Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Λένιν: Οι επαναστάτες πρέπει να δουλεύουν στα αντιδραστικά συνδικάτα;


Λένιν: Οι επαναστάτες πρέπει να δουλεύουν στα αντιδραστικά συνδικάτα;

(Aπό το Βιβλίο του ΛΕΝΙΝ ««Ο αριστερισμός: Παιδική Αρρώστια του Κομμουνισμού» Εκδόσεις «Θεμέλιο»)

Οι γερμανοί «αριστεροί» θεωρούν ότι γι’ αυτούς το ζήτημα είναι λυμένο και η απάντηση στο ερώτημα είναι αρνητική. Κατά τη γνώμη τους αρκούν οι πομπώδεις λόγοι και τα αγανακτισμένα ξεφωνητά ενάντια στα «αντιδραστικά» και τα «αντεπαναστατικά» συνδικάτα για «να αποδειχτεί» (αυτό ισχυρίζεται με ιδιαίτερη «σοβαρότητα» και πολύ ανόητα ο Κ. Χόρνερ), πως είναι ανώφελο και μάλιστα απαράδεκτο να δουλεύουν οι επαναστάτες, οι κομμουνιστές, στα κίτρινα, στα σοσιαλσωβινιστικά, στα συμφιλιωτικά, στα αντεπαναστατικά συνδικάτα, και σ’ αυτά που ελέγχονται από τον Λέγκιν.

Όσο όμως κι αν είναι πεπεισμένοι οι γερμανοί «αριστεροί», πως η τακτική αυτή έχει επαναστατικό χαρακτήρα, στην πραγματικότητα είναι ριζικά λαθεμένη και δεν περιέχει τίποτ’ άλλο εκτός από λογοκοπία.

Για να το αποδείξω, θ’ αρχίσω από τη δική μας πείρα, σύμφωνα με το γενικό σχέδιο αυτού του άρθρου, που έχει σκοπό να εφαρμόσει στη Δυτική Ευρώπη ό,τι από την ιστορία και τη σύγχρονη τακτική του μπολσεβικισμού μπορεί να εφαρμοστεί σε όλες τις χώρες, έχει σημασία και είναι υποχρεωτικό για όλες τις χώρες.

Οι σχέσεις ανάμεσα στους ηγέτες- το κόμμα- την τάξη- τις μάζες, καθώς και η στάση της δικτατορίας του προλεταριάτου και του κόμματός του απέναντι στα συνδικάτα παρουσιάζονται σήμερα στη χώρα μας με την εξής συγκεκριμένη μορφή: τη δικτατορία την πραγματοποιεί το οργανωμένο στα Σοβιέτ προλεταριάτο, κι αυτό καθοδηγεί το κομμουνιστικό κόμμα των μπολσεβίκων, που σύμφωνα με τα στοιχεία του τελευταίου συνεδρίου του κόμματος (Απρίλης 1920) έχει 611.000 μέλη. Ο αριθμός των μελών είχε πολλές διακυμάνσεις και πριν από την Επανάσταση του Οκτώβρη και ύστερα απ’ αυτήν, και προηγούμενα ήταν σημαντικά μικρότερος, ακόμα κι στα 1918 και στα 1919 (20). Φοβόμαστε μια υπερβολική αύξηση του αριθμού των μελών του κόμματος, γιατί στις γραμμές ενός κόμματος που κυβερνά προσπαθούν οπωσδήποτε να τρυπώσουν καριερίστες και τυχοδιώκτες, που δεν αξίζουν παρά μόνο τουφέκι. Η τελευταία φορά που ανοίξαμε πλατιά τις πόρτες του κόμματος- μόνο για τους εργάτες και τους αγρότες- ήταν τις μέρες (χειμώνας του 1919) που ο Γιούντενιτς βρισκόταν μερικά βέρστια έξω από την Πετρούπολη και ο Ντενίκιν στο Όρελ (κάπου 350 βέρστια από τη Μόσχα), δηλαδή τότε που τη Σοβιετική Δημοκρατία την απειλούσε τρομερός, θανάσιμος κίνδυνος και τότε που οι τυχοδιώκτες, οι καριερίστες, οι τυχάρπαστοι και γενικά τα ασταθή στοιχεία δεν μπορούσαν καθόλου να υπολογίζουν ότι προσχωρώντας στους κομμουνιστές θα εξασφαλίσουν μια επικερδή σταδιοδρομία (και μάλλον θα’ πρεπε να περιμένουν κρεμάλα και βασανιστήρια ) (21). Το κόμμα, που συγκαλεί κάθε χρόνο το συνέδριό του (στο τελευταίο συνέδριο: ένας αντιπρόσωπος για 1.000 μέλη), το καθοδηγεί μια Κεντρική Επιτροπή από 19 άτομα που εκλέγεται από το συνέδριο, και την τρέχουσα δουλειά στη Μόσχα τη διεξάγουν ακόμα πιο στενά όργανα, που ονομάζονται Οργανωτικό Γραφείο και Πολιτικό Γραφείο και εκλέγονται στις ολομέλειες της ΚΕ, από 5 μέλη της ΚΕ στο κάθε γραφείο. Συνεπώς υπάρχει η πιο πραγματική «ολιγαρχία». Και κανένα σοβαρό πολιτικό ή οργανωτικό ζήτημα δε λύνεται στη δημοκρατία μας από οποιαδήποτε κρατική υπηρεσία χωρίς τις καθοδηγητικές υποδείξεις της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος.

Το κόμμα στη δουλειά του στηρίζεται στα συνδικάτα, που έχουν σήμερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του τελευταίου συνεδρίου (Απρίλης 1920) πάνω από 4 εκατομμύρια μέλη και τυπικά είναι εξωκομματικές οργανώσεις. Στην πράξη όλα τα καθοδηγητικά όργανα της τεράστιας πλειοψηφίας των συνδικάτων και κατά πρώτο λόγο, βέβαια, του γενικού συνδικαλιστικού πανρωσικού κέντρου ή γραφείου (Πανρωσικό Κεντρικό Συμβούλιο των Συνδικάτων) αποτελούνται από κομμουνιστές και εφαρμόζουν τις οδηγίες του κόμματος. Κι έτσι έχουμε σε γενικές γραμμές ένα τυπικά μη κομμουνιστικό, ευλύγιστο και σχετικά πλατύ, πολύ ισχυρό προλεταριακό μηχανισμό, μέσω του οποίου το κόμμα συνδέεται στενά με την τάξη και με τη μάζα και μέσω του οποίου, με την καθοδήγηση του κόμματος, πραγματοποιείται η δικτατορία της τάξης.Χωρίς τη στενότατη σύνδεση με τα συνδικάτα, χωρίς τη θερμή υποστήριξή τους, χωρίς τη γεμάτη αυταπάρνηση δουλειά τους όχι μόνο στην οικονομική, μα και στη στρατιωτική οικοδόμηση, δεν θα μπορούσαμε- αυτό είναι ευνόητο- να κυβερνήσουμε τη χώρα και να πραγματοποιήσουμε τη δικτατορία όχι 2 ½ χρόνια, μα ούτε και 2 ½ μήνες. Όπως καταλαβαίνετε η στενότατη αυτή σύνδεση σημαίνει στην πράξη μια εξαιρετικά πολύπλοκη και πολύμορφη δουλειά προπαγάνδας και ζύμωσης, έγκαιρων και συχνών συσκέψεων όχι μόνο με τα καθοδηγητικά στελέχη, αλλά και γενικά με τα συνδικαλιστικά στελέχη που έχουν επιρροή, σημαίνει ακόμα αποφασιστική πάλη ενάντια σους μενσεβίκους, που ως τα σήμερα έχουν έναν ορισμένο, αν και πολύ μικρό, αριθμό οπαδών και τους διδάσκουν να κάνουν κάθε είδους αντεπαναστατικές πράξεις, αρχίζοντας από την υπεράσπιση της (αστικής) δημοκρατίας, από την εξύμνηση της «ανεξαρτησίας» των συνδικάτων (ανεξαρτησία από την προλεταριακή κρατική εξουσία!) ως το σαμποτάρισμα της προλεταριακής πειθαρχίας κλπ. κλπ.

Τη σύνδεση με τις «μάζες» μέσω των συνδικάτων τη θεωρούμε ανεπαρκή. Η πράξη στην πορεία της επανάστασης δημιούργησε στη χώρα μας ένα θεσμό που προσπαθούμε με όλα τα μέσα να τον υποστηρίξουμε, να τον αναπτύξουμε και να τον πλατύνουμε. Ο θεσμός αυτός είναι οι εξωκομματικές εργατικές και αγροτικές συνδιασκέψεις, που μας επιτρέπουν να παρακολουθούμε τις διαθέσεις των μαζών, να τις πλησιάζουμε, να ικανοποιούμε τα αιτήματά τους, να προωθούμε τα καλύτερα στοιχεία απ’ αυτές στα κρατικά αξιώματα κλπ. Ένα από τα τελευταία διατάγματα για τη μετατροπή του Λαϊκού Επιτροπάτου Κρατικού Ελέγχου σε «Εργατοαγροτική Επιθεώρηση» δίνει στις εξωκομματικές συνδιασκέψεις αυτού του είδους το δικαίωμα να εκλέγουν τα μέλη του Κρατικού Ελέγχου για διαφόρων ειδών επιθεωρήσεις κλπ.

Έπειτα, εννοείται, όλη η δουλειά του κόμματος γίνεται μέσω των Σοβιέτ, που συνενώνουν τις εργαζόμενες μάζες ανεξάρτητα από επάγγελμα. Τα επαρχιακά συνέδρια των Σοβιέτ είναι τέτοιος δημοκρατικός θεσμός, που δεν τον έχουν δει ως τώρα ούτε οι καλύτερες αστικές δημοκρατίες του κόσμου. Και μέσω αυτών των συνεδρίων (που το κόμμα προσπαθεί να τα παρακολουθεί όσο το δυνατό πιο προσεκτικά), καθώς και μέσω των μόνιμων αποστολών συνειδητών εργατών σε κάθε λογής υπηρεσίες στο χωριό, πραγματοποιείται ο ηγετικός ρόλος του προλεταριάτου απέναντι στην αγροτιά, πραγματοποιείται η δικτατορία του προλεταριάτου της πόλης, η συστηματική πάλη ενάντια στους πλούσιους, αστούς, εκμεταλλευτές και κερδοσκόπους αγρότες κλπ.

Αυτός είναι ο γενικός μηχανισμός της προλεταριακής κρατικής εξουσίας, όταν τον βλέπουμε «από τα πάνω», από την άποψη της πρακτικής εφαρμογής της δικτατορίας. Ελπίζουμε πως ο αναγνώστης θα καταλάβει γιατί στον ρώσο μπολσεβίκο, που ξέρει αυτό το μηχανισμό και έχει παρακολουθήσει την ανάπτυξή του μέσα σε 25 χρόνια από τους μικρούς, μυστικούς, παράνομους, κρυφούς ομίλους, όλες οι συζητήσεις για «από τα πάνω» είτε «από τα κάτω», για δικτατορία των ηγετών, είτε δικτατορία της μάζας κλπ. δεν μπορεί παρά να φαίνονται γελοίες παιδιάστικες ανοησίας, ένα είδος συζήτησης αν το αριστερό πόδι ή το δεξί χέρι είναι πιο χρήσιμο για τον άνθρωπο.

Δεν μπορεί παρά να μας φαίνονται το ίδιο γελοίες, παιδιάστικες ανοησίες και οι σπουδαίες, εντελώς σοφές και τρομερά επαναστατικές συζητήσεις των γερμανών αριστερών πάνω στο θέμα ότι οι κομμουνιστές δεν μπορούν και δεν πρέπει να δουλεύουν στα αντιδραστικά συνδικάτα, ότι επιτρέπεται να παρατήσουν αυτή τη δουλειά, ότι πρέπει να βγουν από τα συνδικάτα και να δημιουργήσουν υποχρεωτικά μια εντελώς καινουργιούτσικη, εντελώς καθαρούτσικη «εργατική ένωση» κλπ κλπ. που την επινόησαν οι πολύ χαριτωμένοι (και ασφαλώς στο μεγαλύτερο μέρος τους πολύ νεαροί) κομμουνιστές κλπ κλπ.

Ο καπιταλισμός αφήνει αναπόφευκτα κληρονομιά στο σοσιαλισμό από το ένα μέρος τις παλιές επαγγελματικές και συντεχνιακές διακρίσεις ανάμεσα στους εργάτες, διακρίσεις που έχουν διαμορφωθεί επί αιώνες, και από το άλλο μέρος, τα επαγγελματικά συνδικάτα που μόνο πολύ αργά, ύστερα από χρόνια, μπορούν να εξελιχθούν και θα εξελίσσονται σε πιο πλατειές και λιγότερο συντεχνιακές, παραγωγικές ενώσεις (που αγκαλιάζουν ολόκληρες βιομηχανίες και όχι μονάχα εργοστασιακά τμήματα, τέχνες και επαγγέλματα) και σε συνέχεια μέσω αυτών των παραγωγικών ενώσεων, θα περνάμε στην κατάργηση του καταμερισμού της εργασίας ανάμεσα στους ανθρώπους, στη διαπαιδαγώγηση, την εκπαίδευση και την κατάρτιση ολόπλευρα αναπτυγμένων και ολόπλευρα καταρτισμένων ανθρώπων, ανθρώπων που θα ξέρουν να τα κάνουν όλα. Εκεί τραβάει, εκεί πρέπει να τραβάει και θα φτάσει ο κομμουνισμός, αλλά μόνο ύστερα από πολλά χρόνια. Το να προσπαθείς σήμερα να πετύχεις στην πράξη το μελλοντικό αυτό αποτέλεσμα ενός κομμουνισμού απόλυτα αναπτυγμένου, απόλυτα στερεωμένου και διαμορφωμένου, απόλυτα εξελιγμένου και ωριμασμένου, είναι σα να προσπαθείς να διδάξεις ανώτερα μαθηματικά σ’ ένα παιδάκι 4 χρονών.

Μπορούμε (και πρέπει) ν’ αρχίσουμε να χτίζουμε το σοσιαλισμό, όχι με ένα φανταστικό και ειδικά φτιαγμένο από μας άνθρωπο υλικό αλλά με το υλικό που κληρονομήσαμε από τον καπιταλισμό. Ούτε λόγος πως αυτό είναι πολύ «δύσκολο», αλλά κάθε άλλος τρόπος αντιμετώπισης του προβλήματος είναι τόσο λίγο σοβαρός, που δεν αξίζει καν τον κόπο να μιλάμε γι’ αυτόν.

Τα συνδικάτα ήταν μια τεράστια πρόοδος της εργατικής τάξης στις αρχές της ανάπτυξης του καπιταλισμού, γιατί αποτέλεσαν το πέρασμα από τη διασπορά και την αδυναμία των εργατών στα έμβρυα της ταξικής συνένωσης. Όταν άρχισε ν’ αναπτύσσεται η ανώτατη μορφή ταξικής συνένωσης των προλεταρίων, το επαναστατικό κόμμα του προλεταριάτου (που δε θα είναι άξιο του ονόματός του αν δε μάθει να συνδέει τους ηγέτες με την τάξη και με τις μάζες σ’ ένα σύνολο, ομογενές και αδιάρρηκτο), τα συνδικάτα άρχισαν να εκδηλώνουν αναπόφευκτα ορισμένα αντιδραστικά χαρακτηριστικά, κάποια τάση για αποφυγή της πολιτικής, κάποιο πνεύμα ρουτίνας κλπ. Πουθενά όμως στον κόσμο η ανάπτυξη του προλεταριάτου δεν έγινε και δεν μπορούσε να γίνει παρά μόνο μέσω των συνδικάτων, με την αλληλεπίδραση των συνδικάτων και του κόμματος της εργατικής τάξης. Η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο είναι ένα γιγάντιο βήμα του προλεταριάτου προς τα μπρος, του προλεταριάτου σαν τάξης, και το κόμμα θα πρέπει να διαπαιδαγωγήσει ακόμα περισσότερο, με καινούργιο τρόπο, κι όχι μόνο με τον παλιό, τα συνδικάτα, να τα καθοδηγεί και ταυτόχρονα να μην ξεχνά πως αυτά είναι και θα εξακολουθούν για πολύν καιρό να είναι το απαραίτητο «σχολειό του κομμουνισμού» και το προπαρασκευαστικό σχολειό για να πραγματοποιήσουν οι προλετάριοι τη δικτατορία τους, η απαραίτητη ένωση των εργατών για το βαθμιαίο πέρασμα της διεύθυνσης όλης της οικονομίας της χώρας στα χέρια της εργατικής τάξης (και όχι χωριστών επαγγελμάτων), και έπειτα όλων των εργαζομένων.

Ορισμένη «αντιδραστικότητα» των συνδικάτων, με την έννοια που αναφέραμε, είναι αναπόφευκτη στις συνθήκες της δικτατορίας του προλεταριάτου. Όταν δε το καταλαβαίνεις αυτό σημαίνει πως δεν καταλαβαίνεις εντελώς τους βασικούς όρους του περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό. Είναι η μεγαλύτερη ανοησία να φοβάσαι αυτή την «αντιδραστικότητα», να προσπαθείς να την αποφύγεις, να την υπερπηδήσεις, γιατί αυτό σημαίνει πως φοβάσαι εκείνο το ρόλο της προλεταριακής πρωτοπορίας, που συνίσταται στην εκπαίδευση, στη διαφώτιση, στη διαπαιδαγώγηση, στο τράβηγμα στην καινούργια ζωή των πιο καθυστερημένων στρωμάτων και μαζών της εργατικής τάξης και της αγροτιάς. Από το άλλο μέρος, το να αναβάλλουμε την πραγματοποίηση της δικτατορίας του προλεταριάτου ως τον καιρό που δε θα μείνει ούτε ένας εργάτης με στενές επαγγελματικές απόψεις, ούτε ένας εργάτης με συντεχνιακές και τρέιντ-γιουνιονίστικες προλήψεις, θα ήταν ακόμα μεγαλύτερο λάθος. Η τέχνη του πολιτικού (και η σωστή κατανόηση από κάθε κομμουνιστή των καθηκόντων του) συνίσταται ακριβώς στο να υπολογίζει σωστά τις συνθήκες και τη στιγμή που η πρωτοπορία του προλεταριάτου μπορεί να πάρει με επιτυχία την εξουσία, που η πρωτοπορία θα μπορέσει κατά το πάρσιμο της εξουσίας και μετά απ’ αυτό να εξασφαλίσει αρκετή υποστήριξη από αρκετά πλατιά στρώματα της εργατικής τάξης και των μη προλεταριακών εργαζόμενων μαζών, που θα μπορέσει ύστερα από αυτό να στηρίξει, να εδραιώσει και να πλατύνει την κυριαρχία της, διαπαιδαγωγώντας, εκπαιδεύοντας, τραβώντας όλο και πιο πλατειές μάζες εργαζομένων.

Παρακάτω. Στις χώρες που είναι πιο αναπτυγμένες από τη Ρωσία εκδηλώθηκε, και δεν θα μπορούσε να μην εκδηλωθεί, ορισμένη αντιδραστικότητα των συνδικάτων, αναμφισβήτητα πολύ πιο έντονα απ’ ό,τι στη χώρα μας. Σε μας οι μενσεβίκοι είχαν (έχουν και τώρα εν μέρει σε πολύ λίγα συνδικάτα) στήριγμα στα συνδικάτα ακριβώς χάρη στη συντεχνιακή στενότητα, στον επαγγελματικό εγωισμό και στον οπορτουνισμό. Στη Δύση οι εκεί μενσεβίκοι «στρογγυλοκάθησαν» πολύ πιο στέρεα στα συνδικάτα, εκεί ξεχώρισε ένα στρώμα συντεχνιακής στενής, εγωιστικής, πορωμένης, ιδιοτελούς, μικροαστικής, με ιμπεριαλιστικό πνεύμα, εξαγορασμένης και διεφθαρμένη από τον ιμπεριαλισμό εργατικής αριστοκρατίας» πολύ πιο γερό απ’ ό,τι στη χώρα μας. Αυτό είναι αναμφισβήτητο. Η πάλη ενάντια στους Χόμπερς, ενάντια στους κυρίους Ζουό, Χέντερσον, Μερχάιμ, Λέγκιν και σία στη δυτική Ευρώπη είναι πολύ πιο δύσκολη από την πάλη ενάντια στους δικούς μας μενσεβίκους, που αντιπροσωπεύουν έναν εντελώς όμοιο κοινωνικό και πολιτικό τύπο. Αυτή την πάλη πρέπει να τη δόσουν αμείλικτα και να τη διεξάγουν υποχρεωτικά, όπως τη διεξάγαμε κι εμείς, ως την πλήρη καταισχύνη και το διώξιμο από τα συνδικάτα όλων των αδιόρθωτων αρχηγών του οπορτουνισμού και του σοσιαλσωβινισμού. Είναι αδύνατο να κατακτήσει κανείς την πολιτική εξουσία( και δεν πρέπει να δοκιμάσει να την πάρει) εφ’ όσον η πάλη αυτή δεν έχει φτάσει σε μια ορισμένη βαθμίδα, πρέπει δε να σημειωθεί ότι η βαθμίδα αυτή δεν είναι η ίδια στις διάφορες χώρες και σε διαφορετικές συνθήκες, και μόνο μυαλώμενοι, έμπειροι και κατατοπισμένοι ηγέτες του προλεταριάτου, μπορούν να την καθορίσουν σε κάθε χωριστή χώρα { Στη Ρωσία μέτρο για την επιτυχία αυτής της πάλης ήταν, ανάμεσα στ’ άλλα, οι εκλογές της Συντακτικής Συνέλευσης τον Νοέμβρη του 1917, λίγες μέρες ύστερα από την προλεταριακή επανάσταση στις 25-10-1917.Στις εκλογές αυτές οι μενσεβίκοι τσακίστηκαν κυριολεκτικά και πήραν μόνο 700.000 ψήφους- 1.400.000 μαζί με τις ψήφους της Υπερκαυκασίας- έναντι 9.000.000 ψήφων που πήραν οι μπολσεβίκοι: βλ. Το άρθρο μου «Οι εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση και η δικτατορία του προλεταριάτου» στα τεύχη 7-8 της «Κομμουνιστικής Διεθνούς»(22)}

Την πάλη όμως ενάντια στην «εργατική αριστοκρατία» τη διεξάγουμε εξ ονόματος της εργατικής μάζας και για να την τραβήξουμε με το μέρος μας. Την πάλη ενάντια στους οπορτουνιστές και τους σοσιαλσωβινιστές ηγέτες τη διεξάγουμε για να τραβήξουμε την εργατική τάξη με το μέρος μας. Θα ήταν ανοησία να ξεχνά κανείς αυτή τη στοιχειώδη και εξόφθαλμη αλήθεια. Και ακριβώς αυτή την ανοησία κάνουν οι «αριστεροί» γερμανοί κομμουνιστές, που από την αντιδραστικότητα των κορυφών των συνδικάτων βγάζουν το συμπέρασμα ότι πρέπει να φύγουμε από τα συνδικάτα!!! ν’ αρνούμαστε να δουλέψουμε σε αυτά!!! να δημιουργήσουμε νέες, επινοημένες μορφές εργατικής οργάνωσης!!! Ασυγχώρητη βλακεία, που ισοδυναμεί με τη μεγαλύτερη υπηρεσία που μπορούν να προσφέρουν οι κομμουνιστές με την αστική τάξη. Γιατί οι μενσεβίκοι μας, όπως και όλοι οι οπορτουνιστές, οι σοσιαλσωβινιστές, οι καουτσκιστές ηγέτες των συνδικάτων, δεν είναι τίποτε άλλο παρά «πράκτορες της αστικής τάξης μέσα στο εργατικό κίνημα» (όπως το λέγαμε πάντα για τους μενσεβίκους) ή «εργάτες τοποτηρητές της τάξης των κεφαλαιοκρατών»(labor lieutenants of the capitalist class), σύμφωνα με την υπέροχη κι πολύ σωστή έκφραση των οπαδών του Ντανιέλ ντε Λεόνε στην Αμερική. Το να μη δουλεύεις μέσα στα αντιδραστικά συνδικάτα, σημαίνει να εγκαταλείπεις τις όχι αρκετά αναπτυγμένες ή καθυστερημένες εργατικές μάζες στην επιρροή των αντιδραστικών ηγετών, των πρακτόρων της αστικής τάξης, των αριστοκρατών εργατών ή των «αστοποιημένων εργατών» (σύγκρ. το γράμμα του Ένγκελς στον Μαρξ για τους άγγλους εργάτες, το 1858).

Ίσα- ίσα η ανόητη «θεωρία» της μη συμμετοχής των κομμουνιστών στα αντιδραστικά συνδικάτα δείχνει πεντακάθαρα πόσο επιπόλαια αντιμετωπίζουν οι «αριστεροί» κομμουνιστές το πρόβλημα της επιρροής πάνω στις «μάζες», πόση κατάχρηση κάνουν με τις κραυγές τους τη λέξη «μάζα»! Για να μπορέσεις να βοηθήσεις τη «μάζα» και να κατακτήσεις τη συμπάθεια, την αγάπη και την υποστήριξη της «μάζας», πρέπει να μη φοβάσαι τις δυσκολίες, πρέπει να μη φοβάσαι τις στρεψοδικίες, τις τρικλοποδιές, τις προσβολές και τους διωγμούς από μέρους των «ηγετών» (που, σαν οπορτουνιστές και σοσιαλσωβινιστές, στις περισσότερες περιπτώσεις συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με την αστική τάξη και με την αστυνομία), αλλά να δουλεύεις υποχρεωτικά εκεί που είναι η μάζα. Πρέπει να είσαι σε θέση να προσφέρεις κάθε θυσία, να υπερνικάς τα πιο μεγάλα εμπόδια για να διεξάγεις μια συστηματική, επίμονη, σταθερή και υπομονετική προπαγάνδα και ζύμωση ίσα-ίσα μέσα σε εκείνα τα ιδρύματα, τους συλλόγους και τις ενώσεις, ακόμα και στους πιο αντιδραστικούς, αρκεί να υπάρχουν προλεταριακές και μισοπρολεταριακές μάζες. Και τα συνδικάτα και οι εργατικοί συνεταιρισμοί (οι τελευταίοι, τουλάχιστο, κάποτε) είναι ακριβώς οι οργανώσεις όπου υπάρχει μάζα. Στην Αγγλία, σύμφωνα με τα στοιχεία της σουηδικής εφημερίδας «Folkets Dagblad Politiken»(Λαϊκή Πολιτική Ημερησία) (23) (της 10/3/1920), ο αριθμός των μελών του τρέιντ- γιούνιονς, από το τέλος του 1917 ως το τέλος του 1918 ανέβηκε από 5,5 εκατομμύρια σε 6,6 εκατομμύρια, δηλαδή αυξήθηκε κατά 19%. Κατά τα τέλη του 1919 ο αριθμός υπολογίζεται σε 7 ½ εκατομμύρια. Δεν έχω πρόχειρα τα σχετικά στοιχεία για τη Γαλλία και τη Γερμανία, απόλυτα όμως αναμφισβήτητα και πασίγνωστα γεγονότα μαρτυρούν πως υπάρχει μεγάλη αύξηση του αριθμού των μελών των συνδικάτων και σ’ αυτές τις χώρες.

Τα γεγονότα αυτά δείχνουν πεντακάθαρα εκείνο που επιβεβαιώνουν και χιλιάδες άλλες παρατηρήσεις: την αύξηση της συνειδητότητας και της τάσης για οργάνωση, που παρατηρείται ίσα-ίσα στις προλεταριακές μάζες, στα «κατώτερα» στρώματα, στις πιο καθυστερημένες μάζας. Εκατομμύρια εργάτες στην Αγγλία, στη Γαλλία, στη Γερμανία περνάν για πρώτη φορά από την πλήρη ανοργανωσιά στη στοιχειώδη, την κατώτερη, την απλούστατη και πιο προσιτή (για κείνους που είναι ακόμα πέρα για πέρα διαποτισμένοι με τις αστικοδημοκρατικές προλήψεις) μορφή οργάνωσης, δηλαδή στα συνδικάτα, ενώ οι επαναστάτες, μα απερίσκεπτοι, αριστεροί κομμουνιστές στέκονται δίπλα, φωνάζουν «μάζα», «μάζα»- και αρνούνται να δουλέψουν μέσα στα συνδικάτα!!, αρνούνται, με το πρόσχημα ότι είναι «αντιδραστικά»!! εφευρίσκουν μια καινουργιούτσικη, καθαρούτσικη, απαλλαγμένη από αστικοδημοκρατικές προλήψεις, απαλλαγμένη από συντεχνιακές και στενά επαγγελματικές αμαρτίες «εργατική ένωση» που τάχα θα’ ναι (θα’ ναι!) πλατειά και για την προσχώρηση σ’ αυτήν θα απαιτείται μονάχα (μονάχα!) « η αναγνώριση του σοβιετικού συστήματος και της δικτατορίας»(βλέπε το πιο πάνω απόσπασμα)!!

Δε θα μπορούσε να φανταστεί κανείς μεγαλύτερο παραλογισμό, μεγαλύτερη ζημιά για την επανάσταση απ’ αυτήν που προξενούν οι «αριστεροί» επαναστάτες! Αν εμείς τώρα στη Ρωσία, ύστερα από 2 ½ χρόνια πρωτόφαντων νικών ενάντια στην αστική τάξη της Ρωσίας και της Αντάντ, βάζαμε σαν όρο εγγραφής στα συνδικάτα την «αναγνώριση της δικτατορίας», θα διαπράτταμε ανοησία, θα διακινδυνεύαμε την επιρροή μας μέσα στις μάζες, θα βοηθούσαμε τους μενσεβίκους. Γιατί όλο το καθήκον των κομμουνιστών είναι να ξέρουν να πείθουν τους καθυστερημένους, να δουλεύουν ανάμεσά τους κι όχι να απομονώνονται απ’ αυτούς με επινοημένα, παιδιάστικά «αριστερά» συνθήματα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κύριοι Γκόμπερς, Χέντερσον, Ζουό, Λέγκιν θα χρωστάν μεγάλη ευγνωμοσύνη στους «αριστερούς» αυτούς επαναστάτες, που σαν τη γερμανική αντιπολίτευση «αρχών» (ο θεός να μας φυλάει από παρόμοια πολιτική «αρχών»!), ή σαν μερικούς επαναστάτες της αμερικανικής οργάνωσης «Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου»(24), προπαγανδίζουν την αποχώρηση από τα αντιδραστικά συνδικάτα και την άρνηση της δουλειάς μέσα σ’ αυτά. Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι οι κύριοι «αρχηγοί» του οπορτουνισμού θα καταφύγουν σε κάθε είδους μανούβρα της αστικής διπλωματίας, στη βοήθεια των αστικών κυβερνήσεων, των παπάδων, της αστυνομίας, των δικαστηρίων, για να μην επιτρέψουν στους κομμουνιστές να μπουν στα συνδικάτα, για να τους εκτοπίσουν με κάθε μέσο απ’ αυτά, για να τους κάνουν τη δουλειά μέσα στα συνδικάτα όσο το δυνατό πιο δυσάρεστη, για να τους προσβάλλουν, να τους κατατρέχουν, να τους καταδιώκουν. Πρέπει να είμαστε σε θέση να αντιτασσόμαστε σ’ όλα αυτά, να δεχτούμε κάθε θυσία κι ακόμα- αν χρειαστεί- να καταφεύγουμε σε λογής-λογής τεχνάσματα, πανουργίες, παράνομες μεθόδους δουλειάς, στην αποσιώπηση ή στο κρύψιμο της αλήθειας μόνο και μόνο για να μπούμε στα συνδικάτα, να μείνουμε σ’ αυτά, να κάνουμε μέσα σ’ αυτά με κάθε θυσία κομμουνιστική δουλειά. Επί τσαρισμού ως το 1905 δεν είχαμε καμιά «νόμιμη δυνατότητα», όταν όμως ο οχρανίτης Ζουμπάτωφ οργάνωνε μαυροεκατονταρχίτικες εργατικές συγκεντρώσεις και εργατικούς συλλόγους για να βάζει στο χέρι τους επαναστάτες και να τους πολεμά, στέλναμε σ’ αυτές τις συγκεντρώσεις και σ’ αυτούς τους συλλόγους μέλη του κόμματός μας (ανάμεσα σ’ αυτούς θυμάμαι προσωπικά το σ. Μπαμπούσκιν, έξοχο εργάτη της Πετρούπολης, που τον τουφέκισαν οι στρατηγοί του τσάρου το 1906), που αποκαθιστούσαν σύνδεση με τις μάζες, μηχανεύονταν τρόπους για να κάνουν ζύμωση και αποσπούσαν τους εργάτες από την επιρροή των ανθρώπων του Ζουμπάτωφ {Οι Χόμπερς, Χένετρσον, Ζουό, Λέγκιν, δεν είναι τίποτε άλλο παρά Ζουμπάτοφ, που διαφέρουν από τον δικό μας Ζουμπάτοφ μόνο από το ευρωπαϊκό τους κοστούμι, το ευρωπαϊκό λούστρο, τις πολιτισμένες, τις ραφιναρισμένες, τις με δημοκρατικό επίχρισμα μεθόδους που χρησιμοποιούν στην εφαρμογή της αισχρής πολιτικής τους} στη Δυτική Ευρώπη, που είναι εξαιρετικά διαποτισμένη από τις πολύ ριζωμένες λεγκαλιστικές, συνταγματικές και αστικοδημοκρατικές προλήψεις είναι πιο δύσκολο να γίνει τέτοια δουλειά. Μα μπορεί και πρέπει να γίνει και να γίνεται συστηματικά.

Η Εκτελεστική Επιτροπή της 3ης Διεθνούς πρέπει, κατά την προσωπική μου γνώμη, να καταδικάσει ανοιχτά και να προτείνει στο επόμενο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς να καταδικαστεί και γενικά η πολιτική της μη συμμετοχής στα αντιδραστικά συνδικάτα (με μια λεπτομερειακή αιτιολόγηση, που να εξηγεί γιατί η μη συμμετοχή είναι παράλογη και εξαιρετικά επιζήμια για την υπόθεση της προλεταριακής επανάστασης), και ειδικά η στάση ορισμένων μελών του κομμουνιστικού κόμματος της Ολλανδίας- που άσχετα αν άμεσα ή έμμεσα, ανοιχτά ή σκεπασμένα, ολοκληρωτικά ή εν μέρει- υποστήριξαν αυτή τη λαθεμένη πολιτική. Η 3η Διεθνής πρέπει να ξεκόψει από την τακτική της 2ης και να μην παρακάμπτει τα ακανθώδη ζητήματα, να μην τα συγκαλύπτει, αλλά να τα βάζει ανοιχτά. Είπαμε κατά πρόσωπο όλη την αλήθεια στους ανεξάρτητους» (Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας), κατά πρόσωπο πρέπει να πούμε όλη την αλήθεια και στους «αριστερούς» κομμουνιστές.

Β. Ι. ΛΕΝΙΝ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου