ

Μιλώντας στην υπεράσπιση της επιστήμης, στις 7 του Δεκέμβρη 1937 ο δρ. Ρόμπερτ Α. Μίλικαν, ένας εξέχων αμερικανός φυσικός, παρατηρούσε: «Οι στατιστικές των Ενωμένων Πολιτειών δείχνουν ότι το ποσοστό του πληθυσμού “που απασχολείται επικερδώς” μεγάλωνε κανονικά στη διάρκεια των τελευταίων 50 χρόνων, όταν η επιστήμη εφαρμοζόταν πολύ γρήγορα». Αυτή η υπεράσπιση του καπιταλισμού, με το πρόσχημα της υπεράσπισης της επιστήμης είναι ατυχής. Είναι ακριβώς στα τελευταία 50 χρόνια «που η αλυσίδα του χρόνου έσπασε» και που ο συσχετισμός ανάμεσα στην οικονομία και την τεχνική μεταβλήθηκε βαθιά. Η περίοδος στην οποία αναφέρεται ο Μίλικαν είδε την αρχή της παρακμής του καπιταλισμού ταυτόχρονα με το υψηλότερο σημείο της ευημερίας-του. Αποκρύβοντας την αρχή αυτής της παρακμής, που είναι παγκόσμια, γίνεται κανείς απολογητής του καπιταλισμού. Απορρίπτοντας το σοσιαλισμό με πρόχειρο τρόπο, με τη βοήθεια επιχειρημάτων που δεν θα τιμούσαν ούτε τον κ. Χένρι Φορντ, ο δρ. Μίλικαν μας λέει πως κανένα σύστημα διανομής δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις ανάγκες του ανθρώπου χωρίς να ανεβάσει το επίπεδο παραγωγής. Αναμφίβολα! Αλλά είναι κρίμα που ο διάσημος φυσικός δεν εξήγησε στα εκατομμύρια των αμερικανών ανέργων το πώς θα συμμετάσχουν στην αύξηση του εθνικού εισοδήματος. Ένα αφηρημένο κήρυγμα για τη σωτήρια χάρη της ατομικής πρωτοβουλίας και της υψηλής παραγωγικότητας της εργασίας δεν θα προσφέρει βέβαια δουλειά στους ανέργους, ούτε θα καλύψει το έλλειμμα του προϋπολογισμού, ούτε θα βγάλει τις υποθέσεις του έθνους από το αδιέξοδό-τους.

Αυτό που διακρίνει τον Μαρξ είναι η καθολικότητα της μεγαλοφυΐας-του, η ικανότητά-του να καταλαβαίνει τα φαινόμενα και τα προτσές στους διάφορους τομείς στην εσωτερική-τους σύνδεση. Χωρίς να είναι ειδικός στις φυσικές επιστήμες, υπήρξε ένας από τους πρώτους που κατάλαβαν τη σημασία των μεγάλων ανακαλύψεων σ’ αυτόν τον τομέα: λόγου χάρη τη θεωρία του δαρβινισμού. Ο Μαρξ εξασφάλισε αυτή την υπέροχη όχι τόσο λόγω της εξυπνάδας-του όσο εξαιτίας της μεθόδου-του. Οι φιλο-καπιταλιστές επιστήμονες μπορούν να πιστεύουν ότι είναι υπεράνω του σοσιαλισμού. Όμως, η περίπτωση του Ρόμπερτ Μίλικαν επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά ότι στη σφαίρα της κοινωνιολογίας εξακολουθούν να είναι αγύρτες.

ΟΙ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ Η ΑΤΟΜΙΚΗ ΙΔΙΟΧΤΗΣΙΑ

Στο μήνυμά-του προς το Κογκρέσο, στις αρχές του 1937, ο πρόεδρος Ρούσβελτ έκφρασε την επιθυμία-του να ανεβάσει το εθνικό εισόδημα στα 90 ή 100 δισεκατομμύρια δολάρια, χωρίς όμως να δείξει το πώς. Το πρόγραμμά-του αυτό καθεαυτό είναι πολύ μετριοπαθές. Το 1929, ενώ είχε περίπου 2 εκατομμύρια ανέργους, το εθνικό εισόδημα έφτασε στα 81 δισεκατομμύρια δολάρια. Βάζοντας σε κίνηση τις σημερινές παραγωγικές δυνάμεις, αυτό θα αρκούσε όχι μόνο για να πραγματοποιηθεί το πρόγραμμα του Ρούσβελτ, αλλά ακόμα και να ξεπεραστεί σημαντικά. Οι μηχανές, οι πρώτες ύλες, οι εργάτες, όλα είναι διαθέσιμα, χωρίς να μιλήσουμε για τις ανάγκες του πληθυσμού, σ’ ότι αφορά τα προϊόντα. Αν, παρόλα αυτά, το σχέδιο είναι απραγματοποίητο και είναι απραγματοποίητο, η μόνη αιτία είναι η ασυμφιλίωτη σύγκρουση ανάμεσα στην καπιταλιστική ιδιοκτησία και την ανάγκη της κοινωνίας για επέκταση της παραγωγής. Η διάσημη κυβερνητική Εθνική Επιθεώρηση για τη Δυνατή Παραγωγική Ικανότητα συμπεραίνει ότι το κόστος παραγωγής και των υπηρεσιών το 1929 ανέβηκε στα 94 περίπου δισεκατομμύρια δολάρια, υπολογισμένα πάνω στη βάση των λιανικών τιμών. Όμως, αν χρησιμοποιούσε κανείς όλες τις πραγματικά παραγωγικές δυνατότητες, αυτό το ποσό θα έφτανε στα 135 δισεκατομμύρια δολάρια, πράγμα που θα έδινε ένα μέσον όρο 4.370 δολάρια κατά οικογένεια το χρόνο –ποσό αρκετό για να εξασφαλίσει μια ευπρεπή και άνετη ζωή. Πρέπει να προστεθεί ότι οι υπολογισμοί της Εθνικής Επιθεώρησης είναι βασισμένοι πάνω στη σημερινή παραγωγική οργάνωση των Ενωμένων Πολιτειών, όπως αυτή απορρέει από την αναρχική ιστορία του καπιταλισμού. Αν ο εξοπλισμός ο ίδιος αναδιοργανωνόταν στη βάση ενός ενιαίου σοσιαλιστικού σχεδίου, οι παραγωγικοί υπολογισμοί θα μπορούσαν να ξεπεραστούν σημαντικά και ένα πολύ άνετο βιοτικό επίπεδο, βασισμένο σε μια εξαιρετικά σύντομη ημέρα εργασίας, θα είταν εξασφαλισμένο για όλο το λαό.

Έτσι, για να σωθεί η κοινωνία, δεν είναι απαραίτητο, ούτε να σταματήσει η ανάπτυξη της τεχνικής, ούτε να κλείσουν τα εργοστάσια, ούτε να δοθούν πριμ στους αγρότες για να σαμποτάρουν τη γεωργία, ούτε να μεταμορφωθεί το ένα τρίτο των εργατών σε εξαθλιωμένους, ούτε να γίνονται εκκλήσεις σε μανιακούς δικτάτορες. Κανένα απ’ αυτά τα μέτρα, που είναι κοροϊδία απέναντι στα συμφέροντα της κοινωνίας, δεν είναι αναγκαίο. Αυτό που είναι απαραίτητο και επείγον, είναι ο χωρισμός των μέσων παραγωγής από τα σημερινά παράσιτα ιδιοκτήτες-τους και η οργάνωση της κοινωνίας στη βάση ενός ορθολογικού σχεδίου. Τότε θα είταν δυνατό να απαλλαγεί μια και καλή η κοινωνία από τα κακά-της. Όλοι αυτοί που θα είταν ικανοί θα έβρισκαν μια δουλιά. Η εργάσιμη μέρα θα ελαττωνόταν βαθμιαία. Οι ανάγκες όλων των μελών της κοινωνίας θα εξασφάλιζαν μια ικανοποίηση. Οι λέξεις «φτώχεια», «κρίσεις», «εκμετάλλευση», θα εξαφανίζονταν από την κυκλοφορία. Οι άνθρωποι θα περνούσαν επιτέλους το κατώφλι μιας αληθινής ανθρωπότητας.

Ο ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟΣ
«Την ίδια στιγμή που ελαττώνεται σταθερά ο αριθμός των μεγιστάνων του κεφαλαίου, λέει ο Μαρξ, αυξάνει η μάζα της αθλιότητας, της καταπίεσης, της σκλαβιάς, της κατάπτωσης, της εκμετάλλευσης. Αλλά την ίδια στιγμή μεγαλώνει το ξεσήκωμα της εργατικής τάξης, μιας τάξης που αυξάνει και που είναι πειθαρχική και ενωμένη στη βάση του ίδιου του μηχανισμού της καπιταλιστικής παραγωγής. Η συγκέντρωση των μέσων παραγωγής και η κοινωνικοποίηση της εργασίας φθάνουν τελικά σ’ ένα σημείο όπου γίνονται ασυμβίβαστες με τις καπιταλιστικές δομές-τους. Αυτές οι δομές σπάνε. Η πένθιμη καμπάνα της καπιταλιστικής ιδιοχτησίας σημαίνει το τέλος. Οι απαλλοτριωτές απαλλοτριώνονται». Είναι η Σοσιαλιστική Επανάσταση. Για τον Μαρξ το πρόβλημα της ανασύστασης της κοινωνίας δεν έβγαινε από κάποια συνταγή με κίνητρο τις προσωπικές-του προτιμήσεις. Απόρρεε σαν μια σιδερένια ιστορική αναγκαιότητα, από τη μια, από το γεγονός ότι οι παραγωγικές δυνάμεις είχαν φθάσει σ’ ένα μεγάλο βαθμό ωριμότητας, και, από την άλλη, επειδή είταν αδύνατο αυτές οι δυνάμεις να παραμείνουν στο έλεος του νόμου της αξίας.

Οι μελέτες ορισμένων διανοουμένων ότι παρά τη διδασκαλία του Μαρξ ο σοσιαλισμός δεν είναι αναπόφευκτος αλλά απλά δυνατός, στερούνται οποιουδήποτε περιεχόμενου. Είναι φανερό ότι ο Μαρξ δεν θέλει να πει ότι ο σοσιαλισμός θα έρθει χωρίς τη θέληση και τη δράση του ανθρώπου: μια τέτοια ιδέα είναι απλά παραλογισμός. Ο Μαρξ πρόβλεψε ότι από την οικονομική κατάρρευση στην οποία η ανάπτυξη του καπιταλισμού πρέπει αναπόφευχτα να φτάσει –και αυτή η κατάρρευση είναι μπροστά στα μάτια-μας– δεν υπάρχει άλλη λύση πέρα από την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής. Οι παραγωγικές δυνάμεις χρειάζονται έναν καινούργιο οργανωτή και έναν καινούργιο κύριο, και, μια και η ύπαρξη καθορίζει τη συνείδηση, ο Μαρξ δεν αμφιβάλλει ότι η εργατική τάξη, με τίμημα πολλά λάθη και ήττες, θα καταλήξει να καταλάβει την πραγματική κατάσταση και αργά ή γρήγορα θα βγάλει τα επιτακτικά πρακτικά συμπεράσματά-της.

Το ότι η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής, που δημιούργησαν οι καπιταλιστές, είναι ένα τεράστιο οικονομικό όφελος αποδείχνεται σήμερα όχι μόνο στη θεωρία, αλλά και από το πείραμα της ΕΣΣΔ, παρά τους περιορισμούς-του. Είναι αλήθεια ότι οι φιλο-καπιταλιστές αντιδραστικοί χρησιμοποιούν, όχι χωρίς πανουργία, σαν φόβητρο το καθεστώς του Στάλιν ενάντια στις ιδέες του σοσιαλισμού. Στην πραγματικότητα, ο Μαρξ ποτέ δεν είπε ότι ο σοσιαλισμός θα μπορούσε να επιτευχθεί, σε μια μόνο χώρα, και, για έναν λόγο παραπάνω, σε μια καθυστερημένη χώρα. Οι συνεχείς στερήσεις των μαζών στην ΕΣΣΔ, η παντοδυναμία της προνομιούχας κάστας που υψώθηκε πάνω από το έθνος και τη φτώχεια-του, τέλος, ο ασύδοτος νόμος του βούρδουλα των γραφειοκρατών δεν είναι συνέπειες της σοσιαλιστικής μεθόδου της οικονομίας, αλλά της απομόνωσης και της καθυστέρησης της ΕΣΣΔ που βρίσκεται μέσα στον κλοιό της καπιταλιστικής περικύκλωσης. Το θαύμα είναι ότι και μέσα σε τόσο εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, η σχεδιασμένη οικονομία μπόρεσε να δείξει τα ασύγκριτα προτερήματά-της.

Όλοι οι σωτήρες του καπιταλισμού, τόσο του δημοκρατικού όσο και του φασιστικού τύπου, επιχειρούν να περιορίσουν ή, τουλάχιστον, να καμουφλάρουν τη δύναμη των μεγιστάνων του κεφαλαίου, με σκοπό να αποτρέψουν την «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών». Όλοι αναγνωρίζουν, και πολλοί απ’ αυτούς παραδέχονται ανοιχτά, ότι η αποτυχία των ρεφορμιστικών προσπαθειών-τους πρέπει να οδηγήσει αναπόφευγα στη σοσιαλιστική επανάσταση. Όλοι κατάφεραν να αποδείξουν ότι οι μέθοδές-τους να διασώσουν τον καπιταλισμό δεν είναι παρά αντιδραστικοί τσαρλατανισμοί χωρίς ελπίδα. Η πρόβλεψη του Μαρξ για το αναπόφευκτο του σοσιαλισμού έχει πλήρως επιβεβαιωθεί με την απόδειξη του αρνητικού.

Η ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΠΟΦΕΥΧΤΗ

Το πρόγραμμα της «Τεχνοκρατίας» που άνθιζε την εποχή της μεγάλης κρίσης του 1929-1932, είταν βασισμένο πάνω στη σωστή ιδέα ότι η οικονομία δεν μπορεί να ορθολογικοποιηθεί παρά μόνο με την ενοποίηση της τεχνικής στο ύψος της επιστήμης και της κυβέρνησης στην υπηρεσία της κοινωνίας. Μια τέτια ένωση είναι δυνατή μόνο αν η τεχνική και η κυβέρνηση απελευθερωθούν από την σκλαβιά της ατομικής ιδιοκτησίας. Για να απελευθερωθεί η τεχνική από τις ραδιουργίες των ιδιωτικών συμφερόντων και να τοποθετηθεί η κυβέρνηση στην υπηρεσία της κοινωνίας, είναι αναγκαία η«απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών». Μόνο μια πανίσχυρη τάξη, που ενδιαφέρεται για τη δική-της απελευθέρωση και που αντιτίθεται στους μονοπωλιακούς απαλλοτριωτές, είναι ικανή να φέρει σε πέρας αυτό το καθήκον. Μόνο ενωμένο με μια προλεταριακή κυβέρνηση μπορεί το ειδικευμένο στρώμα των τεχνικών να οικοδομήσει μια πραγματικά επιστημονική και πραγματικά εθνική οικονομία, δηλαδή μια σοσιαλιστική οικονομία.

Θα είταν βέβαια καλύτερα να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός μ’ έναν ειρηνικό, βαθμιαίο και δημοκρατικό τρόπο. Αλλά η κοινωνική τάξη πραγμάτων που έχει ξεζήσει, ποτέ δεν παραχωρεί τη θέση-της στον διάδοχό-της χωρίς αντίσταση. Αν στην εποχή-της, η νέα και παντοδύναμη δημοκρατία δείχθηκε ανίκανη να αποτρέψει την κατάκτηση του πλούτου και της ισχύος από την πλουτοκρατία, είναι δυνατό να περιμένουμε ότι μια γηραλέα και ερειπωμένη δημοκρατία θα αποδειχτεί ικανή να μεταμορφώσει ένα κοινωνικό σύστημα βασισμένο στην ασύδοτη κυριαρχία 60 οικογενειών; Η θεωρία και η ιστορία διδάσκουν ότι η διαδοχή των κοινωνικών καθεστώτων προϋποθέτει την ανώτερη μορφή της ταξικής πάλης, δηλαδή την επανάσταση. Ακόμα και η δουλεία δεν μπόρεσε να καταργηθεί στις Ενωμένες Πολιτείες χωρίς έναν εμφύλιο πόλεμο. «Η βία είναι η μαμή κάθε παλιάς κοινωνίας που εγκυμονεί μια καινούργια». Κανείς ακόμα δεν στάθηκε ικανός να διαψεύσει τον Μαρξ σ’ αυτή τη βασική θέση της κοινωνιολογίας της ταξικής κοινωνίας. Μόνο μια σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί να ανοίξει το δρόμο στο σοσιαλισμό.

Ο ΜΑΡΞΙΣΜΟΣ ΣΤΙΣ ΕΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ

Η δημοκρατία της Βόρειας Αμερικής έχει πάει πιο μακριά από τις άλλες στη σφαίρα της τεχνικής και της οργάνωσης της παραγωγής. Όχι μόνο οι Αμερικανοί, αλλά ολόκληρη η ανθρωπότητα θα χτίσει πάνω σ’ αυτά τα θεμέλια. Ωστόσο, οι διάφορες φάσεις του κοινωνικού προτσές σ’ ένα και το αυτό έθνος έχουν διαφορετικούς ρυθμούς, εξαρτώμενες από ειδικές ιστορικές συνθήκες. Τη στιγμή που οι Ενωμένες Πολιτείες απολαμβάνουν μια καταπληκτική ανωτερότητα στην τεχνολογία, η οικονομική-τους σκέψη είναι εξαιρετικά καθυστερημένη και στη δεξιά και στην αριστερή πτέρυγα. Ο Τζον Λιούις έχει περίπου τις ίδιες απόψεις με τον Φράγκλιν Ρούσβελτ. Αν υπολογίσει κανείς τη φύση του πόστου-του, το κοινωνικό λειτούργημα του Λιούις είναι ασύγκριτα πιο συντηρητικό, για να μην πούμε πιο αντιδραστικό, από αυτό του Ρούσβελτ. Σε ορισμένους αμερικανικούς κύκλους, υπάρχει μια τάση να απορρίπτεται αυτή ή η άλλη ριζοσπαστική θεωρία σαν «μη αμερικανική» χωρίς την παραμικρή επιστημονική κριτική. Αλλά πού μπορεί να βρεθεί το κριτήριο γι’ αυτή την διαφοροποίηση; Ο χριστιανισμός εισήχθηκε στις Ενωμένες Πολιτείες μαζί με τους λογάριθμους, την ποίηση του Σαίξπηρ, την έννοια των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, και ορισμένα άλλα όχι ασήμαντα προϊόντα της ανθρώπινης σκέψης. Σήμερα ο Μαρξισμός βρίσκεται στην ίδια κατηγορία.

Ο αμερικανός Υπουργός Γεωργίας, Χένρι Ουάλας, κατηγορεί τον συγγραφέα αυτών των γραμμών «για μια δογματική ισχνότητα που είναι έντονα μη αμερικανική», και αντιθέτει στο ρωσικό δογματισμό το οπορτουνιστικό πνεύμα του Τζέφερσον που ήξερε πώς να συμπεριφέρεται απέναντι στους αντιπάλους-του. Είναι φανερό ότι ο κύριος Ουάλας δεν έχει ποτέ σκεφτεί ότι μια συμβιβαστική πολιτική δεν είναι λειτουργία ενός άυλου εθνικού πνεύματος, αλλά το προϊόν υλικών συνθηκών. Ένα έθνος που πλουτίζει γρήγορα έχει αρκετά αποθέματα για συμφιλίωση ανάμεσα σε εχθρικές τάξεις και κόμματα. Όταν, από την άλλη, οι κοινωνικές αντιφάσεις οξύνονται, το έδαφος του συμβιβασμού εξαφανίζεται. Η Αμερική είταν απελευθερωμένη από τη «δογματική ισχνότητα» μόνο επειδή είχε μια πληθώρα παρθένων περιοχών, ανεξάντλητες πηγές φυσικού πλούτου, και, όπως φαίνεται, απεριόριστες ευκαιρίες για πλουτισμό. Είναι αλήθεια ότι ακόμα και σ’ αυτές τις συνθήκες, το πνεύμα του συμβιβασμού δεν εμπόδισε τον εμφύλιο πόλεμο όταν σήμανε η ώρα. Όπως και νά ’χει, οι υλικές συνθήκες που αποτελούσαν τη βάση του «αμερικανισμού» απωθούνται σήμερα όλο και περισσότερο στο παρελθόν. Από δω πηγάζει η βαθιά κρίση της παραδοής αμερικανικής ιδεολογίας.

Η εμπειρική σκέψη, περιορισμένη στη λύση των άμεσων προβλημάτων, φαινόταν από καιρό σε καιρό ικανοποιητικά επαρκής και στους εργατικούς και στους αστικούς κύκλους, όσο ο νόμος της αξίας του Μαρξ σκεφτόταν για λογαριασμό του καθένα. Αλλά σήμερα, ο ίδιος αυτός νόμος δίνει τα αντίθετα αποτελέσματα. Αντί να σπρώχνει την οικονομία μπροστά, υπονομεύει τα θεμέλια-της. Μια σκέψη συμβιβαστική και εκλεκτική, που κρατάει μια δυσμενή ή περιφρονητική στάση απέναντι στο μαρξισμό σαν ένα «δόγμα», και με το φιλοσοφικό-της αποκορύφωμα, τον πραγματισμό, γίνεται εντελώς ανεπαρκής, όλο και περισσότερο ανυπόστατη, αντιδραστική και πέρα για πέρα αστεία.

Αντίθετα, είναι οι παραδοσιακές ιδέες του «αμερικανισμού» που έχουν καταντήσει ένα νεκρό και απολιθωμένο «δόγμα», οδηγώντας μονάχα σε λάθη και σύγχυση. Την ίδια στιγμή, η οικονομική διδασκαλία του Μαρξ έχει αποκτήσει μια ιδιαίτερη βιωσιμότητα και οξύτητα για τις Ενωμένες Πολιτείες. Παρόλο που το Κεφάλαιο βασίζεται σε διεθνές υλικό, κυρίως αγγλικό, στις θεωρητικές-του βάσεις αποτελεί μια ανάλυση του καθαρού καπιταλισμού, του καπιταλισμού γενικά, του καπιταλισμού σαν τέτοιου. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο καπιταλισμός που μεγάλωσε στο παρθένο, μη ιστορικό έδαφος της Αμερικής, είναι κείνος που πλησιάζει περισσότερο στον ιδανικό τύπο του καπιταλισμού.

Ας μας συγχωρέσει ο κ. Ουάλας, αλλά η Αμερική αναπτύχθηκε οικονομικά όχι σύμφωνα με τις αρχές του Τζέφερσον, αλλά σύμφωνα με τους νόμους του Μαρξ. Η εθνική αξιοπρέπεια προσβάλλεται με την αναγνώριση αυτού του γεγονότος τόσο λίγο, όσο και με την αναγνώριση ότι η Αμερική γυρίζει γύρω από τον ήλιο σύμφωνα με τους νόμους του Νεύτωνα. Το Κεφάλαιο κάνει μια αλάνθαστη διάγνωση της αρρώστιας και εκφράζει μιαν αναμφισβήτητη πρόβλεψη. Απ’ αυτή την άποψη, η διδασκαλία του Μαρξ διαπερνιέται από τον νέο «αμερικανισμό» πολύ περισσότερο απ’ ότι οι ιδέες του Ρούσβελτ, του Χούβερ, του Γκριν και του Λιούις.

Είναι αλήθεια ότι στις Ενωμένες Πολιτείες υπάρχει μια μεγάλη πρωτότυπη φιλολογία αφιερωμένη στην κρίση της αμερικανικής οικονομίας. Στο βαθμό που οι ευσυνείδητοι οικονομολόγοι πρόσφεραν μια αντικειμενική εικόνα των καταστροφικών τάσεων του αμερικάνικου καπιταλισμού, οι έρευνές-τους, παρά τις θεωρητικές-τους αρχές, φαίνονταν σαν μια άμεση απεικόνιση της θεωρίας του Μαρξ. Η συντηρητική παράδοση ξεπροβάλλει, όμως, όταν αυτοί οι συγγραφείς αρνούνται πεισματικά να βγάλουν συγκεκριμένα συμπεράσματα και αρκούνται σε σκοτεινές προβλέψεις ή σε κοινοτοπίες όπως «η χώρα πρέπει να καταλάβει», «η κοινή γνώμη πρέπει να εξετάσει σοβαρά» και άλλα παρόμοια. Αυτά τα βιβλία μοιάζουν με μαχαίρι δίχως λεπίδα.

Η αλήθεια είναι ότι οι Ενωμένες Πολιτείες είχαν μαρξιστές στο παρελθόν, αλλά είταν ένας περίεργος τύπος μαρξιστών ή μάλλον τρεις περίεργοι τύποι. Πρώτα, υπήρχαν οι μετανάστες, οι διωγμένοι από την Ευρώπη, που έκαναν ότι μπορούσαν αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν ανταπόκριση, δεύτερο, ορισμένες απομονωμένες αμερικάνικες ομάδες, όπως οι Ντε Λεονιστές, που στην πορεία των γεγονότων και εξαιτίας των λαθών-τους μετατράπηκαν σε σέχτες και τρίτο, μερικοί ερασιτέχνες που προσελκύστηκαν από την Οχτωβριανή Επανάσταση και συμπαθούσαν τον μαρξισμό σαν μια εξωτική διδασκαλία που λίγο είχε να κάνει με τις Ενωμένες Πολιτείες. Ο καιρός-τους πέρασε. Τώρα ανατέλλει η νέα εποχή ενός ανεξάρτητου ταξικού κινήματος του προλεταριάτου και, ταυτόχρονα, του γνήσιου μαρξισμού. Και σ’ αυτό επίσης, η Αμερική θα φτάσει με λίγα άλματα την Ευρώπη και θα την ξεπεράσει. Μια προοδευτική τεχνική και μια προοδευτική κοινωνική δομή θα ανοίξουν το δικό-τους δρόμο στη σφαίρα της θεωρίας. Οι καλύτεροι θεωρητικοί του μαρξισμού θα εμφανιστούν στο αμερικάνικο έδαφος, ο Μαρξ θα γίνει ο εμπνευστής των προχωρημένων αμερικάνων εργατών. Γι’ αυτούς, η σύντομη αυτή έκθεση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου δεν θα είναι παρά το πρώτο βήμα για το πλήρες έργο του Μαρξ.

Ο ΙΔΕΩΔΗΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ

Την εποχή που εκδόθηκε ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου, η παγκόσμια κυριαρχία της βρετανικής μπουρζουαζίας είταν ακόμα αδιαμφισβήτητη. Οι αφηρημένοι νόμοι της εμπορευματικής οικονομίας έβρισκαν, φυσικά, την πλήρη-τους ενσάρκωση –αυτή δηλαδή που εξαρτιόταν λιγότερο από επιρροές του παρελθόντος– στη χώρα όπου ο καπιταλισμός είχε φτάσει στο υψηλότερο σημείο ανάπτυξης. Αν και στην ανάλυσή-του, ο Μαρξ, βασιζόταν κυρίως στην Αγγλία, δεν έβλεπε μόνο την Αγγλία, αλλά ολόκληρο τον καπιταλιστικό κόσμο. Χρησιμοποιούσε την Αγγλία της εποχής-του σαν τον καλύτερο σύγχρονο καθρέφτη του καπιταλισμού.


Τώρα δεν μένουν παρά αναμνήσεις της βρετανικής ηγεμονίας. Τα πλεονεκτήματα του καπιταλιστικού προβαδίσματος έγιναν μειονεκτήματα. Η τεχνική και οικονομική δομή της Αγγλίας έχει τελείως φθαρεί. Η παγκόσμια θέση της χώρας εξακολουθεί να εξαρτάται περισσότερο από την αποικιακή αυτοκρατορία, κληρονομιά του παρελθόντος, παρά από το ενεργητικό οικονομικό δυναμικό-της. Αυτό, παρεμπιπτόντως, ερμηνεύει τη χριστιανική φιλανθρωπία του Τσάμπερλεν, που τόσο πολύ εξέπληξε τους πάντες, απέναντι στο διεθνή γκαγκστερισμό των φασιστών. Η αγγλική μπουρζουαζία δεν μπορεί παρά να συνειδητοποιήσει ότι η οικονομική-της παρακμή έχει γίνει εντελώς ασυμβίβαστη με την παγκόσμια θέση-της, και ότι ένας νέος πόλεμος απειλεί να φέρει την πτώση της βρετανικής αυτοκρατορίας. Οι οικονομικές βάσεις του γαλλικού πατσιφισμού είναι ουσιαστικά παρόμοιες.


Η Γερμανία, αντίθετα, στη γρήγορη καπιταλιστική-της άνοδο, χρησιμοποίησε τα πλεονεκτήματα της ιστορικής καθυστέρησης, εξοπλιζόμενη με την τελειότερη τεχνική στην Ευρώπη. Έχοντας μια στενή εθνική βάση και έλλειψη φυσικών πηγών, ο δυναμικός καπιταλισμός της Γερμανίας μεταμορφώθηκε αναγκαστικά στον πιο εκρηχτικό παράγοντα της λεγόμενης ισορροπίας των παγκόσμιων δυνάμεων. Η επιληπτική ιδεολογία του Χίτλερ δεν είναι παρά η αντανάκλαση της επιληψίας του γερμανικού καπιταλισμού.

Εκτός από τα αναρίθμητα και ανεκτίμητα πλεονεκτήματα ιστορικού χαραχτήρα, η ανάπτυξη των Ενωμένων Πολιτειών είχε την υπεροχή μιας αμέτρητα μεγαλύτερης έκτασης και ασύγκριτα περισσότερων φυσικών πηγών πλούτου απ’ ότι η Γερμανία. Έχοντας ήδη σημαντικά ξεπεράσει τη Μεγάλη Βρετανία, η Βορειοαμερικανική Δημοκρατία έγινε στις αρχές του αιώνα το κύριο οχυρό της παγκόσμιας μπουρζουαζίας. Εκεί, όλες οι δυνατότητες, οι έμφυτες του καπιταλισμού βρήκαν την πιο υψηλή-τους έκφραση. Πουθενά αλλού στον πλανήτη-μας η μπουρζουαζία δεν μπορεί με κανένα τρόπο να ξεπεράσει τα επιτεύγματά-της στη δημοκρατία του δολαρίου, που έγινε ο πιο τέλειος καθρέφτης του καπιταλισμού του 20ού αιώνα.


Για τους ίδιους λόγους που ο Μαρξ προτίμησε να βασίσει την έκθεσή-του στις αγγλικές στατιστικές, τις αγγλικές κοινοβουλευτικές εκθέσεις, τις αγγλικές «γαλάζιες βίβλους» και τα παρόμοια, εμείς καταφύγαμε, στη μικρή αυτή εισαγωγή, κυρίως σε στοιχεία από την οικονομική και πολιτική εμπειρία των Ενωμένων Πολιτειών. Δεν χρειάζεται να πούμε ότι δεν θα είταν δύσκολο να παραθέσουμε ανάλογα γεγονότα και αριθμούς από τη ζωή οποιασδήποτε άλλης καπιταλιστικής χώρας. Αλλά αυτό δεν θα πρόσθετε τίποτε το ουσιαστικό. Τα συμπεράσματα θα παραμένανε τα ίδια, μόνο που τα παραδείγματα θα είταν λιγότερο εντυπωσιακά.

Στη Γαλλία, η οικονομική πολιτική του Λαϊκού Μετώπου είταν, όπως πετυχημένα είπε ένας από τους χρηματιστές-της, μια προσαρμογή του «Νιου Ντιλ» για «λιλιπούτειους». Είναι ολοφάνερο ότι σε μια θεωρητική ανάλυση είναι αμέτρητα πιο βολικό να έχεις να κάνεις με κυκλώπεια παρά με λιλιπούτεια μεγέθη. Είναι οι ίδιες οι τεράστιες διαστάσεις του πειράματος του Ρούσβελτ που δείχνουν πως μόνο ένα θαύμα μπορεί να σώσει το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα. Αλλά συμβαίνει η ανάπτυξη της καπιταλιστικής παραγωγής να βάζει τέλος στην παραγωγή θαυμάτων. Οι δεήσεις και οι προσευχές αφθονούν, τα θαύματα δεν έρχονται ποτέ. Είναι φανερό πάντως ότι αν το θαύμα ενός ξανανιώματος του καπιταλισμού μπορούσε κάπου να συμβεί, αυτό δεν θα μπορούσε να είναι παρά στις Ενωμένες Πολιτείες. Όμως, αυτό το ξανάνιωμα δεν επιτεύχθηκε ακόμα. Αυτό που οι Κύκλωπες δεν πέτυχαν, οι Λιλιπούτειοι είναι ακόμα λιγότερο ικανοί να καταφέρουν. Να βρούμε τις βάσεις του απλού αυτού συμπεράσματος είναι το νόημα της περιήγησης-μας στο πεδίο της αμερικανικής οικονομίας.

ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΑΙ ΑΠΟΙΚΙΕΣ

«Η πιο αναπτυγμένη βιομηχανική χώρα, γράφει ο Μαρξ στον πρόλογο της πρώτης έκδοσης του Κεφαλαίου, δείχνει στις λιγότερο αναπτυγμένες απλά την εικόνα του δικού-τους μέλλοντος». Αυτή τη σκέψη δεν μπορούμε να την πάρουμε κατά γράμμα σε καμιά περίπτωση. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και το βάθεμα των κοινωνικών αντιθέσεων αποτελούν αναμφίβολα τη μοίρα κάθε χώρας που προχωρεί στο δρόμο της αστικής ανάπτυξης. Όμως, η δυσαναλογία των ρυθμών και των επιπέδων, που χαρακτηρίζει κάθε εξέλιξη της ανθρωπότητας, όχι μόνο απόχτησε ιδιαίτερη οξύτητα κάτω από τον καπιταλισμό, αλλά και γέννησε τη σύνθετη αλληλεξάρτηση της υποδούλωσης, της εκμετάλλευσης και της καταπίεσης ανάμεσα σε χώρες διαφορετικού οικονομικού τύπου.

Μόνο μια μειοψηφία χωρών έχει περάσει μέσα από εκείνη τη συστηματική και λογική ανάπτυξη, από το χειροτέχνη στην οικιακή μανιφατούρα και στο εργοστάσιο, που ο Μαρξ υπόβαλε σε τόσο λεπτομερειακή ανάλυση. Το εμπορικό, το βιομηχανικό και το χρηματιστικό κεφάλαιο εισβάλανε από τα έξω στις καθυστερημένες χώρες, ενμέρει καταστρέφοντας τις πρωτόγονες μορφές της ντόπιας οικονομίας και ενμέρει υποτάσσοντάς-τες στο παγκόσμιο βιομηχανικό και τραπεζιτικό σύστημα της Δύσης. Κάτω από το μαστίγιο του ιμπεριαλισμού, οι αποικίες και οι μισοαποικίες αναγκάστηκαν να αγνοήσουν τα ενδιάμεσα στάδια, ενώ, ταυτόχρονα, έμεναν τεχνητά προσκολλημένες στο ένα ή στο άλλο επίπεδο. Η ανάπτυξη της Ινδίας δεν είταν το αντίγραφο της ανάπτυξης της Αγγλίας, είταν ένα συμπλήρωμά-της. Όμως, για να καταλάβουμε το συνδυασμένο τύπο ανάπτυξης των καθυστερημένων χωρών, όπως η Ινδία, είναι αναγκαίο να έχουμε πάντα στο νου-μας τα κλασικό σχήμα που έβγαλε ο Μαρξ από την ανάπτυξη της Αγγλίας. Ο νόμος της αξίας της εργασίας καθοδηγεί τόσο τους λογαριασμούς των κερδοσκόπων του Σίτι του Λονδίνου, όσο και τις χρηματικές ανταλλαγές στην πιο απόμακρη γωνιά του Χαϊνταραμπάντ, μόνο που στη δεύτερη περίπτωση παίρνει πιο απλές και λιγότερο περίτεχνες μορφές.

Η δυσαναλογία στην ανάπτυξη έφερε τεράστια οφέλη στις αναπτυγμένες χώρες που, αν και σε διαφορετικό βαθμό, συνέχιζαν να αναπτύσσονται σε βάρος των καθυστερημένων, εκμεταλλεύοντάς-τες, μετατρέποντάς-τες σε αποικίες-τους ή τουλάχιστο κάνοντας αδύνατο να μπουν στην καπιταλιστική αριστοκρατία. Τα πλούτη της Ισπανίας, της Ολλανδίας, της Αγγλίας, της Γαλλίας, δεν αποκτήθηκαν μόνο από την υπερεργασία του δικού-τους προλεταριάτου, ούτε από την καταστροφή μόνο της δικιάς-τους μικρομπουρζουαζίας, αλλά και με τη συστηματική λεηλασία των υπερπόντιων κτήσεών-τους. Η ταξική εκμετάλλευση συμπληρώθηκε και η δυναμικότητά-της αυξήθηκε από την εκμετάλλευση των εθνών.

Η μπουρζουαζία των μητροπολιτικών χωρών μπόρεσε να εξασφαλίσει στο προλεταριάτο-της, ιδιαίτερα στα ανώτερα στρώματά-του, μια προνομιούχα θέση πληρώνοντας μ’ ένα μέρος από τα υπερκέρδη που μάζευε στις αποικίες. Χωρίς αυτό, κάθε είδος σταθερού δημοκρατικού καθεστώτος θα είταν αδύνατο. Στις πιο πλατιές εκδηλώσεις-της, η αστική δημοκρατία έγινε και εξακολουθεί να είναι μια μορφή διακυβέρνησης προσιτή μόνο στις πιο αριστοκρατικές και τις πιο εκμεταλλεύτριες χώρες. Η αρχαία δημοκρατία είταν βασισμένη στη δουλεία, η ιμπεριαλιστική δημοκρατία βασίζεται στη λεηλασία των αποικιών.

Οι Ενωμένες Πολιτείες, που τυπικά δεν έχουν σχεδόν καθόλου αποικίες, είναι παρ’ όλα αυτά το πιο προνομιούχο έθνος της ιστορίας. Δραστήριοι ευρωπαίοι μετανάστες κατέκτησαν μια εξαιρετικά πλούσια ήπειρο, εξόντωσαν τον ντόπιο πληθυσμό, πήραν το πιο μεγάλο μέρος του Μεξικού και τη μερίδα του λέοντος στα πλούτη του κόσμου. Τα αποθέματα λίπους, που έτσι συσσωρεύτηκαν, εξακολουθούν να χρησιμεύουν ακόμα και σήμερα, την εποχή της παρακμής, για να λαδώνουν τους τροχούς της δημοκρατίας.

Η πρόσφατη ιστορική εμπειρία, όπως και η θεωρητική ανάλυση, δείχνουν ότι ο ρυθμός ανάπτυξης μιας δημοκρατίας και η σταθερότητά-της είναι αντιστρόφως ανάλογα σε σχέση με την ένταση των ταξικών αντιφάσεων. Στις λιγότερο προνομιούχες καπιταλιστικές χώρες (τη Ρωσία, από τη μια, τη Γερμανία, την Ιταλία, κλπ., από την άλλη) που δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν μια πολυάριθμη και σταθερή εργατική αριστοκρατία, η δημοκρατία ποτέ δεν αναπτύχθηκε, και υπόκυψε σχετικά εύκολα στη δικτατορία. Όμως, η συνεχιζόμενη προοδευτική παράλυση του καπιταλισμού ετοιμάζει την ίδια τύχη και για τις δημοκρατίες των πιο προνομιούχων και πιο πλούσιων χωρών: η μόνη διαφορά είναι στις ημερομηνίες. Η ανεξέλεγκτη επιδείνωση των συνθηκών ζωής των εργατών κάνει όλο και λιγότερο δυνατή, για την μπουρζουαζία, την παραχώρηση στις μάζες του δικαιώματος συμμετοχής στην πολιτική ζωή, ακόμα και μέσα στα περιορισμένα πλαίσια του αστικού κοινοβουλευτισμού. Κάθε άλλη εξήγηση του ολοφάνερου προτσές καταστροφής της δημοκρατίας από το φασισμό είναι μια ιδεαλιστική διαστρέβλωση των πραγμάτων όπως πραγματικά είναι, ή μια απάτη, ή μια αυταπάτη.

Ενώ καταστρέφει τη δημοκρατία στις παλιές μητροπολιτικές χώρες του κεφαλαίου, ο ιμπεριαλισμός εμποδίζει ταυτόχρονα την άνοδο της δημοκρατίας στις καθυστερημένες χώρες. Το γεγονός ότι στη νέα εποχή ούτε μια από τις αποικίες ή μισοαποικίες δεν έχει ολοκληρώσει τη δημοκρατική-της επανάσταση –κυρίως στον τομέα των αγροτικών σχέσεων– οφείλεται αποκλειστικά στον ιμπεριαλισμό που έγινε το κύριο φρένο της οικονομικής και πολιτικής προόδου. Λεηλατώντας το φυσικό πλούτο των καθυστερημένων χωρών και εμποδίζοντας σκόπιμα την ανεξάρτητη βιομηχανική-τους ανάπτυξη, οι μεγιστάνες των μονοπωλίων και οι κυβερνήσεις-τους παρέχουν ταυτόχρονα οικονομική, πολιτική και στρατιωτική υποστήριξη στις πιο αντιδραστικές, παρασιτικές μισοφεουδαρχικές ομάδες των ντόπιων εκμεταλλευτών. Η τεχνητά συντηρούμενη αγροτική βαρβαρότητα είναι στις μέρες-μας η πιο απαίσια μάστιγα της σύγχρονης παγκόσμιας οικονομίας. Ο αγώνας των αποικιακών λαών για την απελευθέρωσή-τους, πηδώντας πάνω από τα ενδιάμεσα στάδια, μεταμορφώνεται αναγκαστικά σε αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό, και έτσι ευθυγραμμίζεται με τον αγώνα του προλεταριάτου στις μητροπόλεις. Οι αποικιακές εξεγέρσεις και οι πόλεμοι κλονίζουν με τη σειρά-τους τα θεμέλια του καπιταλιστικού κόσμου περισσότερο παρά ποτέ και κάνουν το θαύμα της αναγέννησής-του λιγότερο δυνατό από ποτέ.


ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΣΧΕΔΙΑΣΜΕΝΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Ο καπιταλισμός πέτυχε ένα διπλό ιστορικό προτέρημα: ανέβασε την τεχνική σ’ ένα υψηλό επίπεδο και συνένωσε όλα τα μέρη του κόσμου με οικονομικούς δεσμούς. Έτσι προετοίμασε τις υλικές προϋποθέσεις για τη συστηματική χρησιμοποίηση όλων των αποθεμάτων του πλανήτη-μας. Όμως, ο καπιταλισμός δεν είναι σε θέση να εκπληρώσει το επείγον αυτό καθήκον. Ο πυρήνας της επέκτασής-του συνεχίζει να αποτελείται από περιχαρακωμένα εθνικιστικά κράτη με τα τελωνεία-τους και τους στρατούς-τους. Αλλά οι παραγωγικές δυνάμεις από καιρό ξεπέρασαν τα σύνορα του εθνικού κράτους, μεταμορφώνοντας έτσι αυτό που υπήρξε ένας προοδευτικός ιστορικός παράγοντας σε ένα ανυπόφορο φραγμό. Οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι δεν είναι τίποτε άλλο παρά εκτονώσεις των παραγωγικών δυνάμεων ενάντια στα κρατικά σύνορα που παράγιναν περιοριστικά γι’ αυτές. Το πρόγραμμα της λεγόμενης αυτάρκειας δεν έχει τίποτε να κάνει με μια επιστροφή σε μια οικονομία αυτάρκη και περιχαρακωμένη. Σημαίνει απλά ότι η εθνική βάση προετοιμάζεται για ένα καινούργιο πόλεμο.

Μετά την υπογραφή της Συνθήκης των Βερσαλλιών πίστευαν γενικά ότι ο πλανήτης είχε μοιραστεί πολύ καλά. Αλλά πιο πρόσφατα γεγονότα μας θύμισαν ότι ο πλανήτης-μας συνεχίζει να περιέχει μέρη που δεν έχουν ακόμα λεηλατηθεί ή αρκετά λεηλατηθεί. Η πάλη για αποικίες συνεχίζει να είναι αξεχώριστο μέρος της πολιτικής του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού. Ανεξάρτητα από το πόσο ολοκληρωμένα είναι μοιρασμένος ο κόσμος, το προτσές ποτέ δεν τελειώνει, απλά βάζει ξανά και ξανά στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα ενός νέου ξανα-μοιράσματος του κόσμου σύμφωνα με τις αλλαγμένες σχέσεις ανάμεσα στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος σήμερα για τους επανεξοπλισμούς, τους διπλωματικούς σπασμούς και τις πολεμικές συσπειρώσεις.

Όλες οι προσπάθειες να παρουσιαστεί ο επικείμενος πόλεμος σαν σύγκρουση ανάμεσα στις ιδέες της δημοκρατίας και του φασισμού ανήκουν στο βασίλειο του τσαρλατανισμού ή της ηλιθιότητας. Οι πολιτικές μορφές αλλάζουν, οι καπιταλιστικές ορέξεις παραμένουν. Αν ένα φασιστικό καθεστώς εγκαθιδρυόταν αύριο στη μια ή την άλλη μεριά της Μάγχης –και κανείς δεν θα τολμούσε να αρνηθεί μια τέτια πιθανότητα– οι δικτάτορες του Λονδίνου και του Παρισιού θα είταν το ίδιο ανίκανοι να εγκαταλείψουν τις αποικιακές-τους κτήσεις, όσο ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι τις αποικιακές-τους βλέψεις. Ο μανιασμένος και απελπισμένος αγώνας για ένα ξανα-μοίρασμα του κόσμου απορρέει αναγκαστικά από τη θανάσιμη κρίση του καπιταλιστικού συστήματος.

Οι μερικές μεταρρυθμίσεις και τα μπαλώματα δεν κάνουν τίποτα. Η ιστορική ανάπτυξη έχει φτάσει σε ένα από τα αποφασιστικά εκείνα στάδια όπου μόνο η άμεση επέμβαση των μαζών είναι ικανή να σαρώσει τα αντιδραστικά εμπόδια και να βάλει τις βάσεις ενός καινούργιου καθεστώτος. Η κατάργηση της ατομικής ιδιοχτησίας των μέσων παραγωγής, είναι ο πρώτος όρος για τη σχεδιασμένη οικονομία, δηλαδή για την εισαγωγή της λογικής στη σφαίρα των ανθρώπινων σχέσεων, πρώτα σε εθνική και μετά σε παγκόσμια κλίμακα. Μόλις αρχίσει, η σοσιαλιστική επανάσταση θα απλωθεί από χώρα σε χώρα με αναρίθμητα μεγαλύτερη δύναμη απ’ όση απλώνεται ο φασισμός στις μέρες-μας. Με το παράδειγμα και τη βοήθεια των αναπτυγμένων χωρών, οι καθυστερημένες χώρες θα συρθούν κι αυτές στο κύριο ρεύμα του σοσιαλισμού. Οι εντελώς σαπισμένες τελωνειακές πύλες θα γκρεμιστούν. Οι αντιφάσεις, που ξεσκίζουν την Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο, θα βρουν τη φυσική και ειρηνική-τους λύση μέσα στα πλαίσια των Ενωμένων Σοσιαλιστικών Πολιτειών στην Ευρώπη όπως και σε άλλα μέρη του κόσμου. Η απελευθερωμένη ανθρωπότητα θα ορθωθεί σ’ όλο-της το ύψος.

ΤΑ 90 ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΟΥ ΜΑΝΙΦΕΣΤΟΥ

Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι σε 10 μόνο χρόνια θα κλείσουν τα 100 χρόνια του Μανιφέστου του Κομμουνιστικού Κόμματος. Αυτή η μπροσούρα, που δείχνει το μεγαλύτερο πνεύμα στην παγκόσμια φιλολογία, μας εκπλήσσει ακόμα και σήμερα με την επικαιρότητά-της. Τα πιο σημαντικά τμήματά-της φαίνονται σαν να γράφτηκαν χτες. Βέβαια, οι νεαροί συγγραφείς-της (ο Μαρξ είταν 29 χρονών και ο Έγκελς 27) μπορούσαν να δουν το μέλλον ευρύτερα από οποιονδήποτε προκάτοχό-τους και ίσως κι από οποιονδήποτε μεταγενέστερο.

Ήδη, στην κοινή-τους Εισαγωγή στην έκδοση του 1872, ο Μαρξ και ο Έγκελς διακήρυξαν ότι παρά το γεγονός ότι ορισμένα δευτερεύοντα αποσπάσματα του Μανιφέστου είταν απαρχαιωμένα, αισθάνονταν ότι δεν είχαν πια το δικαίωμα να αλλάξουν το αρχικό κείμενο, αφού το Μανιφέστο είχε ήδη γίνει ένα ιστορικό ντοκουμέντο, στην περίοδο αυτή των 25 χρόνων που είχαν περάσει.

Εξήντα πέντε επιπλέον χρόνια έχουν περάσει από τότε. Μεμονωμένα αποσπάσματα του Μανιφέστου ανήκουν ακόμα περισσότερο στο παρελθόν. Θα προσπαθήσουμε να εγκαθιδρύσουμε με σαφήνεια, σ’αυτή την Εισαγωγή, τόσο τις ιδέες εκείνες του Μανιφέστου που διατηρούν σήμερα όλη-τους την ισχύ, όσο και κείνες που απαιτούν σημαντική αλλαγή ή διεύρυνση.

1. Η υλιστική αντίληψη της ιστορίας, που ανακάλυψε ο Μαρξ λίγο πριν, και εφάρμοσε με πλήρη επιδεξιότητα στο Μανιφέστο, έχει περάσει με απόλυτη επιτυχία το τεστ των γεγονότων και τα χτυπήματα της εχθρικής κριτικής. Σήμερα, συνιστά ένα από τα πιο πολύτιμα εργαλεία της ανθρώπινης σκέψης.

Όλες οι άλλες ερμηνείες του ιστορικού προτσές έχουν χάσει κάθε επιστημονικό νόημα. Μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι είναι αδύνατο στην εποχή-μας όχι μόνο να είσαι ένας επαναστάτης μαχητής, αλλά ούτε και εγγράμματος παρατηρητής στην πολιτική χωρίς να αφομοιώσεις την υλιστική ερμηνεία της ιστορίας.

2. Το πρώτο κεφάλαιο του Μανιφέστου αρχίζει με τις παρακάτω λέξεις: «Η ιστορία όλων των μέχρι σήμερα κοινωνιών είναι η ιστορία των ταξικών αγώνων». Αυτή η θέση, το πιο σημαντικό συμπέρασμα που βγαίνει από την υλιστική ερμηνεία της ιστορίας, έγινε άμεσα ένα ζήτημα της ταξικής πάλης.

Έγιναν ιδιαίτερα δηλητηριώδεις επιθέσεις από αντιδραστικούς υποκριτές, φιλελεύθερους δογματικούς και ιδεαλιστές δημοκράτες ενάντια στη θεωρία που αντικατάστησε το «κοινό καλό», την «εθνική ενότητα» και τις «αιώνιες ηθικές αλήθειες» σαν την κινητήρια δύναμη με την πάλη υλικών συμφερόντων.

Αργότερα προστέθηκαν στις γραμμές-τους και μέλη του ίδιου του εργατικού κινήματος, οι αποκαλούμενοι ρεβιζιονιστές, δηλαδή οι υπέρμαχοι της ανασκευής («αναθεώρησης») του Μαρξισμού στο πνεύμα της ταξικής συνεργασίας και της ταξικής συμφιλίωσης.

Τελικά, στην εποχή-μας, τον ίδιο δρόμο ακολούθησαν στην πράξη οι άξιοι περιφρόνησης επίγονοι της Κομμουνιστικής Διεθνούς (οι «Σταλινικοί»): η πολιτική του λεγόμενου «Λαϊκού Μετώπου» άνθησε κυριολεχτικά πάνω στο έδαφος της άρνησης των νόμων της ταξικής πάλης.

Στο μεταξύ, είναι ακριβώς η εποχή του ιμπεριαλισμού η οποία φέρνει όλες τις κοινωνικές αντιφάσεις στο υψηλότερό-τους σημείο, που δίνει στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο τη μεγαλύτερη θεωρητική-του δικαίωση.

3. Η ανατομία του καπιταλισμού, σαν ιδιαίτερο στάδιο στην οικονομική ανάπτυξη της κοινωνίας, δόθηκε από τον Μαρξ με ολοκληρωμένη μορφή στο Κεφάλαιο (1867).

Αλλά ήδη στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο χαράχτηκαν σταθερά οι κύριες γραμμές της μελλοντικής ανάλυσης: η πληρωμή της εργατικής δύναμης σαν ισοδύναμο του κόστους αναπαραγωγής-της, η ιδιοποίηση της υπεραξίας από τους καπιταλιστές, ο ανταγωνισμός σαν η βάση των κοινωνικών σχέσεων, η καταστροφή των ενδιάμεσων τάξεων, δηλαδή της μικρομπουρζουαζίας των πόλεων και της αγροτιάς, η συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια ενός συνεχώς μειούμενου αριθμού ιδιοκτητών, από τη μια μεριά, και ο αυξανόμενος αριθμός του προλεταριάτου, από την άλλη, η προετοιμασία των υλικών και πολιτικών προϋποθέσεων για το σοσιαλιστικό καθεστώς.

4. Η πρόταση στο Μανιφέστο που αφορά την τάση του καπιταλισμού να ρίχνει το βιοτικό επίπεδο των εργατών, και ακόμα να τους εξαθλιώνει, έχει δεχτεί πολλά πυρά.

Παπάδες, καθηγητές, υπουργοί, δημοσιογράφοι, σοσιαλδημοκράτες θεωρητικοί και συνδικαλιστές ηγέτες βγήκαν μπροστά ενάντια στη λεγόμενη «θεωρία της εξαθλίωσης». Ανακάλυψαν όλοι σημάδια αυξανόμενης ευημερίας των εργατών, θεωρώντας προλεταριάτο την εργατική αριστοκρατία ή παίρνοντας μια παροδική τάση σαν σταθερή και μόνιμη.

Στο μεταξύ, ακόμα και η ανάπτυξη του ισχυρότερου καπιταλισμού, δηλαδή του αμερικανικού καπιταλισμού, έχει οδηγήσει σε εξαθλίωση εκατομμύρια εργάτες που συντηρούνται πια χάρη στην ομοσπονδιακή, δημοτική ή ιδιωτική φιλανθρωπία.

5. Ενάντια στο Μανιφέστο, που περιέγραψε τις εμπορικές και βιομηχανικές κρίσεις σαν μια σειρά όλο και πιο εκτεταμένων καταστροφών, οι ρεβιζιονιστές βεβαίωναν ότι η εθνική και διεθνής ανάπτυξη των τραστ θα εξασφάλιζε τον έλεγχο πάνω στην αγορά και θα οδηγούσε βαθμιαία στην κατάργηση των κρίσεων.

Το τέλος του περασμένου αιώνα και η αρχή του τωρινού σημαδεύτηκαν πραγματικά από μια ανάπτυξη του καπιταλισμού τόσο θυελλώδη, ώστε να κάνει τις κρίσεις να φαίνονται μόνο σαν «τυχαίο» σταμάτημα. Αλλά αυτή η εποχή έχει περάσει χωρίς επιστροφή. Σε τελευταία ανάλυση, η αλήθεια αποδείχτηκε ότι είταν με το μέρος του Μαρξ και σ’ αυτό επίσης το ζήτημα.

6. «Η διοίκηση του σημερινού κράτους δεν είναι παρά μια επιτροπή για τη διεύθυνση των κοινών υποθέσεων ολόκληρης της μπουρζουαζίας». Αυτή η περιεχτική διατύπωση, που οι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας την έβλεπαν σαν ένα δημοσιογραφικό παράδοξο, περιέχει πράγματι τη μόνη επιστημονική θεωρία του κράτους.

Η δημοκρατία που λανσάρεται από την μπουρζουαζία δεν είναι, όπως ο Μπερνστάιν και ο Κάουτσκι θεωρούσαν, ένα άδειο σακί, που μπορεί κανείς ανενόχλητα να το γεμίσει με κάθε είδους ταξικό περιεχόμενο. Η αστική δημοκρατία μπορεί να υπηρετήσει μόνο την αστική τάξη. Μια κυβέρνηση «Λαϊκού Μετώπου», είτε έχει επικεφαλής τον Μπλούμ ή τον Σόταμ, τον Καμπαλέρο ή τον Νεγκρίν, είναι μόνο «μια επιτροπή για τη διεύθυνση των κοινών υποθέσεων ολόκληρης της μπουρζουαζίας». Οποτεδήποτε αυτή η «επιτροπή» διευθύνει τις υποθέσεις ανεπαρκώς, η μπουρζουαζία την απολύει με μια κλωτσιά.

7. «Κάθε ταξική πάλη είναι μια πολιτική πάλη». «Η οργάνωση του προλεταριάτου σαν τάξης είναι κατά συνέπεια η οργάνωσή-του σε πολιτικό κόμμα».

Συνδικαλιστές, από τη μια μεριά, και αναρχοσυνδικαλιστές, από την άλλη, έχουν εδώ και πολύν καιρό απομακρυνθεί –και το κάνουν ακόμα– από την κατανόηση αυτών των ιστορικών νόμων. Ο «καθαρός» συνδικαλισμός έχει τώρα δεχτεί ένα συντριπτικό πλήγμα στο κύριο καταφύγιό-του: στις Ενωμένες Πολιτείες. Ο αναρχοσυνδικαλισμός έχει δεχτεί μια ανεπανόρθωτη ήττα στο τελευταίο οχυρό-του –την Ισπανία. Και εδώ επίσης, το Μανιφέστο αποδείχτηκε σωστό.

8. Το προλεταριάτο δεν μπορεί να καταλάβει την εξουσία μέσα στο νομικό πλαίσιο που έχει εγκαθιδρύσει η μπουρζουαζία. «Οι κομμουνιστές διακηρύσσουν ανοιχτά ότι οι ακοποί-τους μπορούν να επιτευχτούν μόνο με τη βίαιη ανατροπή όλων των υπαρχουσών κοινωνικών συνθηκών».

Ο ρεφορμισμός προσπαθούσε να εξηγήσει αυτή τη διατύπωση του Μανιφέστου πάνω στη βάση της ανωριμότητας του κινήματος εκείνη την περίοδο και την ανεπαρκή ανάπτυξη της δημοκρατίας. Η μοίρα της ιταλικής, της γερμανικής και ενός μεγάλου αριθμού άλλων «δημοκρατιών» αποδείχνει ότι η «ανωριμότητα» είναι το διακριτικό χαραχτηριστικό των ιδεών των ίδιων των ρεφορμιστών.

9. Για το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, η εργατική τάξη πρέπει να συγκεντρώσει στα χέρια-της τέτια εξουσία ώστε να μπορεί να συντρίψει κάθε πολιτικό εμπόδιο που κλείνει το δρόμο στο νέο σύστημα. «Το προλεταριάτο οργανωμένο ως κυρίαρχη τάξη» –αυτή είναι η διχτατορία.

Η έκταση και το βάθος-της εξαρτώνται από τις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των χωρών που έχουν πάρει το δρόμο της σοσιαλιστικής επανάστασης, τόσο πιο ελεύθερες και πιο εύκαμπτες μορφές θα πάρει η διχτατορία, τόσο πιο ευρύτερη και πιο βαθιά θα είναι η εργατική δημοκρατία.

10. Η διεθνής ανάπτυξη του καπιταλισμού έχει προκαθορίσει τον διεθνή χαραχτήρα της προλεταριακής επανάστασης. «Ενιαία δράση των κύριων πολιτισμένων χωρών τουλάχιστον, είναι ένας από τους πρώτους όρους για την απελευθέρωση του προλεταριάτου».

Η κατοπινή ανάπτυξη του καπιταλισμού έχει τόσο στενά δέσει όλα τα τμήματα του πλανήτη-μας, και τα «πολιτισμένα» και τα «απολίτιστα», που το πρόβλημα της σοσιαλιστικής επανάστασης έχει ολοκληρωτικά και αποφασιστικά πάρει ένα παγκόσμιο χαραχτήρα.

Η σοβιετική γραφειοκρατία προσπαθεί να διαλύσει το Μανιφέστο σε σχέση μ’ αυτό το θεμελιακό ζήτημα. Ο βοναπαρτιστικός εκφυλισμός του σοβιετικού κράτους, είναι μια συντριπτική απόδειξη του λαθεμένου της θεωρίας του σοσιαλισμού σε μια μόνη χώρα.

11. «Όταν, στην πορεία της ανάπτυξης, οι ταξικές διακρίσεις έχουν εξαφανιστεί και όλη η παραγωγή έχει συγκεντρωθεί στα χέρια μιας ευρείας ένωσης ολόκληρου του έθνους, η δημόσια εξουσία θα χάσει τον πολιτικό-της χαραχτήρα». Με άλλα λόγια: το κράτος θα σβήσει. Η κοινωνία παραμένει –απελευθερωμένη από τον ζουρλομανδύα. Αυτό δεν είναι τίποτα άλλο από το σοσιαλισμό. Το αντίστροφο θεώρημα: η τερατώδης ανάπτυξη της κρατικής καταπίεσης στην ΕΣΣΔ, είναι μια εύγλωττη μαρτυρία ότι η κοινωνία κινείται μακριά από το σοσιαλισμό.

12. «Οί εργάτες δεν έχουν πατρίδα». Αυτά τα λόγια του Μανιφέστου έχουν περισσότερο από μια φορά θεωρηθεί από τους φιλισταίους σαν ένα αγκιτατόρικο λογοπαίγνιο. Στην πραγματικότητα, τα λόγια αυτά έχουν δόσει στο προλεταριάτο τη μόνη δυνατή κατεύθυνση στο ζήτημα της καπιταλιστικής «πατρίδας».

Η παραβίαση αυτής της γραμμής από τη Δεύτερη Διεθνή έφερε όχι μόνο τέσσερα χρόνια καταστροφής στην Ευρώπη, αλλά την τωρινή στασιμότητα του παγκόσμιου πολιτισμού. Μπροστά στον επικείμενο νέο πόλεμο, για τον οποίο η προδοσία της Τρίτης Διεθνούς άνοιξε το δρόμο, το Μανιφέστο παραμένει ακόμα και τώρα ο πιο αξιόπιστος σύμβουλος για το ζήτημα της καπιταλιστικής «πατρίδας».

Έτσι βλέπουμε ότι το κοινό και μάλλον σύντομο έργο των δύο νεαρών συγγραφέων συνεχίζει να δίνει ακόμα αναντικατάστατες κατευθύνσεις πάνω στα πιο σοβαρά και καυτά ζητήματα της πάλης για απελευθέρωση. Ποιό άλλο βιβλίο θα μπορούσε έστω και στο ελάχιστο να συγκριθεί με το Κομμουνιστικό Μανιφέστο;

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι, ύστερα από 90 χρόνια χωρίς προηγούμενο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων και μεγάλων κοινωνικών αγώνων, το Μανιφέστο δεν χρειάζεται ούτε διορθώσεις, ούτε προσθήκες. Η επαναστατική σκέψη δεν έχει τίποτα το κοινό με την ειδωλολατρία. Τα προγράμματα και οι προοπτικές δοκιμάζονται και διορθώνονται στο φως της εμπειρίας, που είναι το υπέρτατο κριτήριο της ανθρώπινης λογικής. Το Μανιφέστο, επίσης, απαιτεί διορθώσεις και προσθήκες.

Όμως, όπως δείχνει η ίδια η ιστορική εμπειρία, αυτές οι διορθώσεις και οι προσθήκες μπορούν με επιτυχία να γίνουν προχωρώντας μόνο με τη μέθοδο που υπάρχει στα θεμέλια του ίδιου του Μανιφέστου. Θα προσπαθήσουμε να το δείξουμε αυτό σε αρκετές πολύ σημαντικές περιπτώσεις.

1. Ο Μαρξ δίδαξε ότι κανένα κοινωνικό σύστημα δεν φεύγει από την αρένα της ιστορίας πριν εξαντλήσει τις δημιουργικές-του δυνατότητες. Το Μανιφέστο καταγγέλλει τον καπιταλισμό γιατί καθυστερεί την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, όμως, όπως και στις δεκαετίες που ακολούθησαν, αυτή η επιβράδυνση είταν μόνο σχετική στη φύση-της.

Αν είταν δυνατό στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, να οργανωθεί η οικονομία πάνω σε σοσιαλιστικές αρχές, οι ρυθμοί ανάπτυξής-της θα είταν αμέτρητα πιο μεγάλοι. Αλλά αυτή η θεωρητικά αναμφισβήτητη αλήθεια δεν ακυρώνει ωστόσο το γεγονός ότι οι παραγωγικές δυνάμεις συνέχισαν να επεχτείνονται σε παγκόσμια κλίμακα μέχρι τον παγκόσμιο πόλεμο.

Μόνο στα τελευταία 20 χρόνια, παρά τις πιο σύγχρονες καταχτήσεις της επιστήμης και της τεχνολογίας, έχει αρχίσει η εποχή μιας πλήρους αποτελμάτωσης και ακόμα παρακμής της παγκόσμιας οικονομίας. Η ανθρωπότητα αρχίζει να ξοδεύει το συσσωρευμένο-της κεφάλαιο, ενώ ο επόμενος πόλεμος απειλεί να καταστρέψει τα ίδια τα θεμέλια του πολιτισμού για πολλά ακόμα χρόνια.

Οι συγγραφείς του Μανιφέστου θεωρούσαν ότι ο καπιταλισμός θα πεταγόταν στην άκρη πολύ πριν την εποχή που από ένα σχετικά αντιδραστικό καθεστώς θα μετατρεπόταν σε ένα απόλυτα αντιδραστικό καθεστώς. Αυτή η μεταμόρφωση πήρε την τελική-της μορφή μπροστά στα μάτια της τωρινής γενιάς και μετάτρεψε την εποχή-μας σε εποχή πολέμων, επαναστάσεων και φασισμού.

2. Το σφάλμα του Μαρξ και του Έγκελς, σε σχέση με τις ιστορικές ημερομηνίες, πήγασε, από τη μια μεριά, από μια υποτίμηση των μελλοντικών δυνατοτήτων, που υπήρχαν σε λανθάνουσα κατάσταση στον καπιταλισμό, και, από την άλλη, από μια υπερεκτίμηση της επαναστατικής ωριμότητας του προλεταριάτου.

Η επανάσταση του 1848 δεν μετατράπηκε σε σοσιαλιστική επανάσταση, όπως είχε υπολογίσει το Μανιφέστο, αλλά άνοιξε για τη Γερμανία τη δυνατότητα μιας πλατιάς μελλοντικής καπιταλιστικής ανόδου. Η Παρισινή Κομμούνα απόδειξε ότι το προλεταριάτο, χωρίς να έχει ένα σφυρηλατημένο επαναστατικό κόμμα επικεφαλής-του, δεν μπορεί να αποσπάσει την εξουσία από την μπουρζουαζία.

Στο μεταξύ, η παρατεταμένη περίοδος της καπιταλιστικής ευημερίας που ακολούθησε, δεν έφερε την εκπαίδευση μιας επαναστατικής πρωτοπορίας, αλλά μάλλον τον αστικό εκφυλισμό της εργατικής αριστοκρατίας, που έγινε με τη σειρά-της το κύριο φρένο στην προλεταριακή επανάσταση. Όπως είναι φυσικό, οι συγγραφείς του Μανιφέστου δεν θα μπορούσαν πιθανό να προβλέψουν αυτή τη «διαλεχτική».

3. Για το Μανιφέστου, ο καπιταλισμός είταν το βασίλειο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ενώ αναφερόταν στην αυξανόμενη συγκέντρωση του κεφαλαίου, το Μανιφέστου δεν έβγαζε τα αναγκαία συμπεράσματα σε σχέση με το μονοπώλιο που έχει γίνει η κυριαρχική καπιταλιστική μορφή στην εποχή-μας και η πιο σημαντική προϋπόθεση για τη σοσιαλιστική οικονομία. Μόνο αργότερα, στο Κεφάλαιο, ο Μαρξ εγκαθίδρυσε την τάση προς τη μετάβαση του ελεύθερου ανταγωνισμού σε μονοπώλιο. Είταν ο Λένιν που έδοσε ένα επιστημονικό χαραχτηρισμό του μονοπωλιακού καπιταλισμού στον «ιμπεριαλισμό»-του.

4. Βασιζόμενοι πρωταρχικά πάνω στο παράδειγμα της «βιομηχανικής επανάστασης» στη Βρετανία, οι συγγραφείς του Μανιφέστου σκιαγράφησαν πολύ μονόπλευρα το προτσές της διάλυσης των ενδιάμεσων τάξεων, σαν μια ολοκληρωτική εκπρολεταριοποίηση των τεχνητών, των μικρεμπόρων και των αγροτών. Στην πραγματικότητα, οι στοιχειακές δυνάμεις του συναγωνισμού απέχουν πολύ από το να έχουν ολοκληρώσει αυτή την ταυτόχρονα προοδευτική και βάρβαρη δουλιά.

Ο καπιταλισμός έχει καταστρέψει την μικροαστική τάξη με ένα πολύ ταχύτερο ρυθμό από ότι την εκπρολεταριοποίησε. Επιπλέον, το αστικό κράτος εδώ και πολύν καιρό έχει κατευθύνει τη συνειδητή-του πολιτική προς την τεχνητή διατήρηση των μικροαστικών στρωμάτων.

Στον αντίθετο πόλο, η αύξηση της τεχνολογίας και η ορθολογικοποίηση της μεγάλης κλίμακας βιομηχανίας γέννησαν τη χρόνια ανεργία και εμπόδισαν την εκπρολεταριοποίηση της μικρομπουρζουαζίας.

Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη του καπιταλισμού έχει επιταχύνει στο έπακρο την αύξηση των λεγεωνών των τεχνικών, των διευθυντών, των εμπορικών υπαλλήλων, με λίγα λόγια, τη λεγόμενη «νέα μεσαία τάξη». Κατά συνέπεια, οι ενδιάμεσες τάξεις, που στην εξαφάνισή-τους το Μανιφέστο τόσο κατηγορηματικά αναφέρεται, συμπεριλαμβάνουν ακόμα και σε μια χώρα τόσο εκβιομηχανισμένη όπως η Γερμανία, περίπου το μισό του πληθυσμού.

Όμως, η τεχνητή διατήρηση των απαρχαιωμένων μικροαστικών στρωμάτων με κανένα τρόπο δεν μετριάζει τις κοινωνικές αντιφάσεις, αλλά, αντίθετα, τις επενδύει με μια εξαιρετική οξύτητα, και, μαζί με τον διαρκή στρατό των ανέργων, συνιστά την πιο φοβερή έκφραση της παρακμής του καπιταλισμού.

5. Υπολογισμένο για μια επαναστατική εποχή, το Μανιφέστο περιέχει (στο τέλος του κεφαλαίου II) δέκα αιτήματα που ανταποκρίνονται στην περίοδο της άμεσης μετάβασης από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό. Στην Εισαγωγή-τους, το 1872, ο Μαρξ και ο Έγκελς διακηρύσσουν ότι αυτά τα αιτήματα έχουν ενμέρει απαρχαιωθεί και σε κάθε περίπτωση είναι δευτερεύουσας σημασίας.

Οι ρεφορμιστές άρπαξαν αυτή την εκτίμηση ερμηνεύοντάς-την στο πνεύμα ότι τα μεταβατικά επαναστατικά αιτήματα έχουν παραχωρήσει για πάντα τη θέση-τους στο σοσιαλδημοκρατικό «μίνιμουμ πρόγραμμα», το οποίο, όπως είναι πολύ γνωστό, δεν ξεπερνάει τα όρια της αστικής δημοκρατίας.

Στην πραγματικότητα, οι συγγραφείς του Μανιφέστου έδειξαν με μεγάλη ακρίβεια την κύρια διάρθρωση του μεταβατικού-τους προγράμματος, δηλαδή ότι «η εργατική τάξη δεν μπορεί να πάρει στα χέρια-της την έτοιμη κρατική μηχανή και να την χρησιμοποιήσει για τους δικούς-της σκοπούς». Με άλλα λόγια, η διόρθωση διευθύνθηκε ενάντια στον φετιχισμό της αστικής δημοκρατίας.

Ο Μαρξ αργότερα αντέταξε στο καπιταλιστικό κράτος το κράτος του τύπου της Κομμούνας. Αυτός ο «τύπος» στη συνέχεια, πήρε την πιο ανάγλυφη μορφή των Σοβιέτ. Δεν μπορεί να υπάρχει επαναστατικό πρόγραμμα σήμερα χωρίς Σοβιέτ και χωρίς εργατικό έλεγχο.

Όσο για τα υπόλοιπα, τα δέκα αιτήματα του Μανιφέστου, που εμφανίστηκαν «πρόωρα» την εποχή της ειρηνικής κοινοβουλευτικής δραστηριότητας, έχουν σήμερα ξανακερδίσει την αληθινή-τους σημασία. Τα σοσιαλδημοκρατικά «μίνιμουμ προγράμματα», από την άλλη μεριά, έχουν απελπιστικά απαρχαιωθεί.

6. Βασιζόμενο στην προσδοκία ότι «η Γερμανική αστική Επανάσταση δεν θα είναι παρά το προανάκρουσμα της προλεταριακής επανάστασης που άμεσα θα ακολουθήσει», το Μανιφέστο παραθέτει τις προχωρημένες συνθήκες του ευρωπαϊκού πολιτισμού σε σύγκριση μ’ αυτές που υπήρχαν στην Αγγλία του 17ου αιώνα και στη Γαλλία του 18ου αιώνα και ακόμα την πολύ μεγαλύτερη ανάπτυξη του προλεταριάτου.

Το σφάλμα σ’ αυτή την πρόβλεψη δεν αφορά μόνο την ημερομηνία. Η Επανάσταση του 1848 αποκάλυψε μέσα σε λίγους μήνες ότι ακριβώς κάτω από πιο προχωρημένες συνθήκες, καμιά από τις αστικές τάξεις δεν είταν ικανή να ολοκληρώσει την επανάστάση: η μεγάλη και η μεσαία μπουρζουαζία είναι πολύ δεμένες με τους γαιοχτήμονες και εμποδίζονται από το φόβο των μαζών. Η μικροαστική τάξη είναι υπερβολικά διασπασμένη και με τις ηγετικές-της κορυφές να εξαρτώνται υπερβολικά από τη μεγάλη μπουρζουαζία.

Όπως φάνηκε από ολόκληρη την πορεία ανάπτυξης που ακολούθησε στην Ευρώπη και στην Ασία, η αστική επανάσταση, παρμένη καθεαυτή, δεν μπορεί πια, γενικά, να ολοκληρωθεί. Μια πλήρης εκκαθάριση των φεουδαρχικών σκουπιδιών από την κοινωνία μπορεί να συλληφθεί μόνο με τον όρο ότι το προλεταριάτο, απελευθερωμένο από την επιρροή των αστικών κομμάτων, μπορεί να πάρει τη θέση-του επικεφαλής της αγροτιάς και να εγκαθιδρύσει την επαναστατική-του διχτατορία.

Μ’ αυτό τον τρόπο, η αστική επανάσταση αλληλοσυμπλέκεται με το πρώτο στάδιο της σοσιαλιστικής επανάστασης, για να διαλυθεί στη συνέχεια στη δεύτερη. Έτσι, η εθνική επανάσταση γίνεται ένας κρίκος της παγκόσμιας επανάστασης. Ο μετασχηματισμός του οικονομικού θεμέλιου και όλων των κοινωνικών σχέσεων αποχτά ένα διαρκή χαραχτήρα.

Για τα επαναστατικά κόμματα στις καθυστερημένες χώρες της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής, μια καθαρή κατανόηση της οργανικής σύνδεσης ανάμεσα στη δημοκρατική επανάσταση και τη διχτατορία του προλεταριάτου –και έτσι της διεθνούς σοσιαλιστικής επανάστασης– είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου.

7. Ενώ περιγράφει το πώς ο καπιταλισμός σύρει στην τροχιά-του τις καθυστερημένες και βάρβαρες χώρες, το Μανιφέστο δεν περιέχει καμιά αναφορά στην πάλη των αποικιακών και μισοαποικιακών χωρών για ανεξαρτησία. Στο βαθμό που ο Μαρξ και ο Έγκελς θεωρούσαν ότι η κοινωνική επανάσταση «στις κύριες προηγμένες χώρες τουλάχιστον» είναι ζήτημα των επόμενων λίγων χρόνων, το αποικιακό ζήτημα λυνόταν αυτόματα γι’ αυτούς, όχι σαν συνέπεια ενός ανεξάρτητου κινήματος των καταπιεσμένων εθνοτήτων, αλλά σαν συνέπεια της νίκης του προλεταριάτου στα μητροπολιτικά κέντρα του καπιταλισμού.

Έτσι, τα ζητήματα της επαναστατικής στρατηγικής στις αποικιακές και μισοαποικιακές χώρες, δεν θίγονται καθόλου στο Μανιφέστο. Όμως, αυτά τα ζητήματα απαιτούν μια ανεξάρτητη λύση. Για παράδειγμα, είναι τελείως αυταποδειχτο ότι ενώ η «εθνική πατρίδα» έχει γίνει το πιο μεγάλο ιστορικό φρένο στις προηγμένες καπιταλιστικές χώρες, παραμένει ακόμα ένας σχετικά προοδευτικός παράγοντας στις καθυστερημένες χώρες, που είναι αναγκασμένες να παλέψουν για μιαν ανεξάρτητη ύπαρξη.

«Οί κομμουνιστές, διακηρύσσει το Μανιφέστο, υποστηρίζουν παντού κάθε επαναστατικό κίνημα ενάντια στην υπάρχουσα κοινωνική και πολιτική τάξη πραγμάτων». Το κίνημα των έγχρωμων φυλών ενάντια στους ιμπεριαλιστές καταπιεστές-τους είναι ένα από τα πιο ισχυρά και σημαντικά κινήματα ενάντια στην υπάρχουσα τάξη και γι’ αυτό απαιτεί την πλήρη και χωρίς όρους και απεριόριστη υποστήριξη από τη μεριά του προλεταριάτου της λευκής φυλής. Το έργο της ανάπτυξης μιας επαναστατικής στρατηγικής για τις καταπιεσμένες εθνότητες ανήκει πρωταρχικά στον Λένιν.

8. Το πιο ξεπερασμένο τμήμα του Μανιφέστου –όχι σε σχέση με τη μέθοδο, αλλά με το υλικό– είναι η κριτική της «σοσιαλιστικής» φιλολογίας του πρώτου μέρους του 19ου αιώνα (Κεφάλαιο III) και ο καθορισμός της θέσης των Κομμουνιστών σε σχέση με τα διάφορα κόμματα της αντιπολίτευσης (Κεφάλαιο IV). Τα κινήματα και τα κόμματα που καταγράφονται στο Μανιφέστο σαρώθηκαν τόσο δραστικά, είτε από την Επανάσταση του 1848 είτε από την αντεπανάσταση που επακολούθησε, που πρέπει κανείς να ψάξει ακόμα και τα ονόματά-τους στο ιστορικό λεξικό.

Όμως, σ’ αυτό το τμήμα, επίσης, το Μανιφέστο είναι ίσως τώρα πιο κοντά σε μας από ότι είταν στην προηγούμενη γενιά. Στην εποχή της άνθησης της Δεύτερης Διεθνούς, όταν ο Μαρξισμός φαινόταν να εξασκεί μια αδιάσπαστη επιρροή, οι ιδέες του προ-μαρξιστικού σοσιαλισμού μπορούσαν να θεωρούνται ότι είχαν υποχωρήσει οριστικά στο παρελθόν.

Τα πράγματα είναι διαφορετικά σήμερα. Η αποσύνθεση της Σοσιαλδημοκρατίας και της Κομμουνιστικής Διεθνούς γεννάει σε κάθε βήμα τερατώδεις ιδεολογικές παλινδρομήσεις. Η γηραλέα σκέψη φαίνεται να έχει γίνει παιδική. Ψάχνοντας για θαυματουργές φόρμουλες, οι προφήτες της εποχής της παρακμής ανακαλύπτουν από την αρχή δόγματα, που εδώ και πολύν καιρό είχαν θαφτεί από τον επιστημονικό σοσιαλισμό.

Όταν θίγεται το ζήτημα των κομμάτων της αντιπολίτευσης, είναι σ’ αυτό το πεδίο που οι δεκαετίες που πέρασαν έχουν φέρει τις πιο βαθιές αλλαγές, όχι μόνο με την έννοια ότι τα παλιά κόμματα έχουν εδώ και πολύν καιρό παραμεριστεί από καινούργια, αλλά επίσης με την έννοια ότι ο ίδιος ο χαραχτήρας των κομμάτων και οι αμοιβαίες-τους σχέσεις έχουν ριζοσπαστικά αλλάξει στις συνθήκες της ιμπεριαλιστικής εποχής.

Γι’ αυτό το Μανιφέστο πρέπει να διορθωθεί με τα πιο σημαντικά ντοκουμέντα των τεσσάρων πρώτων Συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τη βασική φιλολογία του Μπολσεβικισμού και τις αποφάσεις των Συνεδρίων της Τέταρτης Διεθνούς. Παρατηρήσαμε ήδη παραπάνω ότι, σύμφωνα με τον Μαρξ, καμιά κοινωνική τάξη δεν εγκαταλείπει τη σκηνή χωρίς πρώτα να εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες που κρύβει μέσα-της. Όμως, καμιά ακόμα απαρχαιωμένη κοινωνική τάξη δεν έχει παραχωρήσει τη θέση-της σε μια νέα τάξη χωρίς αντίσταση. Μια αλλαγή των κοινωνικών καθεστώτων προϋποθέτει την πιο τραχεία μορφή ταξικής πάλης, δηλαδή την επανάσταση.

Αν το προλεταριάτο, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, αποδειχτεί ανίκανο να ανατρέψει μ’ ένα τολμηρό χτύπημα την ξεπερασμένη αστική τάξη, τότε το χρηματιστικό κεφάλαιο στην πάλη για να διατηρήσει την ασταθή-του κυριαρχία δεν μπορεί να κάνει τίποτε άλλο από το να μεταστρέψει την κατεστραμένη και εξαχρειωμένη απ’ αυτό μικροαστική τάξη στον στρατό-πογκρόμ του φασισμού.

Ο αστικός εκφυλισμός της Σοσιαλδημοκρατίας και ο φασιστικός εκφυλισμός της μικροαστικής τάξης, είναι αλληλοσυνδεμένα σαν αιτία και αποτέλεσμα.

Στην τωρινή περίοδο, η Τρίτη Διεθνής πολύ περισσότερο αχαλίνωτα απ’ ότι η Δεύτερη, επιτελεί σ’ όλες τις χώρες το έργο της απάτης και της εξαχρείωσης των εργαζομένων. Σφαγιάζοντας την πρωτοπορία του ισπανικού προλεταριάτου, οι ασύδοτοι μισθοφόροι της Μόσχας, όχι μόνο ανοίγουν το δρόμο για το φασισμό αλλά επιτελούν ένα σημαντικό μερίδιο της δουλιάς-του. Η παρατεταμένη κρίση της διεθνούς επανάστασης που μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε κρίση του ανθρώπινου πολιτισμού, ανάγεται, στην ουσία-της, σε κρίση της επαναστατικής ηγεσίας.

Σαν κληρονόμος της μεγάλης παράδοσης, της οποίας το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος αποτελεί τον πιο σημαντικό κρίκο, η Τέταρτη Διεθνής εκπαιδεύει νέα στελέχη για τη λύση παλιών καθηκόντων. Η θεωρία είναι γενικευμένη πραγματικότητα. Σε μια τίμια στάση προς την επαναστατική θεωρία εκφράζεται η παθιασμένη παρόρμηση για την ανοικοδόμηση της κοινωνικής πραγματικότητας.

Ότι στο νότιο μέρος της Μαύρης Ηπείρου οι σύντροφοί-μας είταν οι πρώτοι που μετάφρασαν το Μανιφέστο στη γλώσσα των Αφρικανών, είναι μια ακόμα εύγλωττη απόδειξη του γεγονότος ότι η μαρξιστική σκέψη ζεί σήμερα μόνο κάτω από τη σημαία της Τέταρτης Διεθνούς. Σ’ αυτήν ανήκει το μέλλον. Στον γιορτασμό των 100 χρόνων του Μανιφέστου, η Τέταρτη Διεθνής θα έχει γίνει η αποφασιστική επαναστατική δύναμη πάνω στον πλανήτη-μας.

Λέον Τρότσκι

Κογιοακάν 30 Οχτώθρη 1937


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

——————

[1]. Η περίληψη του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου –του θεμέλιου ολόκληρου του οικονομικού συστήματος του Μαρξ έγινε από τον κ. Ότο Ρούλε με βαθιά κατανόηση του καθήκοντός-του. Πρώτα απαλείφθησαν ξεπερασμένα παραδείγματα, μετά παραθέσεις από κείμενα που σήμερα έχουν μόνο ιστορικό ενδιαφέρον, πολεμικές με συγγραφείς που τώρα έχουν ξεχαστεί και τέλος αναρίθμητα ντοκουμέντα που, όσο μεγάλη και να είναι η σημασία-τους για την κατανόηση μιας ορισμένης εποχής, δεν έχουν θέση σε μια εμπεριστατωμένη έκθεση που έχει θεωρητικούς μάλλον παρά ιστορικούς αντικειμενικούς σκοπούς. Ταυτόχρονα, ο κ. Ρούλε έκανε τα πάντα για να διατηρήσει τη συνεχότητα στην ανάπτυξη της επιστημονικής ανάλυσης. Οι λογικές απαγωγές και οι διαλεχτικές μεταβάσεις της σκέψης, πιστέυουμε, δεν έχουν αλλοιωθεί σε κανένα σημείο. Είναι λογικό ότι αυτό το έργο απαιτεί προσεχτική μελέτη.

[2]. Ο ανταγωνισμός σαν περιοριστικός παράγοντας, παραπονιέται ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης των Ενωμένων Πολιτειών, κ. Χόμερ Κάμιγκς, παραμερίζεται βαθμιαία, και σε μεγάλους τομείς παραμένει μόνο «σαν μια σκιώδης ανάμνηση συνθηκών που κάποτε υπήρξαν».

[3]. Μια επιτροπή της αμερικανικής γερουσίας διαπίστωσε το Φλεβάρη του 1937 ότι στα 20 τελευταία χρόνια οι αποφάσεις των 12 μεγαλύτερων εταιριών ισοδυναμούσαν με ντιρεκτίβες για το μεγαλύτερο τμήμα της αμερικάνικης βιομηχανίας. Ο αριθμός των προέδρων των συμβουλίων αυτών των εταιριών είναι περίπου ο ίδιος με τον αριθμό των υπουργών του προέδρου των Ενωμένων Πολιτειών, του εκτελεστικού τμήματος της κυβέρνησης της Δημοκρατίας. Αλλά αυτοί οι πρόεδροι είναι αμέτρητες φορές πιο ισχυροί από τους υπουργούς.

[4]. Ένας αμερικανός συγγραφέας, ο Φερδινάντ Λούντμπεργκ, που, μ’ όλη την επιστημονική-του ευσυνειδησία, είναι μάλλον ένας συντηρητικός οικονομολόγος, έγραψε στο βιβλίο-του που έκανε πολύ θόρυβο: «Οι Ενωμένες Πολιτείες κατέχονται και κυριαρχούνται σήμερα από μια ιεραρχία 60 πλούσιων οικογενειών, που στηρίζονται από άλλες 90 λιγότερο πλούσιες οικογένειες». Σ’ αυτές μπορούσε ίσως κανείς να προσθέσει μια τρίτη σειρά από 300 ή 500 οικογένειες που το εισόδημά-τους ξεπερνάει τα 100 χιλιάδες δολάρια το χρόνο. Η κυρίαρχη θέση ανήκει στην πρώτη ομάδα των 60 οικογενειών που όχι μόνο κυριαρχούν στην αγορά, αλλά και κρατούν όλους τους μοχλούς της κυβέρνησης. Αυτοί είναι η πραγματική κυβέρνηση, «η κυβέρνηση του χρήματος στη δημοκρατία του δολαρίου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου