Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΡΟΤΣΚΙ: Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΑΛΙΝΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΣΤΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ


Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΑΛΙΝΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΣΤΗ ΣΟΒΙΕΤΙΚΗ ΕΝΩΣΗ



Το κείμενο που δημοσιεύει σήμερα το ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟ είναι ένα απόσπασμα από την κατάθεση του Λέοντα Τρότσκι προς τη "Διεθνή Επιτροπή Ερευνάς σχετικά με τις Δίκες της Μόσχας", που δόθηκε στις 17 Απριλίου 1937. Ο Τρότσκι αναφέρεται, στο σημείο αυτό, στη δολοφονία του Σεργκέϊ Κίρωφ, επικεφαλής της κομματικής οργάνωσης του Λένινγκραντ, από τον Νικολάγιεφ, το Δεκέμβριο του 1934. Ο Νικολάγιεφ ήταν υποστηρικτής του Ζηνόβιεφ και της Ενιαίας Αριστερής Αντιπολίτευσης, την περίοδο 1926-27. Αυτή η τρομοκρατική ενέργεια χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα από τον Στάλιν, για να εξαπολύσει μια εκστρατεία εκκαθάρισης της Αντιπολίτευσης, κατηγορώντας τον Ζηνόβιεφ, τον Κάμενεφ, τον ΤΡότσκι και πολλούς ηγέτες της Οκτωβριανής Επανάστασης ότι δήθεν σχεδίαζαν να εξαπολύσουν σειρά τρομοκρατικών ενεργειών, αποβλέποντας στην κατάληψη της εξουσίας.


Αν, από τη μία μεριά, η τρομοκρατία είναι δυνατή, γιατί, από την άλλη, θα πρέπει να τη θεωρήσουμε ως κάτι που αποκλείεται; Παρά τη γοητευτική του συμμετρία, αυτός ο συλλογισμός είναι στη βάση του λειψός. Είναι εντελώς απαράδεκτο να τίθεται η τρομοκρατία που ασκεί μια δικτατορία εναντίον μιας αντιπολίτευσης στο ίδιο επίπεδο με την τρομοκρατία μιας αντιπολίτευσης εναντίον μιας δικτατορίας. Για την κυβερνώσα φατρία η προετοιμασία δολοφονιών μέσω ενός δικαστηρίου ή σε μια ενέδρα δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ζήτημα αστυνομικής τεχνικής. Σε περίπτωση αποτυχίας, μπορούν πάντα να θυσιαστούν κάποιοι κατώτεροι πράκτορες. Αντίθετα, από τη μεριά της αντιπολίτευσης, η τρομοκρατία προϋποθέτει τη συγκέντρωση όλων των δυνάμεων για την προετοιμασία τρομοκρατικών ενεργειών, γνωρίζοντας, εκ των προτέρων, ότι, ανεξάρτητα από την επιτυχία ή την αποτυχία τους, αυτές θα προκαλέσουν ως απάντηση το χαμό πολλών από τους καλύτερους ανθρώπους της. Η αντιπολίτευση δεν θα μπορούσε, με κανέναν τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό της μια τέτοια παράλογη σπατάλη δυνάμεων. Γι΄ αυτόν ακριβώς το λόγο - και όχι για οποιονδήποτε άλλον - η Κομμουνιστική Διεθνής δεν καταφεύγει σε τρομοκρατικές απόπειρες στις χώρες όπου υπάρχουν φασιστικές δικτατορίες. Η {Αριστερή} Αντιπολίτευση δεν είναι λιγότερο διατεθειμένη απ΄ ότι η Κομιντέρν να ακολουθήσει αυτήν την πολιτική αυτοκτονίας.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, το οποίο υπολογίζει στην άγνοια και την πνευματική νωθρότητα, οι "τροτσκιστές" αποφάσισαν να εξοντώσουν την κυβερνώσα ομάδα, προκειμένου με αυτόν τον τρόπο να ανοίξουν το δρόμο προς την εξουσία. Ο συνήθης φιλισταίος, ιδιαίτερα όταν φέρει το έμβλημα του "Φίλου της ΕΣΣΔ", σκέπτεται ως εξής: "Οι αντιπολιτευόμενοι δεν μπορούσαν παρά να αποβλέπουν στην εξουσία και δεν μπορούσαν παρά να μισούν την κυβερνώσα ομάδα. Γιατί να μην καταφύγουν, λοιπόν, στην τρομοκρατία;". Με άλλα λόγια, για τον συνήθη φιλισταίο το ζήτημα τακτοποιείται εκεί όπου στην πραγματικότητα αρχίζει να τίθεται. Οι ηγέτες της Αντιπολίτευσης δεν είναι ούτε τυχάρπαστοι ούτε πρωτάρηδες. Το ζήτημα δεν είναι αν αποβλέπανε στην εξουσία. Κάθε σοβαρή είναι το εξής: Θα μπορούσαν οι αντιπολιτευόμενοι, οι οποίοι έχουν διαμορφωθεί με την τεράστια πείρα του επαναστατικού κινήματος, να έτρεφαν - έστω και μια στιγμή - τη δοξασία ότι η τρομοκρατία είναι ικανή να τους φέρει πιο κοντά στην εξουσία; Η ιστορία της Ρωσίας, η μαρξιστική θεωρία και η πολιτική ψυχολογία απαντούν: Οχι, δεν θα μπορούσαν!
Στο σημείο αυτό, το πρόβλημα της τρομοκρατίας απαιτεί μια αποσαφήνιση, έστω σύντομη, από την άποψη της ιστορίας και της θεωρίας. Στο βαθμό που με σκιαγραφούν ως τον ιεροφάντη της "αντισοβιετικής τρομοκρατίας", είμαι υποχρεωμένος να ασχοληθώ με μία παρουσίαση αυτοβιογραφικού χαρακτήρα. Το 1902, πριν καλά-καλά φθάσω στο Λονδίνο από τη Σιβηρία, ύστερα από πέντε χρόνια φυλακή και εξορία, είχα τότε την ευκαιρία, σε ένα άρθρο μου αφιερωμένο στη δισεκατονταετηρίδα του φρουρίου του Σλούσελμπουργκ και στην ομώνυμη φυλακή καταναγκαστικών έργων, να απαριθμήσω τους επαναστάτες που βασανίστηκαν εκεί μέχρι θανάτου. "Οι σκιές αυτών των μαρτύρων", έγραφα, "κραυγάζουν για εκδίκηση", αλλά αμέσως μετά πρόσθετα: "Οχι για εκδίκηση προσωπική, αλλά για εκδίκηση επαναστατική, όχι για την εκτέλεση των υπουργών, αλλά για την εκτέλεση της απολυταρχίας". Αυτές οι γραμμές στρέφονταν ολοκληρωτικά κατά της ατομικής τρομοκρατίας. Ο συγγραφέας τους ήταν είκοσι τριών χρονών και από τις πρώτες μέρες της επαναστατικής του δραστηριότητας ήταν ήδη ένας αντίπαλος της τρομοκρατίας. Από το 1902 έως το 1905, εκφώνησα, σε διάφορες πόλεις της Ευρώπης, πολυάριθμες ομιλίες εναντίον της ιδεολογίας της τρομοκρατίας ενώπιον Ρώσων φοιτητών και εμιγκρέδων, η οποία, στις αρχές του αιώνα, είχε αρχίσει και πάλι να διαδίδεται στους κόλπους της ρωσικής νεολαίας.
Από τη δεκαετία του 1880, δύο γενιές Ρώσων μαρξιστών, οι οποίοι έζησαν την εποχή της τρομοκρατίας, απέκτησαν προσωπική εμπειρία και έμαθαν το τραγικό τους μάθημα, διαποτίστηκαν μέχρι το κόκκαλο από μια αρνητική στάση απέναντι στον ηρωικό πολιτικό τυχοδιωκτισμό μεμονωμένων ατόμων. Ο Πλεχάνωφ, ο θεμελιωτής του ρωσικού μαρξισμού, ο Λένιν, ο ηγέτης του μπολσεβικισμού, ο Μάρτωφ, ο επιφανέστερος εκπρόσωπος του μενσεβικισμού, όλοι τους αφιέρωσαν χιλιάδες σελίδες και εκατοντάδες λόγους στην πάλη τους εναντίον της τακτικής της τρομοκρατίας.
Η ιδεολογική έμπνευση που εκπορεύτηκε από αυτούς τους πρεσβύτερους μαρξιστές καλλιέργησε, κατά τη διάρκεια της νεότητάς μου, τη στάση μου απέναντι στην επαναστατική αλχημεία των κλειστών διανοουμενίστικων κύκλων. Το πρόβλημα της τρομοκρατίας ήταν για εμάς, τους Ρώσους επαναστάτες, ζήτημα ζωής και θανάτου, τόσο με την πολιτική όσο και με την προσωπική έννοια του όρου. Για εμάς, ο τρομοκράτης δεν ήταν ο ήρωας ενός μυθιστορήματος, αλλά ένα πρόσωπο ζωντανό γνώριμο. Στην εξορία ζούσαμε για χρόνια πλάι-πλάι με τους τρομοκράτες της παλαιότερης γενιάς. Στις φυλακές και στα τμήματα μεταγωγών συναντήσαμε τους τρομοκράτες της ηλικίας μας. Στο φρούριο Πέτρου και Παύλου επικοινωνούσαμε με χτυπήματα στον τοίχο με τους τρομοκράτες που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο. Πόσες ώρες, πόσες μέρες περάσαμε με παθιασμένες συζητήσεις! Πόσες φορές διακόψαμε τις προσωπικές μας σχέσεις εξαιτίας αυτού του ζητήματος, που ήταν το πιο καίριο απ΄ όλα! Η ρωσική φιλολογία σχετικά με την τρομοκρατία, που καλλιεργήθηκε από αυτές τις συζητήσεις και τις απηχούσε, θα μπορούσε να γεμίσει μια μεγάλη βιβλιοθήκη.
Μεμονωμένα τρομοκρατικά ξεσπάσματα είναι αναπόφευκτα, κάθε φορά που η πολιτική καταπίεση υπερβαίνει ορισμένα όρια. Τέτοιες πράξεις έχουν σχεδόν πάντα έναν ενδεικτικό χαρακτήρα. Όμως, είναι ένα διαφορετικό πράγμα η πολιτική που εκθειάζει την τρομοκρατία και την ανάγει σε σύστημα. "Η τρομοκρατία", έγραφα το 1909, "απαιτεί μια τέτοια συμπυκνωμένη ενέργεια για τη "μεγάλη στιγμή", μια τέτοια υπερεκτίμηση του προσωπικού ηρωισμού και, τελικά, μια τέτοια "ερμητική" συνωμοτικότητα, ώστε - αν όχι λογικά, τότε ψυχολογικά - αποκλείει ολοκληρωτικά τη ζύμωση και την οργανωτική δουλειά μέσα στις μάζες... Καταπολεμώντας την τρομοκρατία, η μαρξιστική ιντελιγκέντσια υπεράσπιζε το δικαίωμα ή το καθήκον της να μην εγκαταλείψει τις εργατικές συνοικίες, για να ανοίξει λαγούμια κάτω από τα παλάτια του Μεγάλου Δούκα και του Τσάρου". Είναι αδύνατο να παραπλανήσεις ή να ξεγελάσεις την ιστορία. Μακροπρόθεσμα, η ιστορία βάζει τον καθένα στη θέση του. Το βασικό χαρακτηριστικό της τρομοκρατίας ως συστήματος είναι ότι καταστρέφει την οργάνωση που επιχειρεί να αναπληρώσει με τη βοήθεια των χημικών μιγμάτων, εξαιτίας της ίδιας της έλλειψης πολιτικής ισχύος. Υπάρχουν, βεβαίως, ιστορικές συνθήκες, όπου η τρομοκρατία μπορεί να ενσπείρει τη σύγχυση στους κύκλους της κυβέρνησης. Όμως, ποιος ωφελείται σε μια τέτοια περίπτωση; Σε κάθε περίπτωση, ούτε η ίδια η τρομοκρατική οργάνωση ούτε οι μάζες που πίσω από τις πλάτες τους γίνεται η μονομαχία. Για το λόγο αυτό, η φιλελεύθερη ρωσική αστική τάξη, στην εποχή της, πάντοτε συμμεριζόταν την τρομοκρατία. Ο λόγος είναι απλός. Το 1909 έγραφα: "Στο βαθμό που η τρομοκρατία προκαλεί αποδιοργάνωση και πτώση του ηθικού στις γραμμές της κυβέρνησης (με τίμημα την αποδιοργάνωση και την πτώση τους ηθικού στους κόλπους των επαναστατών) δεν μπορεί να παίζει το παιχνίδι των φιλελεύθερων". Ακριβώς την ίδια ιδέα, διατυπωμένη πάνω-κάτω με τις ίδιες λέξεις, βρίσκουμε ένα τέταρτο του αιώνα αργότερα σε σχέση με τη δολοφονία του Κίρωφ.
Οι ίδιες οι πράξεις ατομικής τρομοκρατίας αποτελούν ένα αλάνθαστο τεκμήριο της πολιτικής καθυστέρησης μιας χώρας και της αδυναμίας των εκεί προοδευτικών δυνάμεων. Αποκαλύπτοντας την τεράστια δύναμη του προλεταριάτου, η επανάσταση του 1905 έθεσε τέρμα στο ρομαντισμό της μονομαχίας ανάμεσα σε μια χούφτα διανοουμένων και του τσαρισμού. "Η τρομοκρατία στη Ρωσία είναι νεκρή" επαναλάμβανα σε διάφορα άρθρα. "Η τρομοκρατία έχει μεταναστεύσει μακριά, στην Ανατολή, στις επαρχίες του Παντζάμπ και της Βεγγάλης... Ίσως, στις χώρες της Ανατολής είναι προορισμένη να γνωρίσει μια εποχή ενίσχυσης. Όμως, στη Ρωσία, αποτελεί ήδη ένα μέρος της ιστορικής κληρονομιάς".
Το 1907, βρέθηκα πάλι στην εξορία. Το μαστίγιο της αντεπανάστασης δούλευε άγρια και δημιουργήθηκαν πολυάριθμες ρωσικές παροικίες στις χώρες της Ευρώπης. Ολόκληρη η περίοδος της δεύτερης μετανάστευσής μου ήταν αφιερωμένη σε ομιλίες και άρθρα κατά της τρομοκρατίας της εκδίκησης και της απελπισίας. Το 1909, αποκαλύφτηκε ότι ένας πράκτορας - προβοκάτορας, ο Αζεφ, ήταν επικεφαλής της τρομοκρατικής οργάνωσης των λεγόμενων "σοσιαλεπαναστατών". "Μέσα στο αδιέξοδο της τρομοκρατίας", έγραφα, "καραδοκεί με βεβαιότητα το χέρι της προβοκάτσιας" (Ιανουάριος 1910). Η τρομοκρατία παρέμενε ανέκαθεν, για μένα, ένα "αδιέξοδο".
Την ίδια περίοδο έγραφα: "Η ασυμβίβαστη στάση της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας απέναντι στη γραφειοκρατικοποιημένη τρομοκρατία της επανάστασης ως μορφή πάλης, ενάντια στην τρομοκρατική γραφειοκρατία του τσαρισμού, έχει συναντήσει την κατάπληξη και την αποδοκιμασία των Ρώσων φιλελευθέρων, καθώς, επίσης, και των Ευρωπαίων σοσιαλιστών". Τόσο οι πρώτοι όσο και οι δεύτεροι μας κατηγορούσαν ως "δογματικούς". Από τη μεριά μας, εμείς, οι Ρώσοι μαρξιστές, αποδίδαμε αυτήν τη συμπάθεια προς τη ρωσική τρομοκρατία στον οππορτουνισμό των ηγετών της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, οι οποίοι ήταν συνηθισμένοι να μεταφέρουν τις ελπίδες τους από τις μάζες στις κυβερνητικές συναντήσεις κορυφής. "Εκείνος που αναζητεί ένα υπουργικό χαρτοφυλάκιο... καθώς επίσης και εκείνος που, κρατώντας μια ωρολογιακή βόμβα κάτω από τη μασχάλη, αναζητεί τον ίδιο τον υπουργό υπερεκτιμά τον υπουργό, την προσωπικότητα και τη θέση του. Και για τους δύο, το ίδιο το σύστημα εξαφανίζεται ή χάνεται μακριά και δεν μένει παρά ένα άτομο περιβεβλημένο με εξουσία". Αυτή την ιδέα που καθοδηγούσε για δεκαετίες τη δράση μου, την ξαναβρίσκουμε, τώρα, σε σχέση με τη δολοφονία του Κίρωφ.
Το 1911, εμφανίστηκαν τρομοκρατικές διαθέσεις σε ορισμένους κύκλους Αυστριακών εργατών. Κατά παράκληση του Φρήντριχ Αντλερ διευθυντή της Der Kampf", μηνιαίας θεωρητικής επιθεώρησης της αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας, έγραψα, το Νοέμβριο του 1911, ένα άρθρο για την τρομοκρατία, σε αυτό το περιοδικό. {Στο άρθρο αυτό, έγραφα, μεταξύ άλλων}:
"Το αν μια τρομοκρατική απόπειρα, ακόμη και να είναι "επιτυχημένη", θα προκαλέσει σύγχυση στην άρχουσα τάξη, εξαρτάται από τις συγκεκριμένες πολιτικές περιστάσεις. Εν πάση περιπτώσει, η σύγχυση μπορεί να είναι μονάχα προσωρινή. Το καπιταλιστικό κράτος δεν στηρίζεται στους υπουργούς της κυβέρνησης και δεν μπορεί να σκοτωθεί μαζί τους. Οι τάξεις, τις οποίες αυτό υπηρετεί, θα βρίσκουν πάντα καινούργιους ανθρώπους, ενώ ο μηχανισμός παραμένει άθικτος και συνεχίζει τη λειτουργία του.
Όμως, είναι πολύ βαθύτερη η σύγχυση που δημιουργείται, μέσα στους κόλπους των ίδιων των εργατικών μαζών, από μια τρομοκρατική ενέργεια. Εάν είναι αρκετό να εξοπλιστεί κανείς με ένα πιστόλι, για να πετύχει το σκοπό του, τότε γιατί να χρειαζόμαστε όλη αυτήν την προσπάθεια του ταξικού αγώνα; Αν μια μικρή ποσότητα μπαρουτιού και λίγο μολύβι είναι αρκετά, για να εξοντώσει κανείς τον εχθρό, τότε προς τι χρειαζόμαστε την ταξική οργάνωση; Αν μπορούμε να κατατρομοκρατήσουμε πρόσωπα που κατέχουν ανώτερες θέσεις, με τον κρότο των εκρήξεων, τότε σε τι χρειαζόμαστε το κόμμα; Σε τι χρειάζονται οι συγκεντρώσεις, η ζύμωση των μαζών και οι εκλογές, όταν μπορεί κανείς, τόσο εύκολα, να σκοπεύσει εναντίον των υπουργικών θώκων από τη γαλαρία του κοινοβουλίου;
Κατά τη γνώμη μας, η ατομική τρομοκρατία είναι απορριπτέα, ακριβώς επειδή υποτιμά το ρόλο των μαζών και τη δική τους συνειδητοποίηση, τις πείθει να αποδεχτούν την ιδέα ότι είναι ανίσχυρες και στρέφει την προσοχή και τις ελπίδες τους σε έναν μεγάλο εκδικητή και ελευθερωτή, ο οποίος, κάποια μέρα, θα έρθει και θα εκπληρώσει την αποστολή του".
Πέντε χρόνια αργότερα, μέσα στη ζέση του ιμπεριαλιστικού πολέμου, ο Φρήντριχ Αντλερ, ο οποίος με είχε παροτρύνει να γράψω αυτό το άρθρο σκότωσε τον Αυστριακό πρωθυπουργό, Στυργκχ, μέσα σε ένα εστιατόριο, στη Βιέννη. Ηρωικός σκεπτικιστής και οπορτουνιστής καθώς ήταν, η αγανάκτηση και η απελπισία του δεν μπορούσαν να βρουν άλλη διέξοδο. Η συμπάθειά μου δεν βρισκόταν, φυσικά, με το μέρος του αξιωματούχου των Αψβούργων. Αντέταξα, ωστόσο, στην ατομική πράξη του Φρήντριχτ Αντλερ τον τρόπο δράσης του Καρλ Λήμπκνεχτ, ο οποίος, στην περίοδο του πολέμου, βγήκε στην πλατεία του Βερολίνου για να μοιράσει ένα επαναστατικό μανιφέστο στους εργάτες. Στις 28 Δεκεμβρίου του 1934, τέσσερις εβδομάδες ύστερα από τη δολοφονία του Κίρωφ, σε μια στιγμή που η σταλινική δικαιοσύνη δεν ήξερε ακόμα προς ποια κατεύθυνση να στρέψει τα βέλη της, έγραφα στο "Δελτίο της Αντιπολίτευσης" (Ιανουάριος 1935, Νο. 41):
"Αν οι μαρξιστές έχουν καταδικάσει κατηγορηματικά την ατομική τρομοκρατία..., ακόμη κι όταν οι βολές της στρέφονταν εναντίον των πρακτόρων της κυβέρνησης του Τσάρου και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, τότε θα καταδικάζουν ακόμη πιο αμείλικτα και θα απορρίψουν τον εγκληματικό τυχοδιωκτισμό των τρομοκρατικών ενεργειών, οι οποίες στρέφονται εναντίον των γραφειοκρατών εκπροσώπων του πρώτου εργατικού κράτους στην ιστορία. Λίγο μας ενδιαφέρουν, σε αυτήν την περίπτωση, τα υποκειμενικά κίνητρα του Νικολάγιεφ και των συνεργατών του. Ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις. Όσο η σοβιετική γραφειοκρατία δεν έχει απομακρυνθεί από το προλεταριάτο - ένα καθήκον που, στο τέλος, θα πραγματοποιηθεί - αυτή θα εκπληρώσει μια επιβεβλημένη αποστολή υπεράσπισης του εργατικού κράτους. Αν η τρομοκρατικές επιθέσεις, όπως αυτή του Νικολάγιεφ, πλήθαιναν, το μόνο που θα μπορούσαν να κάνουν, με δεδομένες τις δυσμενείς συνθήκες, είναι να προσφέρουν υπηρεσίες μόνο στη φασιστική αντεπανάσταση.
Μόνο πολιτικοί απατεώνες που νομίζουν πως έχουν να κάνουν με ηλίθιους θα πάσχιζαν να αραδιάσουν τον Νικολάγιεφ στην πόρτα της Αριστερής Αντιπολίτευσης, έστω, ακόμη, και με την αμφίεση της ομάδας Ζηνόβιεφ, όπως αυτή απαντάται το 1926 και το 1927. Η τρομοκρατική οργάνωση της Κομμουνιστικής Νεολαίας δεν καλλιεργείται από την Αριστερή Αντιπολίτευση αλλά από τη γραφειοκρατία και από την εσωτερική της αποσύνθεση. Η ατομική τρομοκρατία δεν είναι κατά βάθος παρά ο γραφειοκρατισμός γυρισμένος από την ανάποδη. Αυτόν τον κανόνα οι μαρξιστές δεν τον ανακάλυψαν χθες. Ο γραφειοκρατισμός δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στις μάζες και προσπαθεί να τις υποκαταστήσει. Η τρομοκρατία συμπεριφέρεται με έναν παρόμοιο τρόπο. Θέλει να χαρίσει την ευτυχία στις μάζες χωρίς τη δική τους συμμετοχή. Η σταλινική γραφειοκρατία δημιούργησε την αηδιαστική λατρεία του ηγέτη, προικίζοντας τους ηγέτες με θεϊκές ιδιότητες. Η λατρεία των "ηρώων" είναι, με τον ίδιο τρόπο, η θρησκεία της τρομοκρατίας, αλλά με ένα αρνητικό πρόσημο. Ανθρωποι, όπως ο Νικολάγιεφ, φαντάζονται ότι φτάνουν μερικοί ηγέτες οπλισμένοι με πιστόλια, για να πάρει διαφορετική τροπή η ιστορία. Οι κομμουνιστές-τρομοκράτες, ως μια ιδεολογική ομάδα, είναι γέννημα της σταλινικής γραφειοκρατίας, σάρκα από τη σάρκα τη". (Λέων Τρότσκι, "Η σταλινική γραφειοκρατία και η δολοφονία του Κίρωφ, 1934).
Αυτές οι γραμμές, όπως είχατε την ευκαιρία να δείτε, δεν γράφτηκαν μόνο για το συγκεκριμένο ζήτημα. Συνοψίζουν την πείρα μιας ολόκληρης ζωής, η οποία, με τη σειρά της, έχει τραφεί με την πείρα δύο γενεών. Ηδη από την εποχή του τσαρισμού, το πέρασμα ενός νεαρού μαρξιστή στις γραμμές του κόμματος της τρομοκρατίας ήταν ένα συγκριτικά σπάνιο φαινόμενο, τόσο σπάνιο που τον έδειχναν με το δάκτυλο. Υπήρχε, όμως, τουλάχιστον, εκείνη την εποχή μια ακατάπαυστη θεωρητική διαμάχη ανάμεσα σε δύο τάσεις. Τα έντυπα των δύο πλευρών διεξήγαν μια δριμεία πολεμική. Οι δημόσιες αντιπαραθέσεις δεν έπαυαν ούτε για μία ημέρα. Τώρα, θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι όχι νεαροί επαναστάτες αλλά παλιοί ηγέτες του ρωσικού μαρξισμού, με μια παράδοση τριών επαναστάσεων στην πλάτη τους, έχουν ξαφνικά και άκριτα στραφεί στην τρομοκρατία, την οποία πάντοτε απέρριπταν ως μέθοδο πολιτικής αυτοκτονίας. Και μόνο η δυνατότητα να διατυπωθεί μια τέτοια κατηγορία δείχνει πόσο χαμηλά έχει ρίξει η σταλινική γραφειοκρατία την επίσημη θεωρητική και πολιτική σκέψη, για να μην μιλήσουμε για τη σοβιετική δικαιοσύνη. Στις πολιτικές πεποιθήσεις, οι οποίες έχουν αποκτηθεί με την πείρα, έχουν επισφραγισθεί από τη θεωρία, έχουν ατσαλωθεί μέσα στο καμίνι της ιστορίας της ανθρωπότητας, οι πλαστογράφοι αντιτάσσουν τις ασυνάρτητες, αντιφατικές και τις πέρα για πέρα αναπόδεικτες καταθέσεις ύποπτων και ασήμαντων προσώπων.

Τροτσκιστικές Εκδόσεις

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου